Το πολιτικό τοπίο στις ΗΠΑ μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης Μάλερ

Κώστας Ράπτης
142

Η αυτοαποκληθείσα «Αντίσταση» στην εξουσία του Ντόναλντ Τραμπ μένει, μετά την προώθηση στο Κογκρέσο της έκθεσης του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μάλερ για το περιλάλητο Russiagate, μετέωρη -όμως αρνείται να το αναγνωρίσει και να αλλάξει πορεία.

Την ώρα που ο ένοικος του Λευκού Οίκου και οι συνήγοροί του θριαμβολογούν για το ότι μετά από 22 μήνες ερευνών ουδεμία σύμπραξη του επιτελείου Τραμπ με τον «ρωσικό δάκτυλο» διαπιστώθηκε για τον επηρεασμό της εκλογικής διαδικασίας του 2016, το κόμμα των Δημοκρατικών και τα μέσα ενημέρωσης που πρωταγωνίστησαν στη διόγκωση της υπόθεσης δίνουν μάχη οπισθοφυλακής ζητώντας τη δημοσιοποίηση δίχως περικοπές της έκθεσης Μάλερ και του ανακριτικού υλικού και επιμένοντας στα «11 περιστατικά» τα οποία ερεύνησε ο ανακριτής χωρίς να καταλήξει στο αν συνιστούν ή όχι προσπάθεια παρεμπόδισης της έρευνάς του από το προεδρικό επιτελείο. Και αν η επιχειρηματολογία αυτή εξαντληθεί έχουν ήδη δρομολογήσει την επόμενη νομικο-μιντιακή θύελλα, σχετικά με τα μη δημοσιοποιούμενα φορολογικά δεδομένα του Τραμπ.

Πρόκειται για στάση που φανερώνει μεγάλη πολιτική αδυναμία – διότι αφήνει επί της ουσίας στο απυρόβλητο τις πολιτικές επιλογές που υλοποιεί ο Τραμπ (και επηρεάζουν αρνητικά τη ζωή εκατομμυρίων ψηφοφόρων), εστιάζοντας σε μια ad hominem αντιπαράθεση που απλώς επιτρέπει στον Αμερικανό πρόεδρο να προβάλλει ως «μοναχικός ιππότης” απέναντι στο «κατεστημένο” και να τονίζει ότι κανένας προκάτοχός του δεν έχει υποστεί αντίστοιχη δοκιμασία.

Ασφαλώς δεν πρόκειται για συνταγή επιτυχίας από μέρους των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές του 2020. Η έξωση του Τραμπ από την εξουσία δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως σοβαρή επανεξέταση των λαθών του 2016, χωρίς επανασύνδεση με αποξενωμένα στρώματα του εκλογικού σώματος (το ένα τρίτο των 700 κομητειών που επέλεξαν Ομπάμα στις εκλογές του 2008 και του 2012 στράφηκαν στην τελευταία αναμέτρηση προς τον εκλεκτό των Ρεπουμπλικανών), χωρίς αλλαγές στην οργάνωση, τη φυσιογνωμία και κυρίως το πρόγραμμα. Η λογική του «‘ώριμου φρούτου» και του αυτοματισμού της δημογραφικής μετάβασης σε μία περισσότερο «πολύχρωμη” Αμερική δεν αρκεί, και μάλιστα σε συνθήκες διαρκούς οικονομικής συμπίεσης των νοικοκυριών, για να ξαναφέρει στην κάλπη όσους αποσκίρτησαν ή απλώς αδιαφόρησαν κατά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση.

Αλλά αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο το Russiagate αποδεικνύεται εφτάψυχο – καθώς επιτρέπει τη συγκάλυψη του γεγονότος ότι η μεγαλύτερη σύγκρουση σημειώνεται στο εσωτερικό των Δημοκρατικών. Οι «Ρώσοι χάκερς” ήρθαν στο προσκήνιο ακριβώς όταν τα Wikileaks δημοσιοποίησαν τα εσωτερικά έγγραφα του Δημοκρατικού Κόμματος που μαρτυρούσαν αθέμιτες μεθοδεύσεις για να ανακοπεί η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς για το χρίσμα. Την ειρωνεία του πράγματος υπογραμμίζει στις μέρες μας το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επιλέξει να επικεντρώσει την πολιτική του πολεμική ακριβώς στην «αριστερή ριζοσπαστική» πτέρυγα των Δημοκρατικών, την ώρα που η κομματική ηγεσία επιχειρεί με κάθε τρόπο να της κλείσει τον δρόμο.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Russiagate μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, παρά την κατάληξη της έρευνας Μάλερ, είναι ότι πέτυχε την επιδιωκόμενη εμπέδωση της νεοψυχροπολεμικής στροφής στην εξωτερική πολιτική. Μπορεί ο Τραμπ να έσωσε την προεδρία του (αν θεωρήσουμε ότι υπήρξε ποτέ πραγματικός κίνδυνος καθαίρεσής του), όμως ταυτόχρονα θυσίασε ένα κρίσιμο στοιχείο της: το άνοιγμα προς τη Ρωσία.

Ο Ρόμπερτ Μάλερ απήγγειλε εναντίον 12 Ρώσων πρακτόρων κατηγορίες οι οποίες ουδέποτε θα αποδειχθούν ενώπιον δικαστηρίου. Ο «πυρήνας του σκανδάλου» δηλ. οι αποκαλύψεις του Wikileaks θα μείνει επί της ουσίας χωρίς διαλεύκανση, αλλά επικοινωνιακά θα έχει κατοχυρωθεί η εντύπωση ότι όλα οφείλονται σε κυβερνοεπίθεση και όχι σε εσωτερική διαρροή από το επιτελείο των Δημοκρατικών, όπως επιμένει ο Βρετανός πρώην πρεσβευτής Κραιγκ Μάρεϊ, μεσολαβητής ανάμεσα στον Τζούλιαν Ασάνζ και την «πηγή”.

Όλα αυτά δημιουργούν μια προβληματική κληρονομιά ευθείας ανάμιξης των υπηρεσιών ασφαλείας στην τρέχουσα πολιτική, άκριτης συνέργειας των μεγάλων μέσων ενημέρωσης και κατασταλτικού ζήλου απέναντι στα fake news, η οποία δεν εξαλείφεται με το τέλος των ερευνών του Ρόμπερτ Μάλερ.


Πηγή: www.capital.gr