ΓΝΩΜΗ

Το σύστημα θέλει συγκυβέρνηση

Το σύστημα θέλει συγκυβέρνηση, Απόστολος Αποστόλου
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΤΣΑΡΑΣ

«Όταν η εξουσία μοιράζεται συγκυριαρχίες χωρίς αρχές, τότε η δημοκρατία πεθαίνει»,  Σαρλ ντε Γκωλ. Δεν είναι η πρώτη φορά που το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα επιχειρεί να μεταμφιέσει την αγωνία του σε “εθνική ανάγκη”. Ούτε είναι η πρώτη φορά που οι οικονομικές ελίτ, οι ολιγάρχες της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, οι ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης και οι διαχειριστές της δημόσιας εικόνας αναζητούν έναν νέο συνεταιρισμό εξουσίας για να διασώσουν το υπάρχον καθεστώς. Εκείνο που σήμερα εμφανίζεται ως “σταθερότητα”, αύριο θα καταγραφεί ως ιστορική συνενοχή.

Η συζήτηση για συγκυβέρνηση που διοχετεύεται συστηματικά στα τηλεοπτικά πάνελ, στα δημοσιογραφικά γραφεία και στους διαδρόμους της οικονομικής ισχύος δεν αφορά απλώς ένα πιθανό κυβερνητικό σχήμα. Αφορά τη βαθύτερη αγωνία ενός συστήματος που φοβάται μήπως η κοινωνία απαιτήσει την επιστροφή όσων της αφαιρέθηκαν. Φοβάται μήπως η πολιτική ξαναγίνει υπόθεση των πολιτών και όχι των χορηγών της.

Γι’ αυτό και η ιδέα μιας συνεργασίας του κόμματος ΕΛΑΣ με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν παρουσιάζεται ως πολιτική επιλογή, αλλά ως δήθεν μονόδρομος. Εξάλλου πρέπει κάποιο κόμμα να ξεπλύνει τη ΝΔ. Έτσι αναζητείται συνέταιρος της συνεχιζόμενος παρακμής για να συγκυβερνήσει με το κόμμα της ΝΔ και να δημιουργηθεί ένα Μαύρο Μέτωπο. Οι ίδιοι κύκλοι που για χρόνια επένδυσαν στην απορρύθμιση των θεσμών, στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου, στη διάχυση του φόβου και στην ηθική κόπωση της κοινωνίας, εμφανίζονται σήμερα ως εγγυητές της “ομαλότητας”.

Ποιας ομαλότητας όμως;

Της ομαλότητας των απευθείας αναθέσεων; Της ομαλότητας των υποκλοπών; Της ομαλότητας των δικογραφιών που ταξιδεύουν ανάμεσα στην ελληνική και την ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη; Της ομαλότητας ενός κράτους που λειτουργεί ως λάφυρο; Η Ελλάδα των τελευταίων ετών οικοδομήθηκε πάνω σε μια ιδιότυπη σύμπραξη πολιτικής και επικοινωνιακής εξουσίας. Τα μέσα ενημέρωσης δεν λειτούργησαν ως ελεγκτές της κυβέρνησης, αλλά ως πολλαπλασιαστές της κυβερνητικής αφήγησης. Η εξουσία δεν αρκέστηκε στη διαχείριση του κράτους αλλά επιχείρησε επίσης να ελέγξει τη γλώσσα, την πληροφορία, την αλήθεια την ίδια.

Έτσι, η κοινωνία εκπαιδεύτηκε να φοβάται περισσότερο την αλλαγή παρά τη διαφθορά. Να θεωρεί φυσιολογικό ότι τα χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταλήγουν ξανά στους ίδιους επιχειρηματικούς ομίλους. Να αποδέχεται ότι το δημόσιο συμφέρον θα υποχωρεί διαρκώς μπροστά στην ιδιωτική κερδοφορία. Το Ταμείο Ανάκαμψης, αντί να αποτελέσει ευκαιρία ανασυγκρότησης της κοινωνίας, κινδυνεύει να μετατραπεί σε νέο εργαλείο άνισης αναδιανομής. Οι μικρές επιχειρήσεις παραμένουν αποκλεισμένες, η εργασία αποδυναμώνεται, η περιφέρεια ερημώνει, και η νέα γενιά εγκαταλείπει τη χώρα ή τέλος πάντων συμβιβάζεται με μια ζωή χαμηλών προσδοκιών.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, το κρίσιμο ερώτημα επιστρέφει επίμονα: Θα συνεργαστεί το κόμμα ΕΛΑΣ με τη ΝΔ; Και ακόμη περισσότερο: Θα θελήσει ο Αλέξης Τσίπρας να συγκυβερνήσει με μια κυβέρνηση που συνοδεύεται από σκιές θεσμικής εκτροπής και δικαστικών ερευνών;

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι υπαρξιακό για ολόκληρη την αντιπολιτευτική παράταξη. Διότι κάθε σύμπραξη με την εξουσία που κατηγορήθηκε για απαξίωση των θεσμών κινδυνεύει να εκληφθεί ως ιστορική αμνησία. Και η αμνησία στην πολιτική δεν συγχωρείται εύκολα.

Οι υποστηρικτές μιας τέτοιας συνεργασίας θα μιλήσουν για “ρεαλισμό”. Όμως ο ρεαλισμός χωρίς ηθικό πυρήνα μετατρέπεται σε απόλυτο κυνισμό. Και ο κυνισμός είναι η τελευταία ιδεολογία των παρακμασμένων συστημάτων. Αν πράγματι δεν υπάρξει αυτοδυναμία, η χώρα θα βρεθεί μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Από τη μία, η αναπαραγωγή ενός συστήματος εξουσίας που έχει ήδη εξαντλήσει τα κοινωνικά του αποθέματα. Και βέβαια από την άλλη, η δύσκολη αλλά αναγκαία αναζήτηση μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας.

Συγκυβέρνηση θα πει αργός θάνατος

Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες κρίσεις δεν γεννούν μόνο αυταρχισμό, αλλά γεννούν και ευκαιρίες αναγέννησης. Το ζήτημα όμως είναι αν υπάρχουν ακόμη πολιτικές δυνάμεις πρόθυμες να συγκρουστούν με τα κέντρα ισχύος ή αν όλες έχουν αποδεχθεί τον ρόλο του διαχειριστή. Οι ολιγάρχες δεν ενδιαφέρονται για ιδεολογίες. Ενδιαφέρονται για τη συνέχεια του μοντέλου που τους ευνοεί. Για ένα κράτος ελεγχόμενο, για μια κοινωνία κουρασμένη, για μια δημοκρατία χωρίς πραγματική συμμετοχή. Γι’ αυτό και επενδύουν στη σύγχυση. Θέλουν οι διαφορές να μοιάζουν ασήμαντες, ώστε τίποτε ουσιαστικό να μην αλλάξει.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει συγκυβέρνηση. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει αντιπολίτευση με ιστορική συνείδηση. Αν θα υπάρξει πολιτική δύναμη που θα αρνηθεί να νομιμοποιήσει την παρακμή στο όνομα της “σταθερότητας”. Διότι υπάρχουν στιγμές όπου η σταθερότητα δεν είναι αρετή. Είναι απλώς η παράταση της σήψης.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx