Γαλλία: Όταν όλα ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια

-
372
Γαλλία: Όταν όλα ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια, Serge Halimi

Γράφει ο Serge Halimi* – 

(μετ.Γιάννης Κυπαρισσιάδης)

Με τα «κίτρινα γιλέκα», μια κυβέρνηση πολύ σίγουρη για τον εαυτό της, ισχυριζόμενη ότι αποτελούσε πρότυπο για την Ευρώπη, αναγκάστηκε να υποχωρήσει μπροστά στην εξέγερση κοινωνικών ομάδων οι οποίες, ώς τότε, ελάχιστα είχαν κινητοποιηθεί συλλογικά. Μέσα σε έναν μήνα, οι μεταφορές, η φορολόγηση, το περιβάλλον, η εκπαίδευση και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία τέθηκαν υπό αμφισβήτηση.

Στο Παρίσι, στις 15 Δεκεμβρίου 2018, τρεις συμμετέχοντες στο κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» εναλλάσσονται μεταξύ τους στην Πλατεία της Όπερας, προκειμένου να διαβάσουν μια ομιλία προς «τον γαλλικό λαό και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Εμμανουέλ Μακρόν». Το κείμενο αναγγέλλει εξαρχής: «Αυτό το κίνημα ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Είναι η έκφραση ενός λαού ο οποίος, εδώ και σαράντα χρόνια, ζει την αποστέρηση όλων όσων θα του επέτρεπαν να έχει πίστη στο μέλλον και στo μεγαλείο του».

Σε λιγότερο από έναν μήνα, ο θυμός που προκλήθηκε από έναν φόρο στα καύσιμα οδήγησε σε μια γενική διάγνωση, κοινωνική και δημοκρατική ταυτόχρονα: τα κινήματα που συσπειρώνουν ελάχιστα οργανωμένες ομάδες πληθυσμού ευνοούν την ταχύτερη πολιτικοποίησή τους. Αποτέλεσμα ήταν πως ο «λαός» ανακάλυψε ότι «έχει αποστερηθεί το μέλλον του» ενάμιση χρόνο αφότου είχε θέσει επικεφαλής του έναν άνθρωπο που επαιρόταν ότι εξαφάνισε τα δύο κόμματα που, επί σαράντα χρόνια ακριβώς, εναλλάσσονταν στην εξουσία.

Και μετά, ο κορυφαίος του χορού σκόνταψε. Όπως ακριβώς, πριν από εκείνον, είχε συμβεί και με άλλα φωτεινά παραδείγματα της κατηγορίας του –νεαροί κι εκείνοι, χαμογελαστοί, μοντέρνοι: Λοράν Φαμπιούς, Άντονι Μπλερ και Ματέο Ρέντσι, για παράδειγμα. Για τη φιλελεύθερη αστική τάξη η διάψευση είναι τεράστια. Οι προεδρικές εκλογές του 2017 –ένα θαύμα, μια θεία έκπληξη, ένα ανέλπιστα κερδισμένο στοίχημα– της επέτρεψαν να ελπίζει ότι η Γαλλία είχε καταστεί ένα ευτυχισμένο νησί μέσα σε μια ταραγμένη Δύση.

Όταν ο Εμμανουέλ Μακρόν αναλάμβανε καθήκοντα με μουσική υπόκρουση την Ωδή στη Χαρά, το βρετανικό εβδομαδιαίο περιοδικό «The Economist», ιδανικός εκφραστής των αισθημάτων της διεθνούς άρχουσας τάξης, τον παρουσίασε, σαν τον Ιησού, να περπατά επάνω στο νερό, φορώντας ένα θαυμάσιο κοστούμι και με το χαμόγελο στα χείλη.

Το παιδί θαύμα

Η θάλασσα κατάπιε το παιδί-θαύμα, που είχε υπερβολική εμπιστοσύνη στη διαίσθησή του και επεδείκνυε υπερβολική περιφρόνηση απέναντι στην οικονομική κατάσταση των άλλων. Στην προεκλογική εκστρατεία, τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα εμφανίζονται μόνο σαν σκηνικό, συνήθως με σκοπό να εξηγηθεί η επιλογή εκείνων που ψηφίζουν εσφαλμένα. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια οι «παλιοί θυμοί» συσσωρεύονται και προκαλούνται νέοι, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη όσοι δεν αντέχουν άλλο, το «τέρας», όπως το αποκαλεί ο Κριστόφ Καστανέρ, υπουργός Εσωτερικών, μπορεί να πεταχτεί ξαφνικά έξω από το κουτί του (1). Τότε, όλα γίνονται πιθανά.

Το σβήσιμο της αριστερής μνήμης στη Γαλλία εξηγεί για ποιον λόγο επισημάνθηκαν ελάχιστα οι αναλογίες ανάμεσα στο κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» και στις εργατικές απεργίες του Μαΐου-Ιουνίου του 1936. Και τότε υπήρξε η ίδια έκπληξη από μέρους της άρχουσας τάξης μπροστά στις συνθήκες διαβίωσης των εργατών και στην απαίτησή τους για αξιοπρέπεια: «Όλοι εκείνοι για τους οποίους η ζωή του σκλάβου είναι ξένη», εξηγούσε τότε η φιλόσοφος και εργατική ακτιβίστρια Σιμόν Βέιλ, «είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι έπαιξε καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την υπόθεση. Το θέμα, σε αυτό το κίνημα, δεν είναι αυτή ή η άλλη συγκεκριμένη διεκδίκηση, όσο σημαντική κι αν είναι. (…) Το θέμα είναι οι άνθρωποι αυτοί, αφού πάντα υποχωρούσαν, υφίσταντο τα πάντα, υπέμεναν τα πάντα σιωπηλά, για μήνες και για χρόνια, να τολμήσουν να ξανασηκωθούν, να σταθούν όρθιοι. Να έρθει η σειρά τους να μιλήσουν» (2).

Αναφερόμενος αργότερα στις συμφωνίες του Ματινιόν, που γέννησαν τις άδειες μετ’ αποδοχών, την εβδομάδα των σαράντα ωρών και αύξηση στους μισθούς, ο Λεόν Μπλουμ θα μεταφέρει αυτόν τον διάλογο μεταξύ δύο διαπραγματευτών των εργοδοτών: «Άκουσα τον κύριο Ντυσεμέν να λέει στον κύριο Ρισεμόν, ενώ του έδειχναν το ύψος ορισμένων μισθών: “Πώς είναι δυνατό; Πώς μπορέσαμε να αφήσουμε να συμβεί αυτό;”» (3).

Ένα σύμπαν αποξένωσης

Άραγε ο κύριος Μακρόν θα έφτανε στην ίδια συνειδητοποίηση ακούγοντας τα «κίτρινα γιλέκα» να αφηγούνται την καθημερινότητά τους; Αν μη τι άλλο, παραδέχθηκε, με τα μάτια στυλωμένα στον τηλεϋποβολέα, αγχωμένος και αρκετά χλωμός, ότι «η προσπάθεια που τους ζητήθηκε να καταβάλουν ήταν υπερβολικά μεγάλη» κι ότι «δεν ήταν δίκαιο». Η «παιδαγωγική» μπορεί να γίνει διασκεδαστική όταν αλλάζει αποδέκτη.

«Πώς μπορέσαμε να αφήσουμε να συμβεί αυτό;» Ο καθένας γνωρίζει καλύτερα, χάρη στα «κίτρινα γιλέκα», τη σειρά των αδικιών που έχει διαπράξει η παρούσα κυβέρνηση: 5 ευρώ τον μήνα λιγότερα το 2017 για τους δικαιούχους του προσωπικού επιδόματος στέγασης (APL) και, παράλληλα, κατάργηση της προοδευτικής φορολόγησης του κεφαλαίου… Ή κατάργηση του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας (ISF) με ταυτόχρονη μείωση της αγοραστικής δύναμης των συνταξιούχων. Και να μην ξεχάσουμε την πιο ακριβή: τη «λογιστική απλούστευση» της έκπτωσης φόρου για την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα (CICE) που καταβάλλεται στις επιχειρήσεις.

Συνεπώς, του χρόνου, το Δημόσιο Ταμείο θα την καταβάλει δύο φορές στον Μπερνάρ Αρνό, τον πιο πλούσιο άνθρωπο στην Ευρώπη, ιδιοκτήτη της Carrefour και της LVMH και των εφημερίδων «Parisien» και «Les Échos». Αυτό και μόνο το μέτρο θα κοστίσει περίπου 40 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019, δηλαδή 1,8% του ΑΕΠ ή, αν προτιμάτε, πάνω από εκατό φορές το ποσό της μείωσης του επιδόματος στέγασης. Σ’ ένα πεντάλεπτο «βίντεο-κόλαφο», που συνέβαλε στην πυροδότηση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», η Ζακλίν Μουρό ρωτούσε επανειλημμένα τον Μακρόν: «Μα τι τα κάνετε τα λεφτά;» . Να η απάντηση.

Να η απάντηση

Μια εξωφρενική τιμή στη βενζίνη, μερικοί ακόμη πιο λεπτομερείς τεχνικοί έλεγχοι στο αυτοκίνητο –κι όλα ξαναβγήκαν στην επιφάνεια. Οι τράπεζες, που καταβροχθίζουν κέρδη με κάθε πίστωση που χορηγούν, αλλά που, για λόγους οικονομίας, «ανασυγκροτούν» τα υποκαταστήματά τους, δηλαδή τους βάζουν λουκέτο, και μπλοκάρουν τους λογαριασμούς των πελατών όταν, στο τέλος του μήνα, εκδίδουν μια επιταγή χωρίς προηγουμένως να ελέγξουν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Οι ήδη πολύ χαμηλές συντάξεις, τις οποίες η κυβέρνηση απομυζά σαν να είναι το ιδιόκτητό της «σεντούκι με τον θησαυρό».

Οι γυναίκες, που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους και με δυσκολία εισπράττουν το επίδομα διατροφής από τους πρώην συντρόφους τους, συχνά το ίδιο φτωχούς με εκείνες. Τα ζευγάρια, που αναγκάζονται να συγκατοικήσουν, παρά τις προστριβές ανάμεσά τους, καθώς δεν είναι σε θέση να πληρώνουν δύο ενοίκια. Οι νέες υποχρεωτικές δαπάνες για Ίντερνετ, υπολογιστή και κινητό τηλέφωνο, που πληρώνονται όχι για την ευχαρίστηση της παρακολούθησης ταινιών στο Netflix, αλλά επειδή ο «εξορθολογισμός» των υπηρεσιών του Ταχυδρομείου, της εφορίας, του γαλλικού οργανισμού σιδηροδρόμων, μαζί με την εξαφάνιση των τηλεφωνικών θαλάμων, κατέστρεψαν κάθε δυνατότητα να ζήσει κάποιος χωρίς αυτά.

Και τα μαιευτήρια που κλείνουν, τα καταστήματα που αργοσβήνουν, η Amazon που εξαπλώνεται παντού με τις αποθήκες της. Όλο αυτό το σύμπαν κοινωνικής ανομίας, τεχνολογικών περιορισμών, ερωτηματολογίων προς συμπλήρωση, παραγωγικότητας που πρέπει να μετρηθεί, και μοναξιάς επίσης, υφίσταται λίγο-πολύ και εκτός Γαλλίας: επιβάλλεται από πολύ διαφορετικά καθεστώτα και έχει προηγηθεί της εκλογής του Μακρόν. Ωστόσο, στον Γάλλο πρόεδρο φαίνεται πως αρέσει αυτός ο καινούργιος κόσμος και τον έχει κάνει πρότυπό του για την κοινωνία. Αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τον οποίον είναι απεχθής.

Όχι από όλους, εντούτοις: όσοι τα καταφέρνουν καλά στη ζωή, πτυχιούχοι, αστοί, κάτοικοι των μεγαλουπόλεων, μοιράζονται την ίδια αισιοδοξία με εκείνον. Όσο η χώρα είναι ήρεμη –ή απελπισμένη, που είναι το ίδιο πράγμα– ο κόσμος και το μέλλον τούς ανήκουν. Ένα «κίτρινο γιλέκο», ιδιοκτήτης μιας από τις εξοχικές κατοικίες που τη δεκαετία του 1970 αποτελούσαν σύμβολο κοινωνικής ανέλιξης, χαριτολογούσε με πικρία: «Όταν τα αεροπλάνα πετούν σε χαμηλό ύψος επάνω από τον οικισμό μας, σκεφτόμαστε: “Για δες, είναι οι Παριζιάνοι! Αυτοί μπορούν να πάνε διακοπές. Κι από πάνω, μας ρίχνουν και κηροζίνη”» (4).

Παρ’ όλα αυτά, ο Μακρόν μπορεί να υπολογίζει και σε άλλα στηρίγματα πέραν των νομάδων αστών της πρωτεύουσας, συμπεριλαμβανομένων και των δημοσιογράφων. Για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με μια Μεγάλη Βρετανία που επιστρέφει στη νησιωτική απομόνωσή της, μια απρόθυμη Ουγγαρία και μια ανυπάκουη Ιταλία, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη Γαλλία ούτε και μπορεί να την τιμωρήσει όπως την Ελλάδα όταν τα οικονομικά της εκτροχιάζονται. Διότι, όσο εξασθενημένος κι αν είναι, ο Μακρόν εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα τελευταία σταθερά πιόνια στη σκακιέρα της φιλελεύθερης Ευρώπης. Συνεπώς, οι Βρυξέλλες και η Γερμανία θα φροντίσουν να αντέξει.

Η αστική τάξη ξέρει πώς να συνασπίζεται όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντά της

Η ανοχή φτάνει στο σημείο να συγχωρούν στο Παρίσι μερικά θανάσιμα αμαρτήματα. Τέσσερις ημέρες προτού ο Γάλλος πρόεδρος ανακοινώσει πως έκανε δεκτά αρκετά από τα αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων», κάτι που θα οδηγούσε σε μια προς τα άνω αναθεώρηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, πέρα από το ιερό και απαραβίαστο όριο του 3% του ΑΕΠ, ο Ευρωπαίος επίτροπος οικονομικών και δημοσιονομικών υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί, αντί να τον επιπλήξει και να τον απειλήσει, με την ελπίδα να τον αποθαρρύνει από την επίδειξη μιας τέτοιας άφρονος απρονοησίας, δήλωσε ότι δεν βλέπει κανένα μειονέκτημα σε αυτό: «Ο δικός μου ρόλος, ως θεματοφύλακα του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, δεν είναι να λέω στη μία ή στην άλλη χώρα “Οφείλετε να περικόψετε αυτήν ή την άλλη κοινωνική δαπάνη, να επιβάλετε αυτόν ή τον άλλον φόρο”. (…) Αυτός ο κανόνας του 3% δεν είναι ο σπουδαιότερος.

Ο Ζεράλντ Νταρμανέν [υπουργός Προϋπολογισμού της Γαλλίας] είπε, το άκουσα: “2,9 ή 3,1 δεν είναι η κόλαση ή ο παράδεισος”. Δεν έχει άδικο επ’ αυτού, εναπόκειται στη Γαλλία να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Εγώ δεν πρόκειται να πω σήμερα: “Η Γαλλία απειλείται με κυρώσεις, έχει εξέλθει από τη διαδικασία του ελλείμματος”» (France Inter, 6 Δεκεμβρίου 2018). Θα συνιστούσαμε μετ’ επιτάσεως στους Ισπανούς, στους Ιταλούς και στους Έλληνες να μεταφράσουν αυτά τα λόγια. Και θα προτείναμε σε μια επόμενη κυβέρνηση της Γαλλίας, της οποίας η εθνική οικονομική κυριαρχία θα αμφισβητείται σε μεγαλύτερο βαθμό και οι δημοσιονομικές αποκλίσεις θα είναι λιγότερο αποδεκτές, να κρατήσει στα αρχεία της ένα αντίγραφο αυτών των δηλώσεων.

«Σε στιγμές κρίσης, οι λογαριασμοί είναι δευτερεύουσας σημασίας», υποστήριξε ο Μακρόν ενώπιον των βουλευτών της πλειοψηφίας του, προκειμένου να δικαιολογήσει το επιπρόσθετο έλλειμμα δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, την ύπαρξη του οποίου μόλις είχε αποδεχθεί. Και η Άνγκελα Μέρκελ υποστήριξε σχεδόν άμεσα την οπισθοχώρηση του συναδέλφου της, η οποία στόχευε, κατά την ίδια, «να ανταποκριθεί στα παράπονα του κόσμου». Η δεξιά γαλλική αντιπολίτευση έσπευσε επίσης να καλέσει σε τερματισμό των διαδηλώσεων. Η αστική τάξη, που έχει αντίληψη των συμφερόντων της, ξέρει πώς να συνασπίζεται όταν αυτά κινδυνεύουν.

Μάλιστα, προκειμένου να επιτευχθεί «η διάσωση του στρατιώτη Μακρόν», η εργοδοσία ενθάρρυνε τις επιχειρήσεις να καταβάλουν ένα έκτακτο πριμ στους εργαζόμενούς τους –με τον πρόεδρό της να φθάνει στο σημείο να διακηρύξει αύξηση του βασικού μισθού! Και τα μέσα ενημέρωσης έπαψαν να χλευάζουν μια απελπισμένη κυβέρνηση. Ένας οικονομολόγος και ένας πολιτικός αναλυτής, και οι δύο με καλές διασυνδέσεις, τα είχαν προειδοποιήσει: «Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να θυμούνται ότι δεν είναι απλοί παρατηρητές, αλλά αποτελούν μέρος των ελίτ, των οποίων ο ρόλος είναι επίσης να προστατεύουν τη χώρα από το χάος» (5).

Μήνυμα που ελήφθη από τον κεντρικό αρθρογράφο της «Figaro» μετά την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας: «Για την ώρα, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας διαφύλαξε το ουσιώδες. (…) Τα ευνοϊκά προς τις επενδύσεις φορολογικά μέτρα (μερική κατάργηση του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ενιαίος φόρος επί των αποταμιεύσεων…) έχουν διατηρηθεί, όπως και οι μειώσεις των τελών και των έμμεσων φόρων που βάρυναν τις επιχειρήσεις. Αρκεί όλα αυτά να διαρκέσουν!» (6).

Απόλυτη δυσπιστία απέναντι στους συνήθεις διαύλους εκπροσώπησης

Δεν θα αποκλείαμε το ενδεχόμενο αυτή η ευχή να εισακουστεί. Η κυβέρνηση κλονίστηκε, αλλά δεν έπεσε. Ορθοπόδησε, προστατευμένη από τους θεσμούς της Πέμπτης Δημοκρατίας και από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα παραμείνει ακόμη πιο πιστή σε αυτήν, καθώς της οφείλει τα πάντα. Κατέστησε επίσης σαφές ότι ο κατ’ όνομα φιλελευθερισμός της δεν θα την εμπόδιζε να αναπτύξει τεθωρακισμένα οχήματα στο Παρίσι και να συλλάβει προληπτικά εκατοντάδες διαδηλωτές (1.723 στις 8 Δεκεμβρίου), πράγμα που είχε ήδη κάνει τις προηγούμενες δύο εβδομάδες.

Δεν δίστασε ούτε να διασπείρει φόβο –τα Ηλύσια έκαναν αναφορά σε έναν «σκληρό πυρήνα» που ήρθε στο Παρίσι «για να σκοτώσει»– ούτε να επικαλεστεί την ύπαρξη μιας ξένης συνωμοσίας –ρωσικής, εννοείται. Και τέλος, ο Μακρόν, προτάσσοντας ο ίδιος το «ζήτημα της μετανάστευσης», πιστοποίησε τη ροπή του προς τον πολιτικό κυνισμό.

Επίσης, η κυβέρνηση μπορεί να υπερισχύσει εξαιτίας της αδυναμίας των «κίτρινων γιλέκων» να λάβουν επαρκώς υπ’ όψη τη διεθνή οικονομική τάξη. Οι «αυτοκρατορικές» μεγαλοστομίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, η στενή του σχέση με το οικονομικό και πολιτιστικό σύμπαν των πλουσίων, όντως καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση ότι η πολιτική του ήταν αποτέλεσμα προσωπικής ιδιοτροπίας και ότι είχε την ευχέρεια να την αλλάξει ριζικά χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση όλων των ειδών τις δικλείδες ασφαλείας.

Ωστόσο, η Γαλλία δεν διαθέτει πλέον το νόμισμά της, οι δημόσιες υπηρεσίες της υπόκεινται στην ευρωπαϊκή πολιτική του ανταγωνισμού, ο προϋπολογισμός της ελέγχεται γραμμή προς γραμμή από τους Γερμανούς αρμοδίους και οι εμπορικές συμφωνίες της διαπραγματεύονται στις Βρυξέλλες. Μολαταύτα, στον κατάλογο των σαράντα δύο αιτημάτων που διαδόθηκαν περισσότερο από τα «κίτρινα γιλέκα», ο όρος «Ευρώπη» και το επίθετο «ευρωπαϊκός» δεν αναφέρονται ούτε μία φορά.

Προνόμια των υπουργών

Ομοίως, οι καταληψίες των κυκλοφοριακών κόμβων και οι υποστηρικτές τους φαίνεται πως επικεντρώνουν τις διαμαρτυρίες τους περισσότερο στον αριθμό των βουλευτών και στα προνόμια των υπουργών, παρά στην αδυναμία των κυβερνώντων τους. Διότι, όπως παρατηρήσαμε πρόσφατα στην περίπτωση της Ford, ο επικεφαλής μιας αμερικάνικης πολυεθνικής μπορεί να αρνηθεί να πάρει τηλέφωνο έναν Γάλλο υπουργό, ακόμη κι αφού η εταιρεία του έχει ανακοινώσει το κλείσιμο ενός εργοστασίου στην Μπλανκφόρ, κοντά στο Μπορντώ, και την εξώθηση των 850 εργαζομένων του στην ανεργία (7).

Είκοσι χρόνια πριν, αναλύοντας το κίνημα των ανέργων τον χειμώνα 1997-1998, ο Πιέρ Μπουρντιέ διέκρινε σε αυτό ένα «κοινωνικό θαύμα», η πρώτη επιτυχία του οποίου ήταν η ίδια η ύπαρξή του: «Βγάζει τους ανέργους και, μαζί μ’ αυτούς, όλους τους επισφαλώς εργαζόμενους, που ο αριθμός τους καθημερινά αυξάνεται, από την αφάνεια, από την απομόνωση, από τη σιωπή, με δυο λόγια από την ανυπαρξία» (8).

Η εμφάνιση των «κίτρινων γιλέκων», το ίδιο «θαυματουργή» και πολύ ισχυρότερη, καταδεικνύει τη σταδιακή φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού. Φανερώνει επίσης ένα αίσθημα απόλυτης δυσπιστίας, σχεδόν αηδίας, απέναντι στους συνήθεις διαύλους εκπροσώπησης: το κίνημα δεν έχει ούτε επικεφαλής ούτε εκπροσώπους, απορρίπτει τα κόμματα, κρατάει σε απόσταση τα συνδικάτα, αγνοεί τους διανοούμενους, πολεμά τα μέσα ενημέρωσης. Εξ ου, πιθανώς, και η δημοφιλία του, που διατήρησε ακόμη και μετά από βίαια επεισόδια, από τα οποία θα επωφελούνταν οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση. Θα μπορούσε επίσης να προτάξει την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεών του. Ποιος είναι σε θέση να πει το ίδιο τα τελευταία δέκα χρόνια, εκτός από τους κατόχους μεγάλης περιουσίας;

Θα ήταν ανώφελο να ισχυριστούμε ότι είμαστε σε θέση να προβλέψουμε το μέλλον ενός κινήματος τόσο πολιτισμικά ξένου στην πλειοψηφία και εκείνων που γράφουν αυτή την εφημερίδα και εκείνων που την διαβάζουν. Οι πολιτικές απόψεις του είναι ακαθόριστες, ενώ ο ετερόκλητος χαρακτήρας του, που συνέβαλε στην απήχησή του, απειλεί τη συνοχή και τη δύναμή του: η συμφωνία μεταξύ εργατών και μεσαίας τάξης επέρχεται ευκολότερα όταν πρόκειται για την απόρριψη ενός έμμεσου φόρου στα καύσιμα ή την κατάργηση του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, παρά όταν μια αναπροσαρμογή του βασικού μισθού προκαλεί τον φόβο της αύξησης των εισφορών σε έναν μικροεπιχειρηματία ή σε έναν βιοτέχνη.

Εντούτοις, πιθανώς να υπάρχει ένα συνδετικό υλικό, καθώς πολλά από τα αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων» είναι απόρροια των μετασχηματισμών του καπιταλισμού: ανισότητες, μισθοί, φορολόγηση, παρακμή των δημόσιων υπηρεσιών, τιμωρητική χρήση της οικολογίας, κλείσιμο υπηρεσιών στην περιφέρεια, υπερεκπροσώπηση πτυχιούχων από την αστική τάξη στα πολιτικά κλιμάκια και στα ΜΜΕ κ.λπ.

Δύο πλευρές της Αριστεράς που αλληλοαγνοούνται

Το 2010, ο δημοσιογράφος Φρανσουά Ρουφέν κατέγραφε την εικόνα δύο διαδηλώσεων προοδευτικών δυνάμεων, που συναντήθηκαν την ίδια μέρα στην Αμιέν χωρίς να ενωθούν. Από την μια πλευρά, μια πορεία των εργατών της Goodyear. Από την άλλη, μια διαδήλωση οπαδών της αντι-παγκοσμιοποίησης ενάντια σε έναν αντιφεμινιστικό νόμο στην Ισπανία. «Είναι σαν δύο κόσμοι, που τους χωρίζουν μόλις έξι χιλιόμετρα, να γυρνούν ο ένας την πλάτη στον άλλον. Χωρίς δυνατότητα συνένωσης μεταξύ των “σκληρών” των εργοστασίων και, όπως τους χαρακτήρισε ειρωνικά ένας εργάτης, “των αστών του κέντρου που κάνουν τον περίπατό τους”» (9), έγραφε ο Ρουφέν.

Την ίδια στιγμή, ο κοινωνιολόγος Ρικ Φαντέζια επεσήμαινε κι ο ίδιος την ύπαρξη, στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ, «δύο πλευρών της Αριστεράς που αλληλοαγνοούνται»: η μία αποτελούμενη από ακτιβιστές χωρίς πολιτική προοπτική, η άλλη από ρεαλιστές χωρίς θέληση για δράση (10). Ακόμη κι αν τα ρήγματα της Αμιέν και του Ντιτρόιτ δεν αλληλοεπικαλύπτονται τελείως, παραπέμπουν στο αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα σ’ ένα λαϊκό σύμπαν, που δέχεται πλήγματα και προσπαθεί να τα ανταποδώσει, και σε έναν κόσμο αμφισβήτησης, που εμπνέεται (υπερβολικά;) συχνά από διανοούμενους, των οποίων ο χάρτινος ριζοσπαστισμός δεν παρουσιάζει κανέναν κίνδυνο για την κοινωνική τάξη. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» υπενθύμισε, με τον τρόπο του, και αυτό το διαζύγιο. Δεν εναπόκειται μόνο στο ίδιο να επανορθώσει…

  1. «Un monstre qui est né de colères anciennes», Christophe Castaner, Brut, 8 Δεκεμβρίου 2018, https://brut.live/fr
  2. Simone Weil, «La vie et la grève des ouvrières métallos», «La Révolution prolétarienne», Παρίσι, 10 Ιουνίου 1936.
  3. Αναφέρεται στο «Quand la gauche essayait. Les leçons du pouvoir (1924, 1936, 1944, 1981)», Agone, Μασσαλία, 2018.
  4. Αναφέρεται από τις Marie-Amélie Lombard-Latune και Christine Ducros, στο «Derrière les “gilets jaunes”, cette France des lotissements qui peine», «Le Figaro», Παρίσι, 26 Νοεμβρίου 2018.
  5. Elie Cohen και Gérard Grunberg, «Les Gilets jaunes: une double régression», Telos, 7 Δεκεμβρίου 2018, www.telos-eu.com
  6. Gaëtan de Capèle, «L’heure des comptes», «Le Figaro», 11 Δεκεμβρίου 2018.
  7. Πρβλ. τη συλλογή «Ford Blanquefort même pas mort!», Libertalia, Μοντρέιγ, 2018.
  8. Pierre Bourdieu, «Contre-feux», Raisons d’agir, Παρίσι, 1998.
  9. François Ruffin, «Dans la fabrique du mouvement social», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2010.
  10. Rick Fantasia, «Ces deux gauches américaines qui s’ignorent», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2010.

 

*O Serge Halimi είναι διευθυντής της Le Monde Diplomatique


Πηγή: Le Monde Diplomatique