Η συνθήκη INF και η μεταπυρηνική ρελάνς των ΗΠΑ

Κώστας Γρίβας
942
Η συνθήκη INF και η μεταπυρηνική ρελάνς των ΗΠΑ, Κώστας Γρίβας

Το 1987 είχε υπογραφεί η αμερικανοσοβιετική συνθήκη INF για τα μεσαίου βεληνεκούς πυρηνικά όπλα. Πριν από μερικές ημέρες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από αυτή τη συνθήκη. Αυτό που δεν έγινε ιδιαίτερα κατανοητό είναι ότι η Ουάσιγκτον προχωρά σε αυτήν την κίνηση όχι τόσο για να ενισχύσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, αλλά για να προωθήσει τα λεγόμενα «μεταπυρηνικά υπερόπλα» (post nuclear super weapons), δηλαδή εξελιγμένα πυραυλικά συστήματα στρατηγικών εφαρμογών, εφοδιασμένα με συμβατικές κεφαλές.

Η συνθήκη INF απαγορεύει την ανάπτυξη και κατοχή χερσαία εκτοξευόμενων πυραυλικών συστημάτων, τόσο βαλλιστικών πυραύλων όσο και πυραύλων cruise, με βεληνεκές μεταξύ 500 και 5.500 χλμ, ανεξαρτήτως αν μεταφέρουν πυρηνικές ή συμβατικές κεφαλές. Για πολλά χρόνια αυτός ο περιορισμός δεν προβλημάτιζε ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι, ως ναυτική δύναμη, τα πυραυλικά συστήματα που χρησιμοποιούσαν σε αυτές τις κατηγορίες βεληνεκούς εκτοξεύονταν από πλοία ή αεροσκάφη.

Τα τελευταία χρόνια, οι Κινέζοι έθεσαν νέα δεδομένα. Συγκεκριμένα, για να κυριαρχήσουν στη Νότιο Σινική Θάλασσα, ανέπτυξαν μια σειρά από καινοφανή πυραυλικά συστήματα, όπως κατευθυνόμενους βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον πλοίων (ASBM). Πιο γνωστός εκπρόσωπος είναι το περιβόητο σύστημα Dong Feng 21D (DF-21D), το βεληνεκές του οποίου ξεπερνά τα 1500 χλμ και απειλεί τα αεροπλανοφόρα του αμερικανικού ναυτικού.

Επενδύοντας σε παρόμοια συστήματα, καθώς και σε προηγμένα αντιαεροπορικά μεγάλου βεληνεκούς, οι Κινέζοι αναπτύσσουν πλέγματα «αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής» (A2/AD), τα οποία αποσκοπούν να διαμορφώσουν «φυσαλίδες» (bubbles), μέσα στις οποίες αν εισέλθουν αμερικανικά πλοία ή αεροσκάφη θα διατρέξουν μεγάλο κίνδυνο. Παρόμοιες «φυσαλίδες» αναπτύσσουν και οι Ρώσοι, επενδύοντας σε προηγμένα συστήματα αεράμυνας όπως είναι το S-400 και το διάδοχό του πυραυλικό σύστημα S-500.

Η απάντηση των Αμερικανών

Οι Αμερικανοί κατενόησαν ότι για να διαπεράσουν αυτά τα πλέγματα θα έπρεπε να αναπτύξουν και χερσαία εκτοξευόμενα πυραυλικά συστήματα υπερυψηλής ακρίβειας και μεγάλου βεληνεκούς, ενώ σε θαλάσσια περιβάλλοντα κοντά στις ακτές, ο Στρατός Ξηράς των ΗΠΑ θα έπρεπε να είναι σε θέση να προσβάλει και εχθρικά πολεμικά πλοία. Έτσι, το 2016 ο αμερικανικός στρατός παρουσίασε την «αντίληψη» (concept) των «Διαχωρικών Πυρών» (Cross Domain Fires), το οποίο εν συνεχεία ενσωματώθηκε στο ευρύτερο δόγμα της «Πολυχωρικής Μάχης» (Multi Domain Battle).

Τα «Διαχωρικά Πυρά» προβλέπουν την ανάπτυξη χερσαία εκτοξευόμενων πυραυλικών συστημάτων, τα οποία θα μπορούν να προσβάλουν κινούμενους στόχους και στη στεριά και στη θάλασσα, σε μεγάλες αποστάσεις. Έτσι, αρχικώς αναπτύχθηκε μια έκδοση του πυραύλου ATACMS με βεληνεκές 350 χλμ, που είναι σε θέση να προσβάλει και πολεμικά πλοία. Στη συνέχεια, οι Αμερικανοί ανέπτυξαν ένα νέο χερσαία εκτοξευόμενο πύραυλο ικανό να χτυπήσει κινούμενους στόχους τόσο στη στεριά όσο και τη θάλασσα, τον DeepStrike.

Το βλήμα αυτό αναφέρεται ότι έχει βεληνεκές 499 χλμ, ακριβώς για να μην παραβιάζει τη συνθήκη INF. Όμως, ήταν δεδομένο ότι αυτός ο περιορισμός δεν μπορούσε να παραμείνει, όταν, όχι μόνο η Κίνα και η Ρωσία, αλλά και χώρες όπως το Ιράν, ανέπτυσσαν «έξυπνα» πυραυλικά συστήματα. Αυτά τα συστήματα θα μπορούν να απειλήσουν τις υπερπολύτιμες αμερικανικές πλατφόρμες μάχης, όπως είναι τα αεροπλανοφόρα. Δύσκολα, λοιπόν, θα μπορούσαν να παραμείνουν οι ΗΠΑ έξω από την ανάπτυξη παρόμοιων όπλων εξαιτίας μιας ψυχροπολεμικές συνθήκης.

Η εξέλιξη αυτή, λοιπόν, λύνει τα χέρια της αμερικανικής πολεμικής μηχανής. Οι μελλοντικές επιπτώσεις της στον συσχετισμό δυνάμεων είναι απροσδιόριστες. Σε κάθε περίπτωση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι, σε βάθος χρόνου, αυτά τα νέα όπλα θα έχουν δραματικές επιδράσεις όσον αφορά τη διαμόρφωση των ισορροπιών ισχύος και στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.