Ο επίδοξος σουλτάνος, το δημοψήφισμα και οι «τρεις Τουρκίες»

Σταύρος Λυγερός
3

Από την έκβαση του αυριανού δημοψηφίσματος θεσμικά δεν κρίνεται η παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, κρίνεται όχι μόνο το σχέδιό του να μετατραπεί σε πρόεδρο-σουλτάνο, αλλά ουσιαστικά και ο ηγεμονικός ρόλος του. Ο αρχηγός των νεοοθωμανών χτίζει εδώ και χρόνια την αναγκαία για τον σκοπό του αλλαγή του πολιτεύματος.

Λόγω της εισόδου στην Εθνοσυνέλευση του κουρδικού κόμματος HDP, όμως, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να περάσει τη συνταγματική τροποποίηση, χωρίς τη διαδικασία του δημοψηφίσματος. Γι’ αυτό και τον τελευταίο καιρό έχει επιστρατεύσει τα πάντα, προκειμένου να επικρατήσει αύριο το ΝΑΙ και μάλιστα με πλειοψηφία τουλάχιστον 55%.

Έχοντας μόνιμη αντιπαράθεση με το κεμαλικό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης CHP και έχοντας ταυτοχρόνως επιδοθεί σε κύμα διώξεων και φυλακίσεων εναντίον ηγετικών στελεχών του κουρδικού κόμματος, ήταν μονόδρομος για τον Ερντογάν η συμμαχία με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα των ΜΗP. Κι αυτό, παρότι ο ίδιος είχε στο παρελθόν χαρακτηρίσει «ρατσιστές» τους ηγέτες του.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το αντάλλαγμα που έχει υποσχεθεί για να εξασφαλίσει τη σύμπλευση είναι διπλό: Πρώτον, να ορίσει τον αρχηγό των Γκρίζων Λύκων Μπαχτσελί αντιπρόεδρο. Δεύτερον, να του δώσει για μοίρασμα κάποια χαρτοφυλάκια και υψηλές κρατικές θέσεις για να μοιράσει στα στελέχη του. Υπάρχει, όμως, και πολιτικό υπόβαθρο. Από ένα χρονικό σημείο και πέρα, ο Ερντογάν ξεδίπλωσε όχι μόνο την ισλαμική ατζέντα του, αλλά και τον άκρατο εθνικισμό του. Αυτό το ιδεολογικό κράμα, που επιβεβαιώθηκε με τις αιματηρές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών του ΡΚΚ, αλλά και με την επεμβατική πολιτική των νεοοθωμανών στη Συρία και στο Ιράκ, επέτρεψε τη σύγκλιση με τους Γκρίζους Λύκους.

Η συμμαχία του Ερντογάν μαζί τους ναι μεν ενισχύει το ΝΑΙ, αλλά έχει και σημαντικές πολιτικές παρενέργειες. Απωθεί όχι μόνο τους κουρδικής καταγωγής ψηφοφόρους του ισλαμικού κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ, αλλά και μετριοπαθείς ψηφοφόρους του πολιτικού Ισλάμ. Αυτός είναι ο λόγος που τις τελευταίες ημέρες, οι νεοοθωμανοί έχουν ρίξει τους τόνους όσον αφορά το Κουρδικό.

Η πρόσθεση των ποσοστών που πήραν τα δύο κόμματα που υποστηρίζουν το ΝΑΙ υπερβαίνει το 60%, αλλά αυτό δεν λέει πολλά. Οι ψηφοφόροι του ισλαμικού ΑΚΡ σε μεγάλη πλειονότητα θα ψηφίσουν υπέρ της αλλαγής του πολιτεύματος, αλλά και εδώ υπάρχουν διαρροές. Αυτό ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για τους ψηφοφόρους του ακροδεξιού MHP, δεδομένου ότι ανώτατα στελέχη του έχουν ταχθεί δημοσίως υπέρ του ΟΧΙ.

Σύμφωνα με παλαιότερη δημοσκόπηση της εταιρείας Metropoli (δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Καράρ στις 23-2-2017), οι ψηφοφόροι του ισλαμικού ΑΚΡ θα ψηφίσουν ΝΑΙ σε ποσοστό 75%. Οι δε ψηφοφόροι του ακροδεξιού MHP θα ψηφίσουν ΝΑΙ μόνο σε ποσοστό 55%. Αντιθέτως, οι ψηφοφόροι του κεμαλικού CHP και του κουρδικού HDP θα ψηφίσουν ΟΧΙ σε ποσοστά αντιστοίχως 85% και 80%.

Όσο πλησιάζουμε στην ημέρα του δημοψηφίσματος, η συσπείρωση μεγαλώνει και στα αντιπολιτευόμενα κόμματα που ψηφίζουν ΟΧΙ και στο κυβερνητικό AKP. Αυξάνονται, όμως, οι διαρροές ψηφοφόρων του ακροδεξιού ΜΗΡ προς το ΟΧΙ. Η εικόνα παραμένει θολή. Το γεγονός ότι οι διαφορές που καταγράφονται μεταξύ του ΝΑΙ και του ΟΧΙ είναι συνήθως μικρές και ποικίλουν από δημοσκόπηση σε δημοσκόπηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αρκετά πάνω από 10% των ψηφοφόρων δηλώνουν αναποφάσιστοι, δεν αφήνει περιθώρια για κατηγορηματική πρόβλεψη. Εκτός αυτού, το κλίμα φόβου και διώξεων που επικρατεί ωθεί πολλούς ψηφοφόρους του ΟΧΙ να μην εκφράζουν την εκλογική πρόθεσή τους, γεγονός που θολώνει ακόμα περισσότερο την έτσι κι αλλιώς θολή εικόνα που εμφανίζουν οι δημοσκοπήσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και σ’ αυτή την αναμέτρηση επιβεβαιώνεται ότι υπάρχουν “τρεις Τουρκίες”, οι οποίες έχουν εν μέρει και γεωγραφική απεικόνιση:

  • Η πρώτη είναι η “βαθιά” σουνιτική Τουρκία, κέντρο της οποία είναι οι επαρχίες στην Ανατολία. Διατηρεί έντονα την οθωμανική παράδοση και εκφράζεται πολιτικά από τον Ερντογάν. Είναι αριθμητικά μεγαλύτερη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να του δώσει πλειοψηφία.
  • Η δεύτερη είναι η κοσμική και δυτικά στραμμένη Τουρκία, κέντρο της οποίας είναι οι μεγάλες πόλεις και τα δυτικά παράλια. Συντίθεται από τους παραδοσιακούς κεμαλικούς και από τα δυτικότροπα φιλελεύθερα στρώματα. Αυτή η Τουρκία μισεί τον Ερντογάν και σε πολύ υψηλό ποσοστό θα ψηφίσει ΟΧΙ.
  • Η τρίτη Τουρκία δεν είναι στην πραγματικότητα Τουρκία. Είναι η μεγάλη κουρδική κοινότητα (περίπου το 30% των Τούρκων πολιτών έχει κουρδική καταγωγή), η οποία κατά πλειοψηφία εκφράζεται από το κουρδικό κόμμα HDP, το οποίο διατηρεί πολιτικούς δεσμούς με το PKK. Το κουρδικό στοιχείο είχε στη δεκαετία του 2000 υποστηρίξει τον Ερντογάν, προσδοκώντας να απαλλαγεί από την καταπίεση του βαθέως κεμαλικού κράτους. Τον ψήφιζε, λόγω και του θρησκευτικού υποβάθρου, σε ποσοστό πάνω από 50%. Οι προσδοκίες αυτές φάνηκε να δικαιώνονται όταν άρχισαν παρασκηνιακά οι συνομιλίες για μία πολιτική λύση του Κουρδικού. Η κατάρρευση αυτής της προοπτικής, η μαζική καταστολή και το κύμα των διώξεων έχουν προκαλέσει ένα βαθύ χάσμα, το οποίο θα εκφρασθεί και στο δημοψήφισμα. Εκτιμάται ότι οι δύο στους τρεις πολίτες κουρδικής καταγωγής θα ψηφίσουν ΟΧΙ, με τους υπόλοιπους να είναι υπέρ του ΝΑΙ ή αναποφάσιστοι.

Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι νεοοθωμανοί έχουν ρίξει στη μάχη υπέρ του ΝΑΙ όλο το κομματικό δυναμικό, εμμέσως πλην σαφώς το κράτος και βεβαίως ποταμό χρημάτων. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου αρχικά είχε φουσκώσει τα πανιά τους. Το κύμα των διώξεων εναντίον των αντιφρονούντων, όμως, έχει σκορπίσει δικαιολογημένο φόβο ότι εάν ο Ερντογάν συγκεντρώσει την εξουσία στα χέρια του θα εδραιωθεί ένα όχι μόνο συντηρητικό, αλλά και απολυταρχικό καθεστώς.

Μπορεί ο νεοοθωμανός ηγέτης να έχει ως σύνθημα τη «νέα Τουρκία», αλλά ο τόνος της προεκλογικής εκστρατείας του ενίσχυσε αυτό τον φόβο. Η λογική της ήταν βαθύτατα διχαστική: όποιος δεν είναι με το καθεστώς είναι εναντίον του και όποιος είναι εναντίον του είναι τρομοκράτης! Δεν πρόκειται μόνο για έμμεσο μήνυμα. Στις 17-3-2017 ο ίδιος ο Ερντογάν δήλωσε «Όποιος είναι μέλος αυτού του έθνους δεν έχει λόγο να είναι αντίθετος με τις συνταγματικές αλλαγές». Άρα, όποιος ψηφίζει ΟΧΙ είναι αντεθνικό στοιχείο!

Ο πρωθυπουργός Γιλντιρίμ, μάλιστα, κατηγόρησε την κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση ότι συντάσσεται με τους «τρομοκράτες του ΡΚΚ και είναι συνεργάτης του Φετουλάχ Γκιουλέν που ήθελε να ανατρέψει τη δημοκρατία στη χώρα» (Χουριέτ 15-3-2017). Ο πόλεμος εναντίον της κοινότητας του ιμάμη Γκιουλέν έχει προκαλέσει βαθιά ρήγματα στην κοινωνική βάση του πολιτικού Ισλάμ. Αυτό είναι, επίσης, αναπόφευκτο να αποτυπωθεί στο δημοψήφισμα.

Οργανικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας του νεοοθωμανικού καθεστώτος ήταν και το άνοιγμα ρητορικού μετώπου εναντίον της Ευρώπης με χαρακτηρισμούς περί ναζιστών κλπ. Την αφορμή είχε δώσει η άρνηση μερικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να επιτρέψουν τη διεξαγωγή προεκλογικών συγκεντρώσεων με ομιλητές Τούρκους αξιωματούχους. Χαρακτηριστική είναι η σύγκρουση με τον Ολλανδό πρωθυπουργό Ρούτε.

Ο Ερντογάν ύψωσε στο έπακρο τους τόνους, ποντάροντας στα εθνικιστικά αντανακλαστικά και στο ουσιαστικά αντιδυτικό πνεύμα της “βαθιάς Τουρκίας”. Έφθασε, μάλιστα, στο σημείο να δηλώσει πως μπορεί να διεξαχθεί και δημοψήφισμα με ερώτημα αν η Τουρκία πρέπει ή όχι να συνεχίσει την ενταξιακή της πορεία στην ΕΕ (Χουριέτ 30-3-2017). Όπως ήταν αναμενόμενο, η τακτική του αυτή έχει προκαλέσει τραύματα στις ευρωτουρκικές σχέσεις, τα οποία πιθανότατα να αποδειχθεί πως δεν θα επουλωθούν, ή τουλάχιστον δεν θα είναι χωρίς σοβαρές επιπτώσεις.

Κρίνοντας τις σχεδιαζόμενες συνταγματικές αλλαγές στην Τουρκία η “Επιτροπή της Βενετίας” έχει αποφανθεί με καθαρό τρόπο ότι οδηγούν σε εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις ούτε καν για να είναι η Τουρκία υποψήφια προς ένταξη χώρα. Το κλίμα, άλλωστε, στην Ευρώπη είναι πρωτοφανώς αρνητικό για τον Ερντογάν.

Η καλλιέργεια κλίματος πόλωσης, πάντως, δεν φαίνεται να έχει περάσει στην τουρκική κοινωνία στον βαθμό που θα ήθελε το καθεστώς. Σ’ αυτό έχει παίξει ρόλο και η είσοδος της τουρκικής οικονομίας σε φάση αστάθειας, η οποία επηρεάζει άμεσα τα εισοδήματα και κατ’ επέκτασιν σε κάποιο βαθμό και την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών. Δεν κατανοούν, άλλωστε, πως η μετατροπή της προεδρευομένης δημοκρατίας σε προεδρική θα βοηθήσει στην επίλυση των προβλημάτων της Τουρκίας.

Απέναντι στη χειμαρρώδη και πληθωρική προεκλογική εκστρατεία του νεοοθωμανικού καθεστώτος, το στρατόπεδο του ΟΧΙ αντέταξε μία υποτονική εκστρατεία. Το κουρδικό HDP, από τη φύση του δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος. Το κεμαλικό CHP υποστήριξε πως το ΝΑΙ θα οδηγήσει σε άτυπη δικτατορία. Ο δε αρχηγός του Κιλιντσάρογλου δήλωσε ότι «έχουν στα χέρια τους το 90% των ΜΜΕ, αλλά δεν τους είναι αρκετό» (Μιλλιέτ 20-3-2017). Δεν έκανε πολλά, όμως, για να στηρίξει το ΟΧΙ.

Για να διασκεδάσει τις κατηγορίες που του απηύθυναν οι νεοοθωμανοί ότι συμπλέει με το κουρδικό κόμμα (και οι δύο υπέρ του ΟΧΙ), ο Κιλιντσάρογλου προσπάθησε να διασπάσει τη συμμαχία των νεοοθωμανών με τους Γκρίζους Λύκους, πλειοδοτώντας σε εθνικισμό: «Αν ο εθνικισμός σας είναι τόσο πολύτιμος, να πείτε όχι. Είμαι και εγώ πατριώτης και εθνικιστής» (Χουριέτ 17-3-2017). Σε γενικές γραμμές, οι κεμαλικοί έχουν υιοθετήσει αμυντική στάση και χαμηλούς τόνους.

Αν ο Ερντογάν κερδίσει το δημοψήφισμα με σημαντική διαφορά είναι προφανές πως θα ενισχύσει τον ηγεμονικό ρόλο του στο πολιτικό επίπεδο. Αν πάλι κερδίσει με οριακή διαφορά, ναι μεν θα εδραιώσει τη θέση του, αλλά θα αφήσει περιθώρια στους αντιπάλους του να κλιμακώσουν σταδιακά την αμφισβήτησή του. Αν επικρατήσει το ΟΧΙ, θα έχει σημάνει η αρχή του τέλους για τον Ερντογάν. Θεσμικά θα παραμείνει στη θέση του, αλλά η εξουσία που σήμερα ασκεί και στην κυβέρνηση και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του AKP θα αρχίσει να αμφισβητείται και να φθίνει.

Υπενθυμίζουμε ότι κορυφαία στελέχη της νεοοθωμανικής παράταξης έχουν πάρει αποστάσεις, καταγγέλλοντας περισσότερο ή λιγότερο εμμέσως τον αυταρχισμό του αρχηγού τους. Μεταξύ αυτών είναι ο άλλοτε πρωθυπουργός και πρόεδρος Δημοκρατίας Γκιούλ, ο συνιδρυτής του κόμματος, πρώην αντιπρόεδρος Αρίντς και βεβαίως ο πρώην πρωθυπουργός Νταβούτογλου.

Δεν είναι προς το παρόν σαφές πώς θα αντιδράσει ο ίδιος ο Ερντογάν σε περίπτωση που χάσει το δημοψήφισμα. Θα αποδεχθεί την ήττα του και θα συνεχίσει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ή θα καταφύγει σε τυχοδιωκτισμούς; Στην πραγματικότητα, αν επικρατήσει το ΟΧΙ θα πρόκειται για προσωπικό πολιτικό κόλαφο χωρίς προηγούμενο. Αυτός είναι ο λόγος που κύκλοι της τουρκικής αντιπολίτευσης δεν αποκλείουν ο πρόεδρος και επίδοξος σουλτάνος να φροντίσει να μηδενίσει τις πιθανότητες ήττας! Το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης του αφήνει τέτοια περιθώρια…

 

Ποιες είναι οι αλλαγές που προωθούνται

Οι αλλαγές που τίθενται προς έγκριση στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου αφορούν αναθεώρηση 18 άρθρων, τα οποία εγκρίθηκαν από  τη σχετική  επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης. Σε περίπτωση που επικρατήσει το ΝΑΙ θα υπάρξει μεταβατική περίοδος δύο ετών για την ομαλή μετάβαση στο νέο πολιτειακό σύστημα. Οι επόμενες εκλογές θα πραγματοποιηθούν στις 3-11-2019. Οι βουλευτές και ο Πρόεδρος θα συνεχίσουν τα καθήκοντά τους μέχρι τότε.

Οι πιο ενδεικτικές αλλαγές είναι οι ακόλουθες:

  • Ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας είναι ο επικεφαλής του κράτους. Στον Πρόεδρο μεταφέρονται οι αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας. Θα μπορεί να επιστρέφει ψηφισμένους νόμους και εάν θεωρεί ότι αντιβαίνουν το Σύνταγμα να προσφεύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο.
  • Ο Πρόεδρος Δημοκρατίας δεν είναι υποχρεωμένος να διακόπτει τη σχέση του με το κόμμα του. Διορίζει τους αντιπροέδρους και τους υπουργούς. Καθορίζει την πολιτική εθνικής ασφάλειας.
  • Εάν ο Πρόεδρος κατηγορηθεί ότι διέπραξε αδίκημα, η Εθνοσυνέλευση μπορεί με απλή πλειοψηφία να ζητήσει την έναρξη έρευνας εναντίον του. Για να τον παραπέμψει απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων.
  • Ο Πρόεδρος μπορεί να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης που δεν θα ξεπερνά τους έξι μήνες.
  • Ο Πρόεδρος θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 ετών, να είναι Τούρκος πολίτης και να εκλέγεται απευθείας από τον λαό. Η θητεία του είναι πενταετής και θα έχει δικαίωμα επανεκλογής μόνο μία φορά (αν εκλέγεται ο Ερντογάν μπορεί να παραμείνει μέχρι το 2029).
  • Η Εθνοσυνέλευση ψηφίζει τους νόμους, εγκρίνει τον προϋπολογισμό, αποφασίζει για κήρυξη πολέμου, εγκρίνει διεθνείς συμφωνίες και αποφασίζει για γενική ή ειδική αμνηστία με πλειοψηφία 3/5.
  • Ο αριθμός των βουλευτών αυξάνεται από 550 στους 600. Το ηλικιακό όριο για να εκλεγείς βουλευτής μειώνεται από τα 25 στα 18 έτη.
  • Απαγορεύεται η εμπλοκή στην πολιτική στρατιωτικών.
  • Οι εκλογές θα γίνονται κάθε πέντε χρόνια.