Η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν και οι εύκολες συμπάθειες…
26/07/2026
Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν άναψε πάλι για τα καλά και είναι φυσικό να αναζωπυρώνεται και το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον γύρω από αυτόν. Για άλλη μια φορά παρατηρώ ότι αρκετά κόμματα και μέσα ενημέρωσης που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικά δείχνουν, λίγο ή πολύ, μια συμπάθεια προς το Ιράν. Αυτό με προβληματίζει, γιατί θα περίμενα μια πιο ισορροπημένη στάση απέναντι σε μια σύγκρουση όπου καμία πλευρά δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αθώα.
Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ιράν ακολουθούν πολιτικές διεύρυνσης της επιρροής τους πέρα από τα σύνορά τους. Οι διαφορές των πολιτικών τους συστημάτων είναι μεγάλες, όμως και οι δύο χώρες λειτουργούν με γνώμονα την προώθηση των γεωπολιτικών τους συμφερόντων, συχνά αδιαφορώντας για τις συνέπειες που αυτό έχει στους λαούς της περιοχής.
Είναι γνωστό ότι η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε ή κατασκεύαζε όπλα μαζικής καταστροφής. Ο ισχυρισμός αυτός αποδείχθηκε αργότερα αβάσιμος και η επέμβαση βύθισε το Ιράκ σε μια μακρά περίοδο αποσταθεροποίησης.
Ιράν και Μέση Ανατολή
Μέσα σε αυτό το κενό ισχύος το Ιράν αύξησε σημαντικά την πολιτική, θρησκευτική και στρατιωτική επιρροή του στο σιιτικό τμήμα του Ιράκ. Η επιρροή αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας στρατιωτικής νίκης επί του Ιράκ, αλλά των νέων συσχετισμών που δημιουργήθηκαν μετά την πτώση του Σαντάμ. Το γεγονός αυτό ενθάρρυνε την Τεχεράνη να επεκτείνει ακόμη περισσότερο το δίκτυο των συμμάχων και των οργανώσεων που υποστήριζε στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Τα επόμενα χρόνια η περιοχή συγκλονίστηκε από πολέμους, εμφύλιες συγκρούσεις και την άνοδο ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων. Στη Συρία, ειδικά, εκτυλίχθηκαν πρωτοφανείς φρικαλεότητες, ενώ το ISIS άφησε πίσω του χιλιάδες θύματα και τεράστιες καταστροφές. Παράλληλα, η διεθνής τρομοκρατία συνέχισε να αποτελεί απειλή για πολλές χώρες, αν και δεν πρέπει να συγχέονται διαφορετικές οργανώσεις και διαφορετικές ιστορικές περίοδοι.
Παρά τις κατά καιρούς στρατιωτικές ήττες των συμμάχων του, το Ιράν διατήρησε ισχυρά ερείσματα στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ και στην Υεμένη. Για την προστασία αυτών των επιρροών επένδυσε σημαντικούς πόρους στην ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων και στο πυρηνικό του πρόγραμμα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τη Δύση, το Ισραήλ και διεθνείς οργανισμούς.
Ταυτόχρονα, η υποστήριξη που παρείχε σε οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και η Χαμάς στη Γάζα αύξησε καθοριστικά τη στρατιωτική ισχύ τους. Οι οργανώσεις αυτές απέκτησαν τέτοια δύναμη ώστε συχνά λειτουργούσαν με σημαντικό βαθμό αυτονομίας σε σχέση με τις επίσημες κρατικές αρχές των περιοχών όπου δραστηριοποιούνται.
Η κλιμακούμενη αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ οδήγησε τελικά σε μια διαρκώς εντεινόμενη σύγκρουση, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με το επιχείρημα ότι πρέπει να εμποδιστεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν και να προστατευθεί η ασφάλεια των συμμάχων τους στην περιοχή.
Φτάνει πια με τους «καλούς» και τους «κακούς»
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουμε μια τόσο σύνθετη σύγκρουση με όρους «καλών» και «κακών»; Η ιστορία της Μέσης Ανατολής δείχνει ότι τόσο οι μεγάλες δυνάμεις όσο και οι περιφερειακοί παίκτες έχουν συμβάλει στη δημιουργία των σημερινών αδιεξόδων. Για τον λόγο αυτό, η αντικειμενική προσέγγιση απαιτεί να κρίνουμε όλες τις πλευρές με τα ίδια μέτρα και σταθμά και όχι να αναζητούμε εύκολες συμπάθειες ανάλογα με τις πολιτικές μας προτιμήσεις.
«Η αντικειμενικότητα παραμένει αναγκαία για την κατανόηση των διεθνών εξελίξεων. Ωστόσο, τα κράτη δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι παρατηρητές. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή αυξημένων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και αντιμετωπίζει συγκεκριμένες προκλήσεις ασφαλείας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε αφηρημένες αρχές, αλλά και σε μια ρεαλιστική αξιολόγηση για το ποιο θα είναι το δικό της Quo Vadis.
Το ζητούμενο δεν είναι η άκριτη ταύτιση με οποιαδήποτε μεγάλη δύναμη, αλλά η οικοδόμηση σχέσεων που ενισχύουν την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και δημιουργούν στρατηγικό βάθος. Η συμμετοχή σε συμμαχίες, η εμβάθυνση συνεργασιών με χώρες που έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και η διατήρηση ισχυρών δεσμών με τα ευρωατλαντικά κέντρα αποφάσεων αποτελούν επιλογές που υπαγορεύονται κυρίως από τις ανάγκες εθνικής ασφάλειας.
Με άλλα λόγια, η αντικειμενική ανάλυση των διεθνών γεγονότων δεν αποκλείει την υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων. Αντίθετα, επιτρέπει στην Ελλάδα να επιλέγει συμμάχους και να διαμορφώνει πολιτικές με γνώμονα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την προστασία της εθνικής της κυριαρχίας.»





