Ιταλία: πολιτικές ίντριγκες για να αναχαιτίσουν την προέλαση του Γκρίλο

Δημήτρης Δεληολάνης
1

Προελαύνει θριαμβευτικά το “Κίνημα των Πέντε Αστέρων” του Μπέπε Γκρίλο σε κάθε δημοσκόπηση που διεξάγεται στην Ιταλία εδώ και τουλάχιστον ένα εξάμηνο. Και για όσους είχαν αμφιβολίες για την προέλαση αυτή, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, ήρθε το μεγάλο ράπισμα στο δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου: το σχέδιο συνταγματικής μεταρρύθμισης του Ρέντσι απορρίφτηκε πανηγυρικά με το 60% των ψήφων.

Ένα μήνα αργότερα, στα μέσα Ιανουαρίου, δεύτερο μεγάλο πλήγμα: το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε τον εκλογικό νόμο του Ρέντσι, ένα υπερπλειοψηφικό έκτρωμα σε δυο γύρους, όπου το πρώτο κόμμα, με οποιοδήποτε ποσοστό, εξασφάλιζε το 60% των κοινοβουλευτικών εδρών. Οι συνταγματικοί δικαστές υπήρξαν κατηγορηματικοί στην απόρριψη μεγάλου μέρους του νόμου, αλλά αισθάνθηκαν την ανάγκη  να προσθέσουν -με νόημα- στο σκεπτικό της απόφασης τους πως με τις μετατροπές που οι ίδιοι επέβαλαν, προέκυψε ένας νέος νόμος «άμεσα εφαρμοστέος». Ο νέος αυτός εκλογικός νόμος δίνει μπόνους μόνο στο κόμμα που ξεπερνά το 40%. Επειδή, όμως, το ενδεχόμενο αυτό είναι πέρα για πέρα απίθανο στο τωρινό πολιτικό σκηνικό της Ιταλίας, η κατανομή των εδρών θα γίνει με απλή αναλογική.

Η κατάρρευση του Ρέντσι ανέτρεψε έτσι με μιας το ιταλικό σκηνικό, καθώς εξέλιπε ο μόνος ηγέτης που θεωρείτο σε θέση να υψώσει φράγμα στον ανερχόμενο Γκρίλο. Με την παραίτηση του πρώην πρωθυπουργού, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα διασπάστηκε: η αριστερή πτέρυγα του, με τον πρώην γραμματέα Πιερ Λουίτζι Μπερσάνι και τον πρώην πρωθυπουργό Μάσιμο Ντ’ Αλέμα δημιούργησαν ένα νέο αριστερό κόμμα, που αποκαλείται “Άρθρο 1” (του Συντάγματος, εννοείται).

Παράλληλα, στις προκριματικές για τη νέα ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος αναδείχτηκαν άλλοι δυο διεκδικητές από τα αριστερά, σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Ρέντσι. Ο ένας είναι ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντρέα Ορλάντο και ο δεύτερος ο περιφερειάρχης Απουλίας Μικέλε Αιμιλιάνο. Οι προκριματικές θα διεξαχθούν στις 30 Απριλίου και ο Ρέντσι, που ανυπομονεί να επιστρέψει στο προσκήνιο, είναι ο σχεδόν βέβαιος νικητής. Η συμμετοχή όμως των ψηφοφόρων αναμένεται να είναι μικρή, ενώ η παραμονή του Ορλάντο και του Αιμιλιάνο στο Δημοκρατικό Κόμμα την επομένη είναι πολύ αμφίβολη. Όπως και να πάνε τα πράγματα, το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει καμία δυνατότητα να ξεπεράσει το 25% που του αποδίδουν οι πιο αισιόδοξες δημοσκοπήσεις.

Ανάλογο χάος επικρατεί και στο χώρο της ιταλικής Δεξιάς. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, 80 ετών πλέον, είναι εκτός Κοινοβουλίου, αφού έχασε τα πολιτικά του δικαιώματα μετά την οριστική του καταδίκη το 2013 για φοροδιαφυγή. Η ποινή αυτή, όμως, εξετάζεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ στην Ιταλία ο Καβαλιέρε προσπαθεί εδώ και καιρό να ξεπεράσει ένα άλλο μεγάλο εμπόδιο στο δρόμο προς την επιστροφή του στην ενεργό πολιτική. Πρόκειται για το νόμο που επέβαλε το 2012 η Πάολα Σεβερίνο, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του Μάριο Μόντι. Ο νόμος αυτός επιβάλει την καθαίρεση από το Κοινοβούλιο του βουλευτή που καταδικάστηκε τελεσίδικα από ποινικό δικαστήριο σε φυλάκιση άνω των δυο ετών. Πρόκειται ακριβώς για την περίπτωση του Μπερλουσκόνι που καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια κάθειρξη.

Στα τέλη Μαρτίου, όμως, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Το Κοινοβούλιο, με ενάμιση χρόνο καθυστέρηση, αποφάσισε να εξετάσει την περίπτωση του γερουσιαστή Αουγκούστο Μιντσολίνι, εκλεγέντα με το Forza Italia του Μπερλουσκόνι. Είχε καταδικασθεί σε δυόμισι έτη κάθειρξη, διότι, κατά την περίοδο που είχε διατελέσει διευθυντής ειδήσεων της RAI, είχε φορτώσει στην πιστωτική κάρτα της εταιρείας όλα τα προσωπικά του έξοδα, συνολικά 600.000 ευρώ.

Το Κοινοβούλιο έπρεπε απλώς να λάβει υπόψη του την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο δεξιός γερουσιαστής και να επικυρώσει την έκπτωσή του από το αξίωμα. Συνέβη, όμως, ακριβώς το αντίθετο: οι γερουσιαστές του Δημοκρατικού Κόμματος αμφισβήτησαν ευθέως το νόμο και σχημάτισαν μαζί με τους κεντροδεξιούς συναδέλφους τους μια πλειοψηφία που απέρριψε την έκπτωση του Μιντσολίνι. Πέρα από τη νομιμότητα της ψηφοφορίας (θέμα που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζο Ματαρέλα δεν θέλησε να εγείρει), παραμένει το πολιτικό μήνυμα της απόφασης: ο νόμος Σεβερίνο οδηγείται προς κατάργηση, ή τουλάχιστον δεν θα εφαρμοστεί πλέον στην περίπτωση του Μπερλουσκόνι.

Η επιστροφή του Καβαλιέρε στο προσκήνιο θεωρείται απαραίτητη για την επιβίωση του ιταλικού πολιτικού συστήματος. Η απουσία του προκάλεσε, μέσα σύντομο χρονικό διάστημα, τον κατακερματισμό της συντηρητικής παράταξης. Σημαντικό μέρος στελεχών που προέρχονται από το Forza Italia συνεργάζονται τώρα με το Δημοκρατικό Κόμμα στην κυβέρνηση. Εκείνα που παρέμειναν πιστά στον Μπερλουσκόνι βλέπουν το κόμμα τους να παραπατά, χωρίς να ξέρει πού πάει.

Το Forza Italia μια συνεργάστηκε με τον Ρέντσι και μια του επιτέθηκε. Ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Ρενάτο Μπρουνέτα είναι σφόδρα αντιμνημονιακός, υποστηρίζει ανοιχτά το «ελληνικό πείραμα» του Αλέξη Τσίπρα, και ζητά τη ριζική αλλαγή της πολιτικής της Ευρωζώνης. Το οικονομικό επιτελείο του κόμματος, αντίθετα, βρίσκεται κοντά στις νεοφιλελεύθερες θέσεις. Αυτή η σύγχυση, σε συνδυασμό με τον παροπλισμό του χαρισματικού ηγέτη, οδήγησαν το Forza Italia σε ένα πενιχρό 10% στις δημοσκοπήσεις.

Η κρίση, όμως, που πλήττει την Ιταλία οδήγησε μεγάλο μέρος της πρώην Κεντροδεξιάς προς το δρόμο της ριζοσπαστικοποίησης. Η Λέγκα του Βορρά απέκτησε νέο ηγέτη, το Ματέο Σαλβίνι, και νέα πολιτική: όχι πια τοπικιστικό κίνημα διαμαρτυρίας, αλλά πανιταλικό ακροδεξιό κόμμα που ασπάζεται πλήρως τη ρητορική της Μαρίν Λεπέν: όχι στο ευρώ, όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι στους μετανάστες, επιστροφή στην εθνική κυριαρχία. Η συνταγή αυτή έχει επιτυχία, καθώς η Λέγκα του Σαλβίνι είναι δημοσκοπικά το μεγαλύτερο κόμμα της ιταλικής Δεξιάς. Σε περίπτωση που συμμαχήσει με το μικρό ακροδεξιό κόμμα “Αδελφοί της Ιταλίας”, ο Σαλβίνι θα εξασφαλίσει και κάποια παρουσία στην κεντρική και νότια Ιταλία, φτάνοντας έως και το 17%.

Η επιστροφή του Μπερλουσκόνι στην ενεργό πολιτική θα έχει δυο πλεονεκτήματα. Το πρώτο θα είναι πως ο Καβαλιέρε θα μπορεί να συγκροτήσει ξανά την παλιά κεντροδεξιά συμμαχία, επιβάλλοντας την ηγετική του μορφή και επαναφέροντας τη Λέγκα σε ένα πιο διαχειρίσιμο πολιτικό πλαίσιο που να αποκλείει τραυματική ρήξης με την Ευρωζώνη. Το δεύτερο είναι πως με την Κεντροδεξιά ενωμένη κάτω από τον Μπερλουσκόνι, το Δημοκρατικό Κόμμα θα διαθέτει συμμάχους, ώστε να εξασφαλίσει μια ιταλική εκδοχή της γερμανικής μεγάλης συμμαχίας εναντίον του «επικίνδυνου λαϊκιστή» Γκρίλο.

Το σενάριο που επικρατεί σήμερα είναι το εξής: ο Γκρίλο επιβεβαιώνει το δημοσκοπικό του 30% και κερδίζει τις εκλογές. Με την αναλογική κατανομή των εδρών, όμως, δεν θα διαθέτει πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων αρνείται ρητώς οποιαδήποτε συνεργασία με τα κόμματα του παλιού πολιτικού συστήματος. Ακόμη και το ενδεχόμενο να συνεργαστεί με τη Λέγκα του Βορρά διαψεύστηκε κατηγορηματικά από τον Γκρίλο. Άρα, η νίκη του Γκρίλο δύσκολα θα μεταφραστεί στη δημιουργία μιας κυβέρνησης του κόμματός του. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, επιβάλλεται να υπάρχει μια εναλλακτική συμμαχία, αποτελούμενη από το Δημοκρατικό Κόμμα του Ρέντσι και την Κεντροδεξιά του Μπερλουσκόνι.

Το σχέδιο αυτό όμως πρέπει να ξεπεράσει πολλούς υφάλους. Ο πρώτος αφορά την δεδηλωμένη πρόθεση του πρωθυπουργού Πάολο Τζεντιλόνι να εξαντλήσει τη θητεία του Κοινοβουλίου και να παραμείνει στη θέση του μέχρι τους πρώτους μήνες του 2018. Δύσκολο εγχείρημα. Είναι πολλοί εκείνοι, ακόμη και πέρα από το κόμμα του Γκρίλο, που επιδιώκουν την ανατροπή της κυβέρνησης. Πρώτος και καλύτερος ο ίδιος ο Ρέντσι που δύσκολα ανέχεται άλλον στην πρωθυπουργία. Μετά την παραίτησή του, ο ίδιος είχε επιλέξει τον Τζεντιλόνι ως αντικαταστάτη του, θεωρώντας πως μπορούσε εύκολα να τον ελέγξει. Ο Τζεντιλόνι, όμως, γρήγορα χειραφετήθηκε από τον αρχηγό του και τώρα διαθέτει αρκετές δυνάμεις, αρχής γενομένης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Ματαρέλα, ώστε να αποκρούσει τις υπονομευτικές ενέργειες.

Στις αρχές Απριλίου έγινε στη Βουλή ψηφοφορία για την προεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων. Ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος απορρίφθηκε για να εκλεγεί ένας κεντροδεξιός του κυβερνητικού σχήματος. Όλοι θεώρησαν την κίνηση ως επίδειξη δύναμης του Ρέντσι (και του Μπερλουσκόνι) προς τον Τζεντιλόνι.

Το δεύτερο πρόβλημα αφορά τον εκλογικό νόμο. Εκείνος που «θέσπισε», με τον τρόπο του, το Συνταγματικό Δικαστήριο αφορά μόνον τη Βουλή, καθώς η Γερουσία έπρεπε να καταργηθεί σύμφωνα με τη συνταγματική αναθεώρηση του Ρέντσι, η οποία απορρίφθηκε στις κάλπες. Αν αύριο ξαφνικά γίνουν εκλογές, πώς θα μοιραστούν οι έδρες στη Γερουσία; Στο Κοινοβούλιο έχουν κατατεθεί δεκάδες σχέδια για νέο εκλογικό νόμο. Κανένα, όμως, από αυτά δεν εξασφάλισε την απαραίτητη υποστήριξη, ώστε να ψηφιστεί. Προς στιγμή, το πιο πιθανό είναι να παραμείνει σε ισχύ το απλό αναλογικό σύστημα και να βρεθεί νομότυπα κάποια λύση για τη Γερουσία.

Το συμπέρασμα είναι πως κάθε εμπόδιο για άμεση προσφυγή στις κάλπες χρησιμοποιείται πολιτικά, ώστε να κερδηθεί χρόνος και να αποτραπεί η εκλογική νίκη του Γκρίλο. Σε αυτή την παράταση βοηθά και το γεγονός πως η πλειοψηφία των βουλευτών ωριμάζει συνταξιοδοτικά δικαιώματα μόνο στα τέλη Σεπτεμβρίου. Αυτή η πίστωση χρόνου ενισχύει το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ως εναλλακτική δύναμη σε σχέση με το παλιό πολιτικό σύστημα. Παράλληλα, γίνονται και οι πρώτες δειλές κινήσεις, ώστε το κίνημα διαμαρτυρίας να αποκτήσει μια ελάχιστη κυβερνητική κουλτούρα, προκειμένου να εξασφαλίσει συναίνεση και από τους πιο παραδοσιακούς ψηφοφόρους.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, όποτε και αν διεξαχθούν οι εκλογές, η νίκη του Γκρίλο θεωρείται δεδομένη. Το πραγματικό πρόβλημα είναι αν θα καταφέρει το Κίνημά του να σχηματίσει κυβέρνηση.