Ανυπεράσπιστη η Ευρωζώνη!

Κώστας Ράπτης
329
Ανυπεράσπιστη η Ευρωζώνη!, Κώστας Ράπτης

Πρώτα ήρθαν τα καλά νέα. Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η Eurostat την Τρίτη, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων στην Ευρωζώνη (φυσικών και ηλεκτρονικών) υπήρξε τον Ιανουάριο αυξημένος κατά 1,3% σε μηνιαία και κατά 2,2% σε ετήσια βάση, με την καταναλωτική εμπιστοσύνη να δείχνει να ανακάμπτει μετά την καθίζησή της κατά το μεγαλύτερο τμήμα του 2018.

Ομοίως, ο δείκτης PMI της Markit ανήλθε για τον Φεβρουάριο στο 51,9, από 5,1 τον Ιανουάριο, στο υψηλότερο σημείο του τελευταίου τριμήνου, ξεπερνώντας τις αρχικές εκτιμήσεις για 51,4 ως μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η μεταποίηση και οι υπηρεσίες δείχνουν, έτσι, να απομακρύνονται από το όριο του 50,0 που διακρίνει την επιτάχυνση από την ύφεση.

Όμως προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει ότι δεν δικαιολογείται αισιοδοξία. Πόσω μάλλον που μόλις την επόμενη μέρα ήρθαν τα κακά νέα, με σφραγίδα ΟΟΣΑ.

Στην ενδιάμεση έκθεσή του για τις οικονομικές προοπτικές, ο Οργανισμός αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για όλες τις οικονομίες της G20, επιφυλάσσοντας τη μεγαλύτερη αναπροσαρμογή ειδικά για την Ευρωζώνη. Πλέον, αναμένει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1% και 1,2% για το 2019 και το 2020 αντιστοίχως, έναντι προηγούμενων προβλέψεων τον Νοέμβριο για 1,8% και 1,6% αντιστοίχως.

Χωρίς διεθνή ζήτηση

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ότι η ανάπτυξη θα αποδειχθεί ασθενέστερη του αναμενομένου και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Είναι και ότι λείπουν τα εργαλεία παρέμβασης, με δεδομένες τις περιορισμένες δυνατότητες της νομισματικής πολιτικής, σε μια συγκυρία αρνητικού βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ.

Η Ευρωζώνη δεν μπορεί άλλο να στηρίζεται στο διεθνές περιβάλλον, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Κίνα επιβραδύνονται, ενώ οι εμπορικές εντάσεις και η μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις πολιτικές διαβρώνουν περαιτέρω την επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Οι συστάσεις του ΟΟΣΑ αφορούν την αντιστάθμιση της τρέχουσας μείωσης της εγχώριας ζήτησης από εκείνες τις χώρες της Ευρωζώνης που διαθέτουν (ποιες;) περιθώριο προσωρινής πρόσθετης δημοσιονομικής στήριξης, την προώθηση μεταρρυθμίσεων, ιδίως στην απελευθέρωση των υπηρεσιών, με την προσδοκία της ενίσχυσης της καινοτομίας, και την εξασφάλιση ορισμένων επιπλέον νομισματικών μέτρων από την ΕΚΤ.

Η ΕΚΤ δεν είναι Fed

Είναι αμφίβολο αν οι συστάσεις αυτές θα εισακουστούν, ιδίως ως προς το τελευταίο σκέλος τους, σε ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο προετοιμάζεται αλλαγή σκυτάλης στα κοινοτικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης φέτος της ΕΚΤ.

Αναδρομικά, η απόφαση της Φρανκφούρτης να τερματίσει στο γύρισμα του έτους το QE μοιάζει να υπαγορεύτηκε λιγότερο από τα οικονομικά θεμελιώδη και περισσότερο από την επιθυμία κατευνασμού των γερμανικών ανησυχιών.

Όμως γρήγορες και τολμηρές αποφάσεις, όπως η ακύρωση τον Δεκέμβριο από τον διοικητή της Fed, Τζερόμ Πάουελ, των αναμενόμενων για το 2019 αυξήσεων των αμερικανικών επιτοκίων, δεν συνηθίζονται στη γερμανοκρατούμενη ΕΚΤ.

Ιταλική κρίση

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η ιταλική στατιστική υπηρεσία την προηγούμενη Παρασκευή, η Ιταλία γνωρίζει τη μεγαλύτερη επιβράδυνσή της από τον Μάιο του 2013 – την τρίτη μέσα σε μία δεκαετία. Και οι δανειακές ανάγκες αυξάνονται πλέον με ρυθμούς μεγαλύτερους της αύξησης του ΑΕΠ, οδηγώντας το δημόσιο χρέος στο 132,1%, αυξημένο κατά μία ολόκληρη μονάδα εντός του 2018.

Το ιταλικό «ατύχημα εν αναμονή» υπενθυμίζει, άλλωστε, ότι επτά ολόκληρα χρόνια μετά τις πρώτες δεσμεύσεις για κόψιμο του ομφάλιου λώρου ιδιωτικού και δημόσιου χρέους η ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση παραμένει ατελής και το σφιχταγκάλιασμα των τραπεζών με τα εθνικά τους κράτη συνεχίζεται.

Τρία ερωτήματα

Ασφαλώς θα συντελούσε θετικά η απομάκρυνση των μεγαλύτερων εστιών αβεβαιότητας, όπως είναι το Brexit, οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ και η επιτυχία ή μη της ακολοθούμενης στην Κίνα διευκολυντικής πολιτικής. Όμως, ενώ τα δύο πρώτα ζητήματα πρόκειται (κατ’ ευχήν) να αποσαφηνιστούν εντός μηνός, το τρίτο, από το οποίο και εξαρτάται η διεθνής ζήτηση, δεν πρόκειται να απαντηθεί πριν από το καλοκαίρι.

Το κρίσιμο χρονικό διάστημα μέχρι τότε θα απαιτούσε ανάληψη δράσης από ευρωπαϊκής πλευράς. Όμως πιθανότερο είναι να αναλωθεί στην κατάληψη θέσεων για την προετοιμασία των νέων συσχετισμών σε Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη μετά τις ευρωεκλογές…

Χωρίς συνομιλητές ο Εμανουέλ Μακρόν

Λέξη-κλειδί η «προστασία». Αυτή αποτέλεσε το κεντρικό σκέλος (μαζί με την «ελευθερία» και την «πρόοδο») του τριπτύχου το οποίο παρουσίασε ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, στο «μανιφέστο» του για την Ευρώπη, το οποίο δημοσιεύθηκε στις αρχές της εβδομάδας σε 28 εφημερίδες όλων των κρατών-μελών, ωσάν ο ένοικος των Ηλυσίων να απευθυνόταν απευθείας στον «ευρωπαϊκό λαό».

Η δημοσίευση του κειμένου έρχεται σε συνέχεια αντίστοιχα ηχηρών παρεμβάσεών του, όπως οι ομιλίες του στη Σορβόνη και την Πνύκα, οι οποίες πρακτικά έμειναν χωρίς αποδέκτη, κυρίως λόγω της πολιτικής αδράνειας στη Γερμανία. Από αυτή την άποψη, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, μολονότι ο Γάλλος πρόεδρος επείγεται αυτήν τη φορά περισσότερο, καθώς έχει πίσω του τη μεγάλη εγχώρια κρίση των «κίτρινων γιλέκων» και μπροστά του την πρόκληση των ευρωεκλογών.

Ωστόσο, οι συνομιλητές του μοιάζει να λιγοστεύουν. Οι διαρκείς αντιπαραθέσεις Γαλλίας και Ολλανδίας περιορίζουν τις πιθανότητες ανάδυσης στις ευρωεκλογές ενός νέου ισχυρού ενδιάμεσου μεταρρυθμιστικού πόλου με συμπρωταγωνιστές τους Μαρκ Ρούτε και Εμανουέλ Μακρόν. Ομοίως, οι Ciudadanos της Ισπανίας αυτοαποκλείστηκαν λόγω της προθυμίας τους να συγκυβερνήσουν (στην Ανδαλουσία, αλλά πιθανότατα αύριο και πανεθνικά) όχι μόνο με το Λαϊκό Κόμμα, αλλά και με το ακροδεξιό Vox.

Ώρα των «εθνικών πρωταθλητών»

Ο Γάλλος πρόεδρος, που αρεσκόταν να προβάλλει ως ο αντι-Τραμπ και ο αντι-Όρμπαν της γηραιάς ηπείρου, τώρα, κατά ειρωνεία της τύχης, βλέπει τον λαϊκιστή Ούγγρο πρωθυπουργό να χαιρετίζει τις πρωτοβουλίες του και πάντως αναπροσαρμόζει τη ρητορική του.

Στρέφοντας την προτεραιότητά του στην «προστασία», όχι μόνο των συνόρων, αλλά και των στρατηγικών τομέων της ευρωπαϊκής παραγωγής, ο Εμανουέλ Μακρόν συνδυάζει τη μετατόπιση της έμφασης προς την ασφάλεια (όπου δεσπόζει η γαλλική στρατιωτική ισχύς) με μια δόση οικονομικού προστατευτισμού.

Στο φόντο βρίσκεται η κοινή προσπάθεια Γαλλίας και Γερμανίας να ενισχύσουν τους «εθνικούς πρωταθλητές» τους και να αποσπάσουν από την Κομισιόν τον τελικό λόγο στην έγκριση των συγχωνεύσεων, π.χ., των σιδηροδρόμων. Παράλληλα, η αυστηρότερη στάση τους απέναντι στις κινεζικές επενδύσεις δείχνει ότι ήρθε και για την Ευρώπη η ώρα της «οχύρωσης» απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.


Πηγή: Capital.gr