Το ΝΑΤΟ χτίζει αυτοκρατορία και όχι ο Πούτιν

-
16

του Peter Hitchins*  - 

Έστω για μία φορά, ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε αυτό το επιχείρημα με ανοιχτό μυαλό, βασιζόμενοι σε μαθηματικά και γεωγραφικά στοιχεία και χωρίς να χρησιμοποιήσουμε βαρείς χαρακτηρισμούς. Δύο μεγάλες δυνάμεις έχουν έρθει αντιμέτωπες. Μία από αυτές, η Ρωσία, εγκατέλειψε τον έλεγχο μιας πολύτιμης περιοχής 700.000 τετραγωνικών μιλίων. Η άλλη μεγάλη δύναμη, η ΕΕ, απέκτησε τον έλεγχο 400.000 από τα παραπάνω τετραγωνικά μίλια. Ποια από τις δύο επεκτάθηκε;

Απομένουν 300.000 τετραγωνικά μίλια ουδέτερου εδάφους ανάμεσα τους, τα περισσότερα εκ των οποίων στην Ουκρανία. Από την οπτική γωνία της Μόσχας αυτό είναι ήδη μία σοβαρή ανεπανόρθωτη απώλεια. Όπως έγραψε το 1997 ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, ένας από τους πιο δαιμόνιους «πολεμιστές» της ψυχροπολεμικής περιόδου:

«Η Ουκρανία είναι ένας γεωπολιτικός άξονας γιατί η ίδια η ύπαρξή της ως ανεξάρτητο κράτος βοηθάει στο να μεταμορφωθεί η Ρωσία. Χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία παύει να είναι μια ευρασιατική αυτοκρατορία».

Αυτή η ελαττωμένη Ρωσία, νιώθει την εξάπλωση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, του στρατιωτικού της σκέλους, σαν ένα χτύπημα σε μια πληγή που δεν έχει ακόμα επουλωθεί. Τον Φεβρουάριο του 2007, για παράδειγμα, ο Βλαντιμ Πούτιν διερωτήθηκε με δυσθυμία: «Εναντίον τίνος επιχειρείται αυτή η επέκταση»;

Ποτέ δεν άκουσα μια ξεκάθαρη απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Η ΕΣΣΔ, για την αντιμετώπιση της οποίας ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ, έπαψε να υπάρχει τον Αύγουστο του 1991. Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός του ΝΑΤΟ σήμερα; Γιατί εξακολουθεί να υπάρχει; Δεν υπάρχει κάποια προφανής ανάγκη για ένα αντίπαλο δέος στην μετα-σοβιετική Ευρώπη. Ακόμα κι αν η Ρωσία ήθελε να ανακτήσει την χαμένη της αυτοκρατορία, όπως κάποιοι πιστεύουν (μια πεποίθηση για την οποία δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία), είναι πολύ αδύναμη και πολύ φτωχή για να το κατορθώσει.

Γιατί δεν μπαίνει στην ΕΕ

Γιατί λοιπόν δεν προσκαλείται η Ρωσία να ενταχθεί στις μεγάλες δυτικές συμμαχίες; Αλίμονο, είναι προφανές σε όλους, παρόλο που δεν έχει διατυπωθεί ευθέως. Η Ρωσία δεν μπορεί να ενταχθεί ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην ΕΕ, γιατί και μόνο με το μέγεθός της θα ανέτρεπε τις υπάρχουσες ισορροπίες και στους δύο αυτούς συνασπισμούς. Υπάρχουν πολλοί δυνατοί τρόποι να αντιμετωπιστεί κάτι τέτοιο. Ένας από αυτούς θα ήταν η συνετή αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης δύναμης, σε συνδυασμό με την κατανόηση του ότι η Ρωσία έχει επανειλημμένη εμπειρία από εισβολές, χωρίς να διαθέτει σύνορα που μπορεί να προστατευτούν εύκολα.

Δεν κάνουμε όμως κάτι τέτοιο. Αντ’ αυτού έχουμε μια θορυβώδη ψευτο-ηθική σταυροφορία η οποία δεν θα άντεχε ούτε πέντε λεπτά σοβαρής αντιπαράθεσης. Το κράτος του κυρίου Πούτιν είναι χωρίς αμφιβολία μια απαίσια τυραννία. Το ίδιο όμως είναι και το καθεστώς του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το οποίο φυλακίζει πολύ περισσότερους δημοσιογράφους από ό, τι η Ρωσία. Η Τουρκία είναι επίσημα ένα σεβαστό μέλος του ΝΑΤΟ, 40 χρόνια μετά την κατάληψη της βόρειας Κύπρου, την οποία εξακολουθεί να κατέχει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία.

Αν ο Πούτιν μας προκαλεί τόσο μεγάλο αποτροπιασμό, τότε γιατί εμείς και οι ΗΠΑ συνεργαζόμαστε τόσο πρόθυμα με τον Ερντογάν και καλοπιάνουμε την Σαουδική Αραβία και την Κίνα;

Η «επέκταση προς ανατολάς» και ο νέος ψυχρός πόλεμος

Αντίθετα με τον διαδεδομένο μύθο, η επέκταση της ΕΕ στον πρώην κομμουνιστικό κόσμο δεν έφερε ως δια μαγείας ειρήνη για όλους, αγάπη και ευημερία. Η οικονομία της Κροατίας χειροτέρεψε από την ένταξή της και μετά. Η διαφθορά εξακολουθεί να υπάρχει σε πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν σχετικά πρόσφατα στην ΕΕ και δεν είμαι σίγουρος ότι σε αυτές έχει εγκαθιδρυθεί ένα σωστό κράτος δικαίου. Η πεποίθηση λοιπόν ότι η ένταξη της Ουκρανίας στην Δύση θα μετατρέψει δια μαγείας αυτό το ταραγμένο έθνος σε έναν ηλιόλουστο παράδεισο ελευθερίας, χρηστότητας και ευημερίας, είναι ίσως λίγο ιδεαλιστική, για να μην πούμε λανθασμένη.

Όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα αν συνειδητοποιήσουμε πως η διαμάχη είναι για την δύναμη και τα εδάφη και όχι για την αρετή. Στην πραγματικότητα, η επέκταση του ΝΑΤΟ προς την ανατολή προκλήθηκε ως έναν βαθμό από την αρχική απροθυμία της ΕΕ να δεχτεί στους κόλπους της σαν πρόσφυγες τις υπανάπτυκτες, χρεωκοπημένες και μαστιζόμενες από την διαφθορά χώρες του παλιού Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Η πολιτική αυτή θα μπορούσε να συνοψιστεί στο «Δεν θα σας αγοράσουμε τομάτες αλλά, αν αυτό σας χαροποιεί, μπορείτε να βρείτε καταφύγιο κάτω από την πυρηνική μας ομπρέλα». Η υπόσχεση ήταν μια κενή εγγύηση εναντίον μιας ανύπαρκτης απειλής. Όμως αυτό που ξεκίνησε ως ένας τυχαίος διακανονισμός εξελίχθηκε σε μια πραγματική αντιπαράθεση.

Όσο πιο νωχελική παρέμενε η Ρωσία, τόσο περισσότερο οι ενέργειές της ερμηνεύονταν ως επιθετικές από την Δύση. Ο Μπόρις Γιέλτσιν επέτρεψε στα δυτικά συμφέροντα να βιάσουν την χώρα του και έπραξε ελάχιστα για να διατρανώσει την ρωσική δύναμη. Έτσι, παρόλο που βομβάρδισε το ίδιο το κοινοβούλιό του, διεξήγαγε έναν απαίσιο πόλεμο στην Τσετσενία, εκτόξευσε την διαφθορά σε ολυμπιακά επίπεδα και έστησε αναίσχυντα την επανεκλογή του, παρέμενε ένας δημοφιλής καλεσμένος στις πρωτεύουσες και τις συνόδους κορυφής της Δύσης.

Αντίθετα, οι παρόμοιες αμαρτίες του Βλαντίμιρ Πούτιν παρέχουν πρόσχημα για εξοστρακισμό και άστοχες ιστορικά συγκρίσεις μεταξύ εκείνου και του Χίτλερ.

Εμπόδιο στα σχέδια της Δύσης

Αυτό γίνεται εξαιτίας της ολοένα και μεγαλύτερής του αφοσίωσης στην ενίσχυση της ρωσικής κυριαρχίας και μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο παρελθόν υπήρξαν πολλοί καυγάδες και φασαρίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, χωρίς να φταίει πάντα η Ρωσία. Ο νέος όμως ψυχρός πόλεμος άρχισε το 2011, όταν ο κύριος Πούτιν τόλμησε να εμποδίσει τα σχέδια της Δύσης και της Σαουδικής Αραβίας στην Συρία. Ο Τζώρτζ Φρίντμαν, ο γνωστός Αμερικανός ειδικός σε θέματα ασφάλειας και πληροφοριών, πιστεύει ότι η Ρωσία υποτίμησε σοβαρά το μένος που θα προκαλούσε αυτό στην Αμερική.

Όπως δήλωσε πρόσφατα ο κύριος Φρίντμαν στην εφημερίδα της Μόσχας Kommersant «Ήταν τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες έριξαν μια ματιά στην Ρωσία και σκέφτηκαν ότι αυτό που θα ήθελε λιγότερο από όλα (η Ρωσία) ήταν η αστάθεια στην Ουκρανία».

Ο κύριος Φρίντμαν (ο οποίος δεν είναι ανδρείκελο του Πούτιν) συμφωνεί μάλλον σωστά με την Μόσχα, ότι η ανατροπή του Βίκτωρ Γιανουκόβιτς, τον Φεβρουάριο του 2014, ήταν «το πιο κατάφωρο πραξικόπημα στην ιστορία». Και έχει δίκιο, όπως θα έβλεπε κάποιος που θα παρέμενε ανεπηρέαστος από τα πάθη του. Η απόλυτη δοκιμασία για κάθε πράξη σου είναι να διερωτηθείς τι θα σκεφτόσουν αν την έκανε η αντίπαλη πλευρά.

Αν η Ρωσία δεν κατάλαβε πόσο θα θύμωνε η Ουάσινγκτον για τη Συρία, η Δύση συνειδητοποίησε πόσο οργισμένα θα απαντούσε η Ρωσία στην συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ και την πτώση του Γιανουκόβιτς; Ίσως όχι. Φοβούμενη περισσότερο από όλα ότι ο πολύτιμος ναύσταθμος της Σεβαστούπολης θα περνούσε οριστικά στο ΝΑΤΟ, η Ρωσία αντέδρασε. Έχοντας ακολουθήσει δυσαρεστημένα μια πολιτική κατευνασμού προς την Δύση για 23 χρόνια, η Ρωσία είπε επί τέλους ‘αρκετά’.

Αν υποτίθεται ότι είμαστε όλοι εναντίον μιας πολιτικής κατευνασμού προς την Ρωσία, δεν θα έπρεπε να θεωρήσουμε αυτήν την πράξη κατανοητή για ένα κυρίαρχο έθνος, ακόμα κι αν δεν μπορούμε πραγματικά να την επιδοκιμάσουμε; Και μπορεί να μου εξηγήσει κάποιος ακριβώς, γιατί ειδικά η Βρετανία, από όλες τις χώρες, θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της εξάπλωσης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ σε αυτήν την επικίνδυνη και ασταθή περιοχή του κόσμου;


*Το άρθρο αυτό, του Peter Hitchins, δημοσιεύτηκε το 2015 στην αυστραλιανή ιστοσελίδα του βρετανικού περιοδικού «The Spectator» αλλά, καθώς οι συνθήκες από τότε δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά, παραμένει και σήμερα επίκαιρο.