Ο λαϊκισμός είναι πρόβλημα. Οι ελιτιστές τεχνοκράτες δεν είναι η λύση (Μέρος Β')

-
22

της Sheri Berman  - 

Η μεγαλύτερη αιτία για τα προβλήματα της δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι η ολοένα αυξανόμενη οικονομική ανισότητα. Μια έρευνα των Πίτερ Λίντερτ και Τζέρφι Ουίλιαμσον έδειξε ότι οι ΗΠΑ, όταν ιδρύθηκαν, αποτελούσαν την κοινωνία με την μεγαλύτερη ισότητα σε όλον τον κόσμο. Από όλους τους Αμερικανούς, συμπεριλαμβανομένων και των σκλάβων, το πλουσιότερο 1% κατείχε μόνο το 8,5% του συνολικού εισοδήματος. Σήμερα, η τιμή αυτή βρίσκεται περίπου στο 20%.

Αν χρησιμοποιήσουμε ως βάση υπολογισμού τον πλούτο και όχι το εισόδημα, τότε το πλουσιότερο 1% του αμερικανικού πληθυσμού κατέχει σχεδόν το 40% του συνολικού πλούτου. Αν επίσης χρησιμοποιήσουμε τον συντελεστή Gini, που είναι ο πιο κοινός τρόπος υπολογισμού ανισότητας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η κοινωνία των ΗΠΑ είναι πιο άνιση σήμερα από όσο ήταν ο δουλοκτητικός αμερικανικός Νότος και η πιο άνιση από όλες τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά δημοκρατίες.

Υπήρξε επίσης και μια δραματική κατάρρευση της μεσαίας τάξης, η οποία θεωρείτο ως το θεμέλιο της αμερικανικής δημοκρατίας. Σύμφωνα με το κέντρο ερευνών Pew, το μέγεθος της μεσαίας τάξης έχει μειωθεί σημαντικά, σε σχέση με την ανώτερη και την κατώτερη τάξη, ενώ το μερίδιό της στο εθνικό εισόδημα έπεσε από το 62%, το 1970, στο 43%, το 2015. Κάνοντας την κατάσταση ακόμα χειρότερη, η ανισότητα γίνεται ολοένα και περισσότερο κληρονομική και η άνοδος της έχει περιορίσει την κοινωνική κινητικότητα. Τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε μόνο μείωση της ισότητας του αποτελέσματος αλλά και μείωση της ισότητας στις ευκαιρίες.

Οι ιδρυτές της Αμερικανικής Δημοκρατίας ήξεραν

Τον καιρό της Αμερικανικής Επανάστασης, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν πλησίασε στο να γίνει δημοκρατική. Οι ιδρυτές του αμερικανικού έθνους κατάλαβαν ότι η δημοκρατία εξαρτάται από την ισότητα στις συνθήκες διαβίωσης και την παρουσία μιας ισχυρής μεσαίας τάξης. Ο Τζων Άνταμς, για παράδειγμα, διακήρυξε ότι «η ισορροπία δυνάμεων σε μια κοινωνία συμβαδίζει με την ισορροπία ιδιοκτησίας». Άλλοι σχολιαστές διαπίστωσαν την σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική και οικονομική ισότητα.

Ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ ξεκινάει το κλασσικό του έργο «Η Δημοκρατία στην Αμερική», επισημαίνοντας ότι το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της Αμερικής ήταν η «ισότητα των συνθηκών». Στον λαό της Αμερικής, έγραφε ο Τοκβίλ, επικρατεί «μεγαλύτερη ισότητα περιουσίας από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα» και συμπλήρωνε ότι αυτή η ισότητα εξασφαλίζει την επιτυχία της αμερικανικής δημοκρατίας. «Όταν κυβερνάνε μόνο οι πλούσιοι, τα συμφέροντα των φτωχών τίθενται πάντα σε κίνδυνο. Και όταν μόνο οι φτωχοί φτιάχνουν νόμους, διακινδυνεύονται σοβαρά τα συμφέροντα των πλουσίων».

Η σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει τις απόψεις του Άνταμς και του Τοκβίλ για την σύνδεση ανάμεσα στην οικονομική ισότητα και την επιτυχία των δημοκρατικών κυβερνήσεων. Διάφοροι πολιτικοί επιστήμονες έχουν δείξει ότι στις ΗΠΑ, οι οικονομικές ελίτ και οι οργανωμένες ομάδες που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους, ασκούν τεράστια επιρροή στην διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Από την άλλη μεριά, οι φτωχότεροι Αμερικανοί και οι ομάδες που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους δεν έχουν ουσιαστικά καμία επιρροή στην κυβέρνηση. Όταν οι εύποροι στηρίζουν μια πολιτική, αυτή υιοθετείται σε ποσοστό 46% των περιπτώσεων.

Όταν μόνο η μεσαία τάξη υποστηρίζει μια πολιτική, αυτή υιοθετείται σε ποσοστό 24% των περιπτώσεων. Δεδομένων των ελέγχων και ισορροπιών που υπάρχουν στο αμερικανικό σύστημα, ίσως δεν προκαλεί έκπληξη το ότι οι εύποροι είναι πιο αποτελεσματικοί στο να μπλοκάρουν πολιτικές που τους δυσαρεστούν, όπως η υψηλότερη φορολογία, παρά στο να πετυχαίνουν την εφαρμογή πολιτικών που τους ικανοποιούν. Όταν μια πολιτική συναντά την σθεναρή αντίθεση των πλουσίων (αλλά όχι της μεσαίας τάξης), υιοθετείται μόνο στο 4% των περιπτώσεων.

Αν η δημοκρατία ορίζεται ως ένα σύστημα όπου η κυβερνητική πολιτική αντανακλά την συλλογική βούληση των μέσων πολιτών και όχι μιας μικρής μερίδας τους, τότε ίσως οι ΗΠΑ σήμερα είναι περισσότερο μια ολιγαρχία. Όπως υποστηρίζουν οι ακαδημαϊκοί Μαρτίν Ζιλένς και Μπέντζαμιν Πέιτζ, στις ΗΠΑ η πλειοψηφία δεν κυβερνά, τουλάχιστον όχι με την έννοια της ουσιαστικής επιρροής στον καθορισμό πολιτικής δράσης.

Και οι Αμερικανοί γνωρίζουν τι έχει συμβεί. Οι έρευνες αποκαλύπτουν ότι τουλάχιστον τα 3/4 των πολιτών πιστεύουν ότι οι πλούσιοι και οι εταιρίες έχουν δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στην πολιτική. Ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό θεωρεί ότι το χρήμα στην πολιτική είναι υπεύθυνο για τις πολιτικές δυσλειτουργίες. Ίσως οι πολίτες χαμηλού εισοδήματος γνωρίζουν πόσο μικρή πολιτική επιρροή έχουν και γι αυτό συμμετέχουν ολοένα και λιγότερο σε κάθε στάδιο της πολιτικής διαδικασίας (π.χ ψηφοφορία, επικοινωνία με τους υποψήφιους, συμμετοχή σε προεκλογικές εκστρατείες και συγκεντρώσεις).

Δεν ισχύει βέβαια το ίδιο με τους πολίτες υψηλών εισοδημάτων. Το επικίνδυνο όμως είναι ότι η οξυνόμενη ανισότητα συνδέεται στενά με την αυξανόμενη απογοήτευση από την δημοκρατία. Οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι – πολλοί από τους οποίους στο παρελθόν ψήφιζαν σπάνια ή και ποτέ – παρείχαν μια έτοιμη δεξαμενή ψήφων για τους λαϊκιστές πολιτικούς και τα κόμματά τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.

Οι ιδιαιτερότητες του προβλήματος στην Ευρώπη

Στην Ευρώπη, υπήρξαν δύο επιπλέον λόγοι για την δημοκρατική αποσύνθεση. Ο πρώτος είναι η παρακμή των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, τα πολιτικά κόμματα ήταν γενικά περισσότερο ισχυρά στην Ευρώπη, παρά στις ΗΠΑ. Είχαν σαφή κομματικά προφίλ, υψηλά επίπεδα συμμετοχής και αφοσίωσης των οπαδών τους και ισχυρούς δεσμούς με άλλες οργανώσεις, όπως τα συνδικαλιστικά σωματεία.

Παρόλα αυτά, τις τελευταίες δεκαετίες, τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα έχουν αποδυναμωθεί, η συμμετοχή έχει μειωθεί, τα δίκτυα ακτιβιστών υπολειτουργούν και η αφοσίωση των ψηφοφόρων έχει ελαττωθεί. Όλα αυτά μεταφράζονται σε υψηλά επίπεδα εναλλαγής ψήφων και αυξημένη κομματική αποδέσμευση. Όπως το έθεσε ο Πίτερ Μάιρ, ο οποίος ίσως είναι ο πιο διορατικός αναλυτής των ευρωπαϊκών πολιτικών συστημάτων: «Παρόλο που τα κόμματα εξακολουθούν να υπάρχουν, έχουν αποσυνδεθεί τόσο πολύ από την ευρύτερη κοινωνία και ακολουθούν μια μορφή ανταγωνισμού τόσο πολύ ανούσια, ώστε δεν φαίνονται πλέον ικανά να συντηρήσουν την δημοκρατία».

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που υπονομεύει την δημοκρατία στην Ευρώπη είναι η ΕΕ. Η ΕΕ είναι περισσότερο μια τεχνοκρατία παρά μια δημοκρατία. Σχεδιάστηκε ως μια προστατευμένη σφαίρα χάραξης πολιτικής, ελεύθερη από άμεσες δημοκρατικές πιέσεις. Όπως το έθεσε μια οξυδερκής σχολιάστρια της πολιτικής της ΕΕ, η Κάθλιν ΜακΝαμάρα «η ΕΕ περισσότερο κυβερνά παρά αντιπροσωπεύει». Κρίσιμες αποφάσεις από μη εκλεγμένους τεχνοκράτες της Ε.Ε λαμβάνονται χωρίς καμία άμεση συμμετοχή από τους πολίτες, οι οποίοι φυσικά δεν έχουν την δυνατότητα να καθαιρέσουν τους τεχνοκράτες, αν οι αποφάσεις τους αποδειχθούν μη δημοφιλείς ή αντιπαραγωγικές.

Τα τελευταία χρόνια, η χάραξη πολιτικής περνά ολοένα και περισσότερο στην αρμοδιότητα των Βρυξελλών, περιορίζοντας τις εξουσίες και τα όργανα που έχουν στην διάθεση τους οι εθνικές δημοκρατικές κυβερνήσεις. Αυτή η υπονόμευση της εθνικής δημοκρατίας έγινε ιδιαίτερα οξεία και αισθητή κατά την οικονομική κρίση του 2008. Ήταν τότε που η έλλειψη ελέγχου των ευρωπαϊκών χωρών πάνω στο δικό τους νόμισμα, έκανε δυσκολότερη την αντιμετώπιση των οικονομικών προκλήσεων. Την ίδια στιγμή, η ΕΕ λάμβανε αποφάσεις με τεράστιες διανεμητικές συνέπειες, όπως η επιβολή λιτότητας σε πολλά κράτη-μέλη της, χωρίς άμεση συμμετοχή από τους ψηφοφόρους ή τα κόμματα που τους αντιπροσωπεύουν σε εθνικό επίπεδο.

Το ελληνικό παράδειγμα

Πράγματι, κατά την διάρκεια της κρίσης, δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες στην Ιταλία και την Ελλάδα, αντικαταστάθηκαν από πολιτικούς οι οποίοι ήταν πιο πρόθυμοι να περάσουν τα μέτρα λιτότητας που ήθελε η ΕΕ. Το 2011 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι απομακρύνθηκε από την πρωθυπουργία μέσω ενός κοινοβουλευτικού ελιγμού και αντικαταστάθηκε από τον Μάριο Μόντι, έναν πρώην επίτροπο της ΕΕ. Στην Ελλάδα, ο Γιώργος Παπανδρέου αποπέμφθηκε, αφού ανακοίνωσε την πρόθεσή του για διεξαγωγή δημοψηφίσματος, σχετικά με τους όρους της οικονομικής διάσωσης, και αντικαταστάθηκε από τον Λουκά Παπαδήμο, έναν πρώην διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας.

Το 2015, η δημοκρατικά εκλεγμένη αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας, αναγκάστηκε να αγνοήσει το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος και να αθετήσει τις υποσχέσεις της, εξαιτίας των απειλών που δέχτηκε από την ΕΕ για έναν οικονομικό Αρμαγγεδώνα. Ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιουνγκέρ, εξέφρασε αργότερα την μεταμέλειά του για πολλές από εκείνες τις ενέργειες, κριτικάροντας την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, «είχε αμαρτήσει κατά της αξιοπρέπειας των χωρών που βρίσκονταν σε πρόγραμμα οικονομικής διάσωσης».

Οι διάφορες κρίσεις στην Ευρωζώνη κατέδειξαν ότι η φθίνουσα ικανότητα των παραδοσιακών κομμάτων και των ελίτ να ανταποκριθούν στα παράπονα και τις απαιτήσεις των πολιτών τους, διόγκωσαν εκείνα τα προβλήματα που συχνά θεωρούνται ως αιτίες για την άσχημη κατάσταση της Δύσης (άναρχη παγκοσμιοποίηση, αύξηση των ανισοτήτων, μείωση της κοινωνικής κινητικότητας, διευρυνόμενες κοινωνικές και πολιτιστικές διακρίσεις κ.α). Η άνοδος των λαϊκίστικων κομμάτων ήταν μια άμεση συνέπεια αυτής της ανικανότητας. Δεν ήταν αποτέλεσμα υπερβολικής δημοκρατίας, όπως κάποιοι μελετητές διατείνονται. Το πρόβλημα είναι κάτι το τελείως αντίθετο: η πολύ λίγη δημοκρατία.

Α' Μέρος

Γ΄Μέρος


Πηγή: Foreign Policy