Ανεπίδεκτες μαθήσεως οι ΗΠΑ – Ο δεύτερος πόλεμος με το Ιράν θα έχει ίδιο τέλος
20/07/2026
Υπάρχει μία πασίγνωστη φράση, η οποία αποδίδεται συνήθως – αν και πιθανότατα εσφαλμένα – στον Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Παραφροσύνη είναι να επαναλαμβάνεις συνεχώς το ίδιο πράγμα, περιμένοντας κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα». Ανεξαρτήτως του πραγματικού δημιουργού της, δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί ακριβέστερη περιγραφή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την αποτυχία της πρώτης πολεμικής επιχειρήσεως και την υπογραφή μιας ασαφούς και εύθραυστης προσωρινής συμφωνίας με το Ιράν, επανέρχονται στην ίδια ακριβώς στρατηγική: Αεροπορικές επιδρομές, ναυτικός αποκλεισμός, απειλές εναντίον των ιρανικών υποδομών και η πεποίθηση ότι η αύξηση της στρατιωτικής πιέσεως θα αναγκάσει την Τεχεράνη να συνθηκολογήσει.
Στις 15 Ιουλίου, η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση ανακοίνωσε νέο κύμα επιθέσεων κατά του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι στόχος ήταν η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων που χρησιμοποιούνται εναντίον της εμπορικής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Η νέα κλιμάκωση ακολούθησε την ουσιαστική κατάρρευση του μνημονίου προσωρινής ειρήνης του Ιουνίου και την επανέναρξη των αμερικανοϊρανικών εχθροπραξιών.
Το ερώτημα όμως είναι απλό: Τί ακριβώς πιστεύει η Ουάσιγκτον ότι θα επιτύχει τώρα, το οποίο δεν κατάφερε να επιτύχει την πρώτη φορά;
Το πρώτο μεγάλο και τραγικό λάθος
Η πρώτη επίθεση στο Ιράν στηρίχθηκε σε μία αλαζονική και επικίνδυνα απλουστευτική εκτίμηση. Οι ΗΠΑ πίστεψαν ότι η τεχνολογική υπεροχή τους, η καταστροφή στρατιωτικών εγκαταστάσεων και η πίεση στην ιρανική ηγεσία θα οδηγούσαν γρήγορα είτε σε καθεστωτική αποσταθεροποίηση είτε σε άνευ όρων υποχώρηση.
Τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Το Ιράν άντεξε, αντεπιτέθηκε και κατάφερε να μεταφέρει το κέντρο βάρους της συγκρούσεως εκεί όπου διέθετε το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα: στα Στενά του Ορμούζ, στις αμερικανικές βάσεις του Περσικού Κόλπου και στις ενεργειακές αρτηρίες από τις οποίες εξαρτάται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι ΗΠΑ και το Ιράν οδηγήθηκαν τελικά σε μία προσωρινή συμφωνία δεκατεσσάρων σημείων. Η συμφωνία προέβλεπε διακοπή των εχθροπραξιών, επαναλειτουργία των Στενών και ένα διάστημα εξήντα ημερών για διαπραγματεύσεις. Άφηνε, όμως, για αργότερα όλα τα πραγματικά δύσκολα ζητήματα, περιλαμβανομένου του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Η ίδια η ανάγκη υπογραφής αυτής της συμφωνίας αποτελούσε έμμεση παραδοχή ότι ο αρχικός αμερικανικός σχεδιασμός είχε αποτύχει. Οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να συντρίψουν το Ιράν, να εξαλείψουν την πυραυλική του δυνατότητα, να επιβάλουν μόνιμα ελεύθερη ναυσιπλοΐα ούτε να επιτύχουν οριστική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα. Αντιθέτως, βρέθηκαν να διαπραγματεύονται υπό την πίεση μιας περιφερειακής δυνάμεως, η οποία είχε αποδείξει ότι μπορούσε να προκαλέσει τεράστιο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.
Δυσμενέστεροι όροι
Η προσωρινή κατάπαυση του πυρός δεν έφερε τις ΗΠΑ σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία βρίσκονταν πριν από την επίθεση. Τις έφερε σε δυσμενέστερη. Το Ιράν απέδειξε στην πράξη ότι μπορεί να απειλήσει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, να πλήξει αμερικανικές εγκαταστάσεις σε γειτονικά κράτη και να μετατρέψει μία διμερή στρατιωτική αναμέτρηση σε περιφερειακή και παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Στη νέα φάση της συγκρούσεως έχει ήδη απαντήσει με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμερικανικών βάσεων και κρατών που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις.
Παράλληλα, η ίδια η αμερικανική κοινή γνώμη φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για μία σύντομη και εύκολη επιχείρηση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, το 79% των Αμερικανών εκτιμά πλέον ότι η σύγκρουση θα είναι παρατεταμένη, ενώ μόνο το 37% εγκρίνει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιθέσεις.
Η πραγματικότητα, επομένως, είναι αντίθετη από την εικόνα που επιχειρεί να προβάλει η Ουάσιγκτον. Δεν επανέρχεται στον πόλεμο επειδή κέρδισε τον πρώτο γύρο. Επανέρχεται επειδή ο πρώτος γύρος δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα για τα οποία υποτίθεται ότι ξεκίνησε.
Το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά
Η αμερικανική ηγεσία φαίνεται να πιστεύει ότι εκείνο που απέτυχε με πολλές επιθέσεις θα επιτύχει με ακόμη περισσότερες. Ότι η πίεση που συσπείρωσε την ιρανική κοινωνία θα την αποσταθεροποιήσει τώρα. Ότι το Ιράν, έχοντας ήδη επιβιώσει, θα φοβηθεί περισσότερο τη δεύτερη φορά. Ότι ένας ναυτικός αποκλεισμός και η απειλή καταστροφής υποδομών θα οδηγήσουν σε παράδοση και όχι σε γενίκευση του πολέμου.
Αυτή δεν είναι στρατηγική. Είναι άρνηση αναγνωρίσεως της πραγματικότητας. Ένας πόλεμος δεν κρίνεται από το πόσους στόχους μπορεί να καταστρέψει μία υπερδύναμη, αλλά από το αν μπορεί να επιτύχει τους πολιτικούς σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ. Οι ΗΠΑ μπορούν ασφαλώς να βομβαρδίσουν το Ιράν. Μπορούν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις, πλοία, βάσεις, γέφυρες και ενεργειακές υποδομές.
Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι μπορούν να εξαναγκάσουν μία χώρα ογδόντα και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων, με τεράστιο γεωγραφικό βάθος, ισχυρή ιστορική ταυτότητα και ανεπτυγμένο πυραυλικό οπλοστάσιο, να δεχθεί την πολιτική της υποταγή. Οι Αμερικανοί συγχέουν για ακόμη μία φορά τη δυνατότητα καταστροφής με τη δυνατότητα νίκης.
Το Ιράν δεν είναι Ιράκ
Το Ιράν δεν είναι ένα τεχνητό κράτος χωρίς ιστορικό βάθος. Είναι ο πυρήνας του περσικού κοσμοσυστήματος, με κρατική συνέχεια, πολιτισμική αυτοσυνειδησία και βαθιά αίσθηση ιστορικής αποστολής. Η προσδοκία ότι θα καταρρεύσει έπειτα από μερικές εβδομάδες βομβαρδισμών αποκαλύπτει πόσο ανεπαρκώς κατανοεί η Δύση τους ιστορικούς κόσμους με τους οποίους συγκρούεται.
Ακόμη και Ιρανοί που διαφωνούν με την πολιτική ή θρησκευτική ηγεσία της χώρας τους δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν την υποταγή του Ιράν σε μία ξένη δύναμη. Ο εξωτερικός πόλεμος δεν αποδυναμώνει κατ’ ανάγκην το καθεστώς. Μπορεί αντιθέτως να μετατρέψει την εσωτερική αμφισβήτηση σε εθνική συσπείρωση.
Οι ΗΠΑ έχουν επαναλάβει το ίδιο σφάλμα στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη και αλλού: θεωρούν ότι η καταστροφή του στρατιωτικού ή θεσμικού κελύφους μιας χώρας συνεπάγεται αυτομάτως την οικοδόμηση μιας νέας πολιτικής τάξεως ευνοϊκής προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Συνήθως ακολουθεί το ακριβώς αντίθετο: Χάος, αντίσταση, περιφερειακή αποσταθεροποίηση και νέες δυνάμεις που εμφανίζονται μέσα από τα ερείπια.
Μία ακόμη ήττα
Οι ΗΠΑ μπορεί να κερδίσουν όλες τις αεροπορικές μάχες και να χάσουν για δεύτερη φορά τον πόλεμο. Μπορεί να προκαλέσουν τεράστιες καταστροφές και ταυτόχρονα να εξέλθουν στρατηγικά ασθενέστερες. Μπορεί να αναγκαστούν πάλι να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έχοντας πληρώσει μεγαλύτερο οικονομικό και πολιτικό κόστος και αντιμετωπίζοντας ένα Ιράν ακόμη περισσότερο πεπεισμένο ότι η αντίσταση αποδίδει.
Το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι η πλήρης αμερικανική επιβολή. Είναι ένας νέος συμβιβασμός, με δυσμενέστερους όρους, έπειτα από ακόμη περισσότερους νεκρούς, καταστροφές και κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.
Η τραγωδία δεν βρίσκεται μόνο στο ότι οι ΗΠΑ έκαναν ένα μεγάλο λάθος επιτιθέμενες στο Ιράν. Βρίσκεται στο ότι αρνούνται να διδαχθούν από αυτό. Επανέρχονται στην ίδια σύγκρουση με την ίδια αλαζονεία, τα ίδια μέσα και τις ίδιες ψευδαισθήσεις, προσδοκώντας διαφορετικό αποτέλεσμα. Όμως η Ιστορία δεν ανταμείβει τις υπερδυνάμεις που είναι ανεπίδεκτες μαθήσεως. Τις υποχρεώνει απλώς να πληρώσουν δεύτερη φορά – και συνήθως ακριβότερα – για το ίδιο ακριβώς σφάλμα.





