Πουλάει πολιτικά τους εξοπλισμούς ο Μητσοτάκης – Λάθη και παραλείψεις
03/06/2026
Παρά τη σημαντική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν οι φωνές που αμφισβητούν τόσο τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς όσο και τη διαχείριση των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δίκιο να προβάλλει την έμφαση που έδωσε στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας, αφού καθυστερημένα συνειδητοποίησε το 2020 -κατά την προσωπική του παραδοχή σε συνέντευξη- την πλάνη ότι ανέμενε να ασχοληθεί με την οικονομία και όχι με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις απειλές της Άγκυρας.
Από την άλλη πλευρά, όσο κι αν είναι κατανοητές οι προεκλογικές αγωνίες και ανάγκες, οι υπερβολές των αυλικών του Μαξίμου περί του «μεγαλύτερου εξοπλιστικού προγράμματος που έχει γίνει ποτέ» φθάνουν στα όρια της φαιδρότητας. Το παρόν είναι ένα καλό, πραγματικά πολύ καλό πρόγραμμα, αλλά ασφαλώς δεν είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία.
Μάλιστα, η αξία του δεν μπορεί πλήρως να αξιολογηθεί πριν από τα τέλη του 2029-αρχές του 2030, γιατί τότε (αν όλα πάνε βάσει σχεδίου) οι φρεγάτες θα έχουν την πλήρη διαμόρφωσή τους, θα παραδίδονται τα F-35 και θα έχει ίσως λειτουργήσει ο ενιαίος αντιαεροπορικός θόλος. Την ίδια περίοδο, θα είναι απαραίτητο να εξασφαλιστούν μεγάλα κονδύλια για νέα και επείγοντα προγράμματα, όπως των υποβρυχίων.
Τα εξοπλιστικά πριν τον Μητσοτάκη
Άλλωστε, δεν χρειάζεται μακρά ιστορική αναδρομή, αφού η πορεία της ΝΔ σφραγίστηκε από το -πραγματικά το μεγαλύτερο στην ιστορία- σχέδιο θωράκισης της χώρας από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Ευάγγελο Αβέρωφ την περίοδο 1974-1981. Πέραν των αεροσκαφών, αντιτορπιλικών, πυραυλακάτων και αρμάτων μάχης και της ίδρυσης της ΕΑΒ, έγινε και η οχύρωση των νησιών του Αιγαίου που εγγυάται την ασφάλεια και την οικονομική-τουριστική ανάπτυξή τους ως σήμερα.
Επίσης, η λεγόμενη «αγορά του αιώνα» και τα άλλα προγράμματα επί Ανδρέα Παπανδρέου από το 1981 ως το 1989 ήταν σημαντικότατα. Και στην οκταετία Σημίτη υπογράφτηκαν (με τη σωρεία και σκανδάλων, ως γνωστόν…) τεράστιας αξίας συμβόλαια για συστήματα που ως σήμερα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εθνικής άμυνας.
Η δε περίοδος του Κώστα Καραμανλή, με την αγορά των 30 F-16, τον εξορθολογισμό δαπανών και το γενικότερο «νοικοκύρεμα», επέτρεψε στις Ένοπλες Δυνάμεις να αντέξουν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης 2010-2018. Μόνον στην περίοδο των Μνημονίων -αναγκαστικά- δεν έγιναν νέες αγορές (παρά μόνον συντηρήσεις και εκσυγχρονισμοί), καθώς τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια και κόβονταν μισθοί και συντάξεις. Επομένως, το εξοπλιστικό πρόγραμμα, μετά το 2019, ήταν παραπάνω από επείγον και επιβεβλημένο, αλλά δεν είναι το μεγαλύτερο.
Εσωτερικό και εξωτερικό πρόβλημα
Όμως, στην παρούσα φάση και πέραν της ιστορίας και των αναλύσεων, άλλο είναι το πρόβλημα του Πρωθυπουργού στον τομέα των εξοπλισμών: αρχίζει να συσσωρεύεται -και σταδιακά να εκφράζεται εναντίον του- δυσαρέσκεια, από το εσωτερικό και το εξωτερικό, για σωρεία λαθών, παραλείψεων και κενών υποσχέσεων. Ως προς το εσωτερικό, αποδεικνύεται ότι δεν έγινε σχεδόν τίποτα από όσα είπε ευθέως ο κ. Μητσοτάκης και όσα -περισσότερα- άφησαν να εννοηθούν οι συνεργάτες του κατά την περίφημη σύσκεψη στο Μαξίμου, στις 24 Απριλίου 2025.
Στη συγκεκριμένη σύσκεψη-ενημέρωση, στην οποία είχαν προσκληθεί οι κύριοι μέτοχοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι των αμυντικών εταιρειών της χώρας, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι έδωσαν την εικόνα ενός πακτωλού χρημάτων από πολλά προγράμματα της Ε.Ε., όπως το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP) και το ReArm Europe/Readiness 2030, με ενίσχυση και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Μαζί, ασφαλώς, με την άμεση ευκαιρία της αρχικής φάσης του SAFE που επέτρεπε την, κατ’ εξαίρεση, χρηματοδότηση αμιγώς εθνικών προγραμμάτων (αντί του κανόνα των δύο ή περισσότερων συμμετεχόντων κρατών) με απαλλαγή ΦΠΑ.
Η εικόνα που έδωσε πέρυσι η κυβέρνηση, για την ύπαρξη κονδυλίων προς ταχεία αξιοποίηση, ήταν απατηλή. Δικαιώθηκαν όσοι εκτιμούσαν, από την επομένη της συσκέψεως, ότι ο κ. Μητσοτάκης είχε ως προτεραιότητα να αιχμαλωτίσει μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας (άλλοι εξ αυτών παραδοσιακά δραστήριοι στον αμυντικό κλάδο και άλλοι νεοφώτιστοι λόγω «μόδας» της εποχής) στην πολιτική παγίδα ότι ο ίδιος θα ήταν ο εγγυητής και διανομέας των ευρωπαϊκών χρημάτων. Το Μαξίμου απέφυγε να διευκρινίσει ότι τα άξια λόγου κονδύλια θα έρθουν αρκετά μετά τις εκλογές του 2027 και υπό όρους.
Όμως, τα πράγματα είναι χειρότερα ως προς το εξωτερικό, καθώς αρκετές κυβερνήσεις και αμυντικές βιομηχανίες εκφράζουν -κατά περίπτωση- απορίες για τη στάση της Αθήνας ή δυσαρέσκεια για τη μη τήρηση λόγων και υποσχέσεων. Βέβαια ουδείς -ή, ορθότερα, πολλοί λίγοι- μπορούν να πιστοποιήσουν αν όντως δόθηκαν υπερβολικές υποσχέσεις ή εμμέσως έγιναν αντιληπτές ως τέτοιες ή παρερμηνεύθηκαν.
Η Γερμανία και η KNDS
Κορυφαίο παράδειγμα σύγχυσης είναι η μεθόδευση συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της γερμανικής τέως Krauss Maffei Wegman/νυν KNDS Deutschland. Με το συμψηφισμό, αφενός, των αποζημιώσεων και ποινικών ρητρών που αξιώνει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και, αφετέρου, της ημεδαπής εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης του ICC της Παγκόσμιας Τράπεζας που έχει κερδίσει η γερμανική εταιρία.
Το λογικό θα ήταν η KNDS να κοιτάξει μπροστά και να διεκδικήσει νέα προγράμματα, σε συνεργασία με τους βιομηχανικά εύρωστους Έλληνες συνεργάτες της, αλλά πολλά ανώτερα στελέχη της προτιμούν να ασχολούνται με το παρελθόν. Ζητούν, ως «πακέτο» με το συμβιβασμό, και κάποια απευθείας ανάθεση.
Και, επειδή προφανώς γνωρίζουν ότι κανένας αρμόδιος αξιωματούχος δεν θα διακινδύνευε μια μακρά ποινική διαδικασία, αποδεχόμενος συμβιβασμό όσο εκκρεμούν εφέσεις και ανακοπή εκ μέρους του Δημοσίου, προκρίνεται η οδός της κύρωσης από τη Βουλή με ειδικό νόμο. Εδώ, τα πράγματα γίνονται χειρότερα, επειδή το Μαξίμου φέρεται να είναι εκείνο που δεν απέκλεισε την κατάθεση του ειδικού νόμου.
Επιπλέον, η εικόνα περιπλέκεται με τις νεότερες πληροφορίες ότι στελέχη της KNDS, αν και προφανώς γνωρίζουν τις αρμοδιότητες και τα όρια δράσης των στελεχών της Ελληνικής Διπλωματικής Υπηρεσίας, προσπάθησαν να εμπλέξουν στην όλη ιστορία και το υπουργείο Εξωτερικών. Προβληματική είναι η σχέση με την, επίσης γερμανική, Rheinmetall με την οποία το Μαξίμου είχε συζητήσει πιθανή επένδυση στη βόρεια Ελλάδα.
Γενικότερα, στις περισσότερες εκκρεμείς υποθέσεις, οι γερμανικές εταιρείες βρίσκονται εν αδίκω, αλλά υπάρχει και ένα γεγονός που είναι λογικό να επικαλούνται. Κατά την επίσκεψή του στο Βερολίνο, πέρυσι το Μάιο, ο κ. Μητσοτάκης διαβεβαίωσε τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς ότι οι εταιρείες της χώρας του θα έχουν ένα είδος λογικού προβαδίσματος στα συμβόλαια αναβάθμισης του υλικού που είχαν παλαιότερα προμηθεύσει.
Γαλλία και Ισραήλ
Παράλληλα, σύγχυση, με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, έχει δημιουργηθεί και στις συνεννοήσεις της Αθήνας με τη γαλλική Dassault. Μολονότι η διμερής συνεργασία είναι στενή και η ελληνική πλευρά συναίνεσε το 2021 στην τιμολόγηση των Rafale, των όπλων και ηλεκτρονικών και του προγράμματος εν συνεχεία υποστήριξής τους, το Μαξίμου απορρίπτει το 2025 και το 2026 τις περίπου ίδιες τιμές σε άλλες συζητήσεις για την ανταλλαγή παλαιών Mirage με νέα Rafale.
Επίσης, τον περασμένο Ιανουάριο, ο κ. Μητσοτάκης ανακάλυψε καθυστερημένα την καλή ιδέα ίδρυσης βιομηχανικής μονάδας της Dassault στην Ελλάδα με λανθασμένο σκεπτικό που σόκαρε τους Γάλλους συνομιλητές του. Ο Πρωθυπουργός έκρινε ότι, χάρη στην αγορά Rafale από την Ελλάδα, πείστηκαν να πράξουν το ίδιο η Αίγυπτος και η Ινδία. Κάτι τέτοιο δεν είναι φυσικά ακριβές, αφού το Κάϊρο έγινε ο πρώτος ξένος αγοραστής Rafale το Φεβρουάριο του 2015 και το Νέο Δελχί διαπραγματευόταν από το 2011, υπέγραψε συμφωνία το 2016 και άρχισε παραλαβές το 2019.
Ως προς τις σχέσεις με τη Γαλλία, λανθασμένη αποδείχθηκε και η πρωτοβουλία του κ. Μητσοτάκη για τη συγκρότηση ευρωπαϊκού συστήματος αεράμυνας με βάση την επιστολή που απέστειλε, μαζί με τον Πολωνό ομόλογό Ντ. Τουσκ, στην πρόεδρο της Κομισιόν, Ουρ. φον ντερ Λάιεν, το 2024.
Ο Πρωθυπουργός δεν είχε ασφαλώς καμία σχέση με τον ανταγωνισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων, αλλά δεν προέβλεψε ότι κορυφαία γαλλο-ιταλική κοινοπραξία θα έσπευδε να εκμεταλλευθεί (εντός λίγων ημερών) την επιστολή Μητσοτάκη-Τουσκ ως επιβράβευση της δικής της πρότασης.
Μεγαλύτερη έγινε η ελληνική έκπληξη από τα μέσα του 2025, καθώς η ίδια κοινοπραξία έκτοτε συνδιαλέγεται, για το ίδιο αντιαεροπορικό σύστημα, με την Τουρκία, ενώ ο κ. Μακρόν στηρίζει τη γερμανική πρωτοβουλία κοινής αεράμυνας ESSI και όχι την ελληνο-πολωνική. Εκμετάλλευση άλλης δήλωσης του Πρωθυπουργού, κατά την επίσκεψη Μακρόν στις 24 Απριλίου 2026, έγινε -πρόσφατα και δημόσια- και από την Airbus Defence & Space. Παρότι όλα είναι στο αέρα με διαφωνίες Γαλλίας-Γερμανίας, στέλεχος της Airbus άνοιξε τη συζήτηση περί ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής, με την αναγκαία μεγάλη οικονομική συνεισφορά, στο ευρωπαϊκό μαχητικό 6ης γενιάς.
Από το πλέγμα παλινωδιών του Μαξίμου δεν ξέφυγε ούτε το Ισραήλ παρά τις θερμές πολιτικές σχέσεις και την ωριμότητα των συζητήσεων για την ανάπτυξη των νέου αντιαεροπορικού δικτύου της Ελλάδας. Η κυβέρνηση έθεσε τον σωστό όρο της αποδέσμευσης του ηλεκτρονικού «πηγαίου κώδικα» του συστήματος ως προϋπόθεση τελικής υπογραφής με τις ισραηλινές εταιρείες.
Και όταν, έστω εν μέρει, έγινε δεκτός ο όρος, διαπιστώθηκε ότι δεν καλύπτεται η απαίτηση του 25% της ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής. Ταυτόχρονα, αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες επιμένουν σε μερίδιο του μεγάλου προγράμματος. Η προ ημερών επίσκεψη στενού συνεργάτη του Πρωθυπουργού στο Ισραήλ δεν πρόσφερε κάτι ως προς την επιτάχυνση των διαδικασιών.





