Η μεγάλη γεωπολιτική εικόνα πίσω από την βιτρίνα του πολέμου στο Ιράν
19/04/2026
Ο σημερινός πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν είναι μια μεμονωμένη περιφερειακή σύγκρουση. Εντάσσεται σε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, με την έννοια ότι αφορά άμεσα τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Οι δύο εισβολές στο Ιράκ (1991 και 2003), όπως και η προηγηθείσα εισβολή στο Αφγανιστάν, ήταν πολύ διαφορετικές από όσα συμβαίνουν σήμερα με κέντρο το Ιράν.
Τότε, ούτε οι Ταλιμπάν, ούτε το καθεστώς του Σαντάμ, είχαν υποστήριξη από τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Σήμερα και η Ρωσία και η Κίνα έχουν κρίσιμο συμφέρον οι Αμερικανοί να σκοντάψουν στο Ιράν. Η απαγωγή του Μαδούρο και η υποταγή της Βενεζουέλας, σε συνδυασμό με την αρχικά υποχωρητική στάση των Ευρωπαίων, τροφοδότησε την χωρίς προσχήματα επιθετική βουλιμία του Τραμπ. Η σταδιακή εξαέρωση των αρχικών προσδοκιών του Πούτιν από τη λεγόμενη “συνεννόηση του Άνκορατζ”, συνδυάζεται με τη συνείδηση της Κίνας ότι αυτή αποτελεί τον εκπεφρασμένο μεγάλο στόχο των Αμερικανών.
Όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, έτσι και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, αν και από στρατιωτικής άποψης είναι γεωγραφικά περιορισμένοι, διαπλέκονται άρρηκτα με τον ευρύτερο ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων στο αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Στο κέντρο αυτού του ανταγωνισμού είναι η υποφώσκουσα σύγκρουση του καθιερωμένου αμερικανικού ηγεμόνα με τον ανερχόμενο κινέζικο γίγαντα, ο οποίος έχει συνάψει έναν άτυπο πλην ισχυρό άξονα με τη ρωσική πυρηνική υπερδύναμη.
Με την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, η Δύση στρίμωξε τη Ρωσία, εξωθώντας την να εισβάλει στην Ουκρανία και να διεξάγει έναν πόλεμο που συνεχίζεται για πάνω από τέσσερα χρόνια. Είναι αυτός ο πόλεμος που κατέστησε μονόδρομο τον ρωσοκινέζικο άξονα, σε μία περίοδο που γίνεται εξόφθαλμο ότι οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον σε θέση να συντηρήσουν το καθεστώς της στρατιωτικής υπερεπέκτασής τους με δημόσιο χρέος 38 τρισ.
Υποτίθεται ότι οι Αμερικανοί θα περιόριζαν δραστικά την παρουσία τους στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή για να εστιάσουν στην ανάσχεση της Κίνας. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ ενεπλάκη σ’ αυτόν τον πόλεμο και τώρα βρίσκεται εγκλωβισμένος, μακριά από την γρήγορη και εύκολη νίκη, που αρχικά φαντασιωνόταν. Χωρίς να υποτιμάται η αμφιλεγόμενη επιρροή του Νετανιάχου στον Αμερικανό πρόεδρο, μία μερίδα του βαθέος κράτους στις ΗΠΑ ανέπτυξε μία θεωρία για τη σκοπιμότητα της επίθεσης στο Ιράν.
Χάσμα στις διαπραγματεύσεις Τραμπ-Ιράν
Υποτίθεται ότι θα μπορούσε να εξουδετερωθεί ο πιο αδύναμος κρίκος του ευρασιατικού μπλοκ και κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ουάσινγκτον αφενός να ελέγξει την πετρελαιοφόρο περιοχή του Κόλπου, αφετέρου να αποδυναμώσει τους αντιπάλους της. Οι αρχικές προσδοκίες, ωστόσο, διαψεύσθηκαν. Για την ακρίβεια, αυτός ο πόλεμος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μπούμεραγκ για τις ΗΠΑ. Αναμφίβολα, οι Αμερικανοί μπορούν να προκαλέσουν συντριπτικά πλήγματα στο Ιράν, όπως έχει απειλήσει ο Τραμπ, αλλά δεν μπορούν να εμποδίσουν το ισλαμικό καθεστώς:
- Να καταφέρει στρατιωτικά πλήγματα προς αμερικανικούς στόχους στην περιοχή, προς το Ισραήλ και προς τις μοναρχίες του Κόλπου – σ’ αυτές συντριπτικά.
- Να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, ρυθμίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την τιμή του πετρελαίου, του υγροποιημένου φυσικού αερίου και των λιπασμάτων.
Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα και ο Τραμπ και το ισλαμικό καθεστώς έχουν ζωτικό συμφέρον να βρουν ένα συμβιβασμό. Ο μεν πρώτος για να απεμπλακεί, το δε δεύτερο για να αποτρέψει την καταστροφή των πολιτικών υποδομών του Ιράν. Από την άλλη πλευρά, όμως, η απόσταση που τους χωρίζει είναι μεγάλη. Και ο Τραμπ και η Τεχεράνη θέλουν συμβιβασμό, αλλά ο καθένας πολύ πιο κοντά στους δικούς του όρους. Αυτό, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης, είναι που δυσκολεύει το να γεφυρωθεί το χάσμα.
Ο Τραμπ θέλει να αφαιρέσει το εμπλουτισμένο ουράνιο και εν μέρει να αφοπλίσει το Ιράν από το πυραυλικό του οπλοστάσιο, χωρίς να προσφέρει εγγύηση ότι το Ιράν και ο Λίβανος δεν θα ξαναγίνουν στόχοι ισραηλινών επιθέσεων. Επίσης, δεν εγγυάται την άρση των κυρώσεων και την επιστροφή των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων. Η Τεχεράνη συζητάει λύσεις για το πυρηνικό πρόβλημα, αλλά θέτει απαράβατο όρο τα δύο παραπάνω, όπως επίσης και τον έλεγχο του Ορμούζ, όπως προκύπτει από τη γεωγραφία.
Εάν οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήξουν, το μόνο που απομένει στον Τραμπ είναι να κλιμακώσει τους βομβαρδισμούς, δεδομένου ότι δεν συζητάει χερσαία εισβολή. Από ό,τι φαίνεται έχει πειστεί ότι δεν είναι από στρατιωτικής απόψεως ρεαλιστική ούτε μία επιχείρηση κατάληψης του Ορμούζ. Η κλιμάκωση, όμως, δεν θα του λύσει το στρατηγικό του πρόβλημα, που είναι να αποτρέψει την άνοδο της τιμής του πετρελαίου.
Τί θα κάνει η Κίνα
Ο ναυτικός αποκλεισμός που έχει επιβάλει ο αμερικανικός στόλος στερεί πολύτιμα έσοδα από την Τεχεράνη, αλλά είναι αμφίβολο εάν η Κίνα θα αφήσει το Ιράν να καταρρεύσει λόγω έλλειψης χρημάτων, όπως δεν άφησε και τη Ρωσία να καταρρεύσει, αγοράζοντας το πετρέλαιό της. Το Πεκίνο, ναι μεν αποφεύγει την άμεση εμπλοκή και πολύ περισσότερο τη σύγκρουση, αλλά έχει συνείδηση ότι και οι Ρώσοι στην Ουκρανία και οι Ιρανοί στη Μέση Ανατολή πολεμούν και για την Κίνα, με την έννοια ότι εμποδίζουν τις ΗΠΑ να εστιάσουν την ισχύ τους για να την πιέσουν.
Σε αντίθεση με την Κίνα, η οποία εκμεταλλεύεται την οικονομική-βιομηχανική της ανωτερότητα για να επεκτείνει την επιρροή της, οι ΗΠΑ ολοένα και περισσότερο στηρίζονται στη στρατιωτική ισχύ. Επί Τραμπ, μάλιστα, έχει εγκαταλειφθεί και κάθε ιδεολογικό πρόσχημα. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα δείχνουν πως η ροπή της αμερικανικής υπερδύναμης σε στρατιωτικές επεμβάσεις είναι συστημικό φαινόμενο. Είναι μάλιστα, αξιοσημείωτο πως η Ουάσινγκτον πραγματοποιεί στρατιωτικές επεμβάσεις, χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική. Φαίνεται να αντιδρά σε καταστάσεις, χωρίς να διαθέτει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ ουσιαστικά έχουν αποτύχει σ’ όλες τις μεγάλες στρατιωτικές περιπέτειές τους, από το Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τώρα το Ιράν. Καμία από τις τρεις πρώτες (η τέταρτη είναι σε εξέλιξη) δεν οδήγησε σταθερό πολιτικό αποτέλεσμα.
Η σύγκριση με την Κίνα είναι αποκαλυπτική. Η κινέζικη οικονομική διείσδυση παράγει και αποτελέσματα πολιτικής επιρροής, οι αμερικανικές επεμβάσεις κατά κανόνα προκαλούν πολιτικό κόστος. Αυτό προκαλεί μια σταδιακή μετατόπιση ισχύος, η οποία δεν προκύπτει από μια αποφασιστική σύγκρουση, αλλά από το ότι η Κίνα συσσωρεύει πλεονεκτήματα σε πολλά επίπεδα, ενώ οι ΗΠΑ φθείρονται. Η κινέζικη οικονομική διείσδυση είναι εμφανής και αυξανόμενη όχι μόνο στον Παγκόσμιο Νότο, αλλά και στη Συλλογική Δύση. Είναι εξόφθαλμο, άλλωστε, ότι η Κίνα είναι ο μεγάλος κερδισμένος της παγκοσμιοποίησης.
Είναι φαινομενικά παράδοξο που η αμερικανική πολιτική επιρροή και στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιήθηκαν για να στηρίξουν ένα διεθνές σύστημα, το οποίο ευνόησε τον άμεσο ανταγωνιστή των ΗΠΑ, την Κίνα. Αιτία γι’ αυτό είναι ότι το κριτήριο της αμερικανικής πολιτικής δεν ήταν το συμφέρον των ΗΠΑ ως κράτους και κοινωνίας, αλλά το συμφέρον των αμερικανικών πολυεθνικών. Η εκλογή του Τραμπ αντανακλά αυτή την αντίφαση. Μπορεί η πολιτική της επιβολής δασμών να είναι χοντροκομμένη και συχνά αναποτελεσματική, αλλά συνιστά μία προσπάθεια να αντιστραφεί η μεταφορά βιομηχανιών σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος και οι ΗΠΑ να ξαναγίνουν μεγάλη βιομηχανική χώρα, εκτός από δεσπόζουσα δύναμη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην τεχνολογία.
Τί δείχνει η ιστορία
Η Ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις που υπερεκτείνονται στρατιωτικά χωρίς αντίστοιχη οικονομική βάση, σταδιακά παρακμάζουν. Ο Τραμπ το κατάλαβε και γι’ αυτό –με τον δικό του τοξικό τρόπο– προσπάθησε να το παίξει ειρηνοποιός. Οι συστημικές τάσεις της αμερικανικής υπερδύναμης την ωθούν προς άλλη κατεύθυνση. Ειδικότερα, η “αιμομικτική” σχέση της με το Ισραήλ, την κρατούν καθηλωμένη στο ηφαίστειο της Μέσης Ανατολής, παρά το γεγονός ότι σύσσωμη η αμερικανική ελίτ δηλώνει σ’ όλους τους τόνους πως οι ΗΠΑ πρέπει να εστιάσουν στην ανάσχεση της Κίνας.
Δεδομένου ότι το Πεκίνο αποφεύγει επιμελώς να εμπλακεί σε μία σύγκρουση με την Ουάσινγκτον, όλα δείχνουν πως η αντιπαράθεσή τους δεν πρόκειται να κριθεί από μία καθοριστική στρατιωτική αναμέτρηση, αλλά δια της διολισθήσεως, από τη σταδιακή μετατόπιση της συνολικής ισχύος και την εξ αυτού διαμόρφωση νέου διεθνούς συστήματος. Ήδη το μονοπολικό διεθνές σύστημα παραχωρεί σταδιακά τη θέση του σ’ ένα πολυπολικό. Οι δυνάμεις που ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση είναι δομικές. Απλώς, κρίσεις, όπως οι τωρινοί πόλεμοι και στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή λειτουργούν ως επιταχυντές ή επιβραδυντές, αναλόγως της έκβασής τους. Προφανώς, ο Τραμπ έκρινε ότι το ισλαμικό καθεστώς ήταν αποσταθεροποιημένο και ως εκ τούτου μία –από κοινού με το Ισραήλ– αποφασιστική επίθεση εναντίον του θα οδηγούσε στην ανατροπή του.
Ήταν, ωστόσο, προφανές ότι το Ιράν είναι πολύ πιο ανθεκτικό κράτος από όσα έχουν αντιμετωπίσει οι ΗΠΑ μέχρι τώρα. Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε, διαθέτει και ισχυρότατη πυραυλική δύναμη κρούσεως και κυρίως τον έλεγχο του Ορμούζ με ό,τι αυτό σημαίνει για τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και κατ’ επέκταση για τη διεθνή οικονομία. Υποτιμώντας κραυγαλέα τα “χαρτιά” της Τεχεράνης, ο Τραμπ επιτέθηκε, με αποτέλεσμα η “γρήγορη νίκη” να μετατραπεί σε μπούμεραγκ.
Ο εξαναγκασμός μέσω της στρατιωτικής ισχύος, που τόσο πολύ προτιμά ο Τραμπ, έχει ήδη ναυαγήσει με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον τρόπο που θα βλέπουν εφεξής τα κράτη τις ΗΠΑ. Και μόνο ότι το Ιράν έχει μείνει όρθιο και συνεχίζει να ελέγχει το Ορμούζ αφενός του δίνει ένα πολιτικό πλεονέκτημα, αφετέρου αποδομεί την ικανότητα της Ουάσινγκτον να επιβάλει τους όρους της και να απαιτεί από τους άλλους να πληρώσουν το κόστος.
Η κρίση στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη είναι πτυχή της αποτυχίας αυτής της πολιτικής. Και η αποτυχία αυτή αποσταθεροποιεί το σύστημα της παγκόσμιας αμερικανικής ισχύος. Πριν τον Τραμπ, τουλάχιστον, η ρητορική περί “παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης που στηρίζεται σε κανόνες” λειτουργούσε ως ιδεολογικός μανδύας της αμερικανικής ηγεμονίας. Από τη στιγμή που έφυγε από τη μέση ο ιδεολογικός μανδύας, έμεινε γυμνός ο καταναγκασμός. Για να λειτουργεί, όμως, πρέπει να πείθει ότι μπορεί να τσακίζει όποιον αμφισβητεί τον ηγεμόνα.
Με την επίθεση στο Ιράν, οι ΗΠΑ έθεσαν τον εαυτό τους σ’ αυτήν ακριβώς τη δοκιμασία και μέχρι τώρα δεν τα πάνε καλά. Όπως προανέφερα, το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο κι αυτό είναι βασική αιτία, που εμποδίζει ένα συμβιβασμό. Μπορεί ο Τραμπ να διακηρύξει “νίκη”, αλλά σημαία έχει πως θα δουν την έκβαση οι τρίτοι. Το καθεστώς του Ορμούζ είναι κεντρικό κριτήριο. Η ρευστότητα δεν είναι λύση για τις ΗΠΑ. Η δε επανέναρξη των μαζικών βομβαρδισμών του Ιράν, όχι μόνο δεν θα ανοίξει τα Στενά, αλλά και θα προκαλέσει ιρανικές επιθέσεις κορεσμού με drones και πυραύλους εναντίον του αμερικανικού στόλου, που εφαρμόζει το ναυτικό αποκλεισμό.





