Ο τρίτος πόλεμος του Κόλπου κρίνει την ηγεμονία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή
11/08/2026
Ο πόλεμος Ιράν-ΗΠΑ/Ισραήλ εισέρχεται σε κρίσιμο σημείο, καθώς μετά από σχεδόν έξι μήνες συγκρούσεων η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν έχει μεταφραστεί σε σαφές πολιτικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα, ενώ η σύγκρουση αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και αμφισβητεί την αμερικανική επιρροή στην περιοχή.
Ο πόλεμος μεταξύ Ιράν-ΗΠΑ/Ισραήλ που σε λίγο θα συμπληρώσει μισό χρόνο βρίσκεται σε σημείο καμπής, έχοντας διανύσει τέσσερεις διαφορετικές χρονολογικές φάσεις.
Οι τέσσερεις φάσεις του πολέμου
α) 28 Φεβρουαρίου – 7 Απριλίου
Η κυρία φάση όπου η ένταση και έκταση του πόλεμου ήταν πρωτοφανής με εξάπλωση της σύγκρουσης σε ολόκληρη την περιοχή, μην αφήνοντας ανεπηρέαστο κανένα κράτος του Κόλπου
β) 8 Απριλίου – 20 Ιουνίου
Η περίοδος της ανεπίσημης ανακωχής (αρχικά για δυο εβδομάδες) όπου οι αντιμαχόμενοι δρομολογήσαν διαπραγματεύσεις με τη διαμεσολάβηση του Πακιστάν. Οι ΗΠΑ παρεμπόδισαν την είσοδο στα ιρανικά λιμάνια και η εκεχειρία παραβιάστηκε σποραδικά και από τις δυο πλευρές
γ) 17 Ιουνίου – 7 Ιουλίου
Η υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης ως βάση των διαπραγματεύσεων προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία ειρήνευσης
δ) 8 Ιουλίου – έως τώρα
Αδιέξοδο στις συζητήσεις, τέλος της εκεχειρίας και επανέναρξη των εχθροπραξιών. Η αμερικανική πλευρά βομβάρδισε για δυο εβδομάδες το Ιράν. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να απειλούν με κλιμάκωση είτε καταστρέφοντας εκτός των στρατιωτικών, ενεργειακούς και πολιτικούς στόχους είτε διεξάγοντας μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση.
Οι ΗΠΑ αυτό-εγκλωβίζονται
Η 47ος πρόεδρος επέλεξε τη μετωπική σύγκρουση με το ιρανικό καθεστώς την οποία κανένας προκάτοχός του δεν είχε αποτολμήσει. Όμως η ασάφεια στόχων, ο μη ακριβής προσδιορισμός των μέσων, το ακαθόριστο χρονοδιάγραμμα και η έλλειψη σχεδίου εξόδου από τον πόλεμο, ανέδειξαν την αδυναμία των ΗΠΑ να φέρουν τα αποτελέσματα που επιτρέπει την απεμπλοκή τους με πρόσημο νίκης.
Η απουσία του αμερικανικού στρατηγικού σχεδιασμού αντανακλάται στον ανορθολογικό τρόπο που οι ΗΠΑ πορεύονται, ακολουθώντας τα γεγονότα και τις εξελίξεις, ενώ αδυνατούν να ελέγξουν σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική του πολέμου. Η στρατιωτική υπέροχη δεν μετουσιώνεται σε πολιτικά αποτελέσματα επί του πεδίου. Οι αμφίσημες και αλλοπρόσαλλες δήλωσες του Ντόναλντ Τραμπ επιτείνουν τη σύγχυση και αποδομούν κάθε προοπτική σοβαρού προγραμματισμού από την αμερικανική διοίκηση πέρα από έναν βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.
Η προσωπική διπλωματία του αμερικανού προέδρου δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η αδυναμία των ΗΠΑ να διατηρήσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Όρμουζ έχει και σημειολογική σημασία, αφού ο έλεγχος των θαλάσσιων διαδρομών και των “σημείων πνιγμού” είναι συστατικά στοιχεία της αμερικανικής προβολής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αμερικανική θαλασσοκρατία τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Με ιστορικές αναλογίες, η υπερδύναμη βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με την Αγγλία και τη Γαλλία το 1956. Αν και οι αποικιοκρατικές δυνάμεις νίκησαν στρατιωτικά την Αίγυπτο, η Διώρυγα του Σουέζ έμεινε στον έλεγχο του νασερικού καθεστώτος καταρρακώνοντας το κύρους τους.
Η εσωτερικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ
Ο όρος “εσωτερικοποίηση” της εξωτερικής πολιτικής αναφέρεται στη σύνδεση ενός διεθνούς θέματος, επίκαιρου και μείζονος, με εσωτερικά πολιτικά ζητήματα που θίγουν άμεσα την αμερικανική κοινωνία. Εν προκειμένω, η εξωτερική πολιτική αποτελεί θέμα συζήτησης στο εσωτερικό των ΗΠΑ και καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κοινή γνώμη όπως συμβαίνει με τους υπόλοιπους τομείς της δημόσιας πολιτικής. Επιδρά στο αίσθημα εθνικής ασφάλειας, στη δημόσια ευμάρεια και γίνεται προτεραιότητα της εκλογικής βάσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας κατάστασης είναι οι μακροχρόνιες και δαπανηρές στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό.
Το Ιράν εργαλειοποιεί στο έπακρο τον έλεγχο των Στενών του Όρμουζ, προκαλώντας ενεργειακή ασφυξία και οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο, μετακυλίοντας μέρος των επιπτώσεων και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι περιορισμοί που τίθενται από τη διάχυση του χάους εγκλωβίζουν την αμερικανική πλευρά στη λήψη κομβικών αποφάσεων, αφού η σχέση κόστους-οφέλους αποτελεί σημαντική πλέον παράμετρο υπολογισμού σε κάθε επιλογή που έχει επιπτώσεις στην ίδια τη χώρα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν ενδιαφέρεται για την πρόσκαιρη κατάσταση της οικονομίας και το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών, στο βαθμό που οι ΗΠΑ θα επιτύχουν μακροχρόνια τετελεσμένα έναντι του Ιράν. Η δημοτικότητα κινείται δημοσκοπικά στην κλίμακα του 30%, τα 2/3 των Αμερικανών δεν εγκρίνουν τον τρόπο διαχείρισης και την αποτελεσματικότητα του πολέμου, οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει 20,50 δις. δολ. και αλλά 80 δις. δολ. έχουν ζητηθεί από το Κογκρέσο. Η παρατεταμένη εμπλοκή στο Ιράν έχει γίνει αντικείμενο σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης και έχει διχάσει την κοινωνία.
Η δημόσια συναίνεση στους προεδρικούς χειρισμούς δεν είναι αυτονόητη. Μια σειρά από επιτυχημένους προέδρους στην ιστορία των ΗΠΑ δεν κατάφεραν να επανεκλεγούν ή να τελειώσουν τη θητεία τους με εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό δημοτικότητας λόγω λανθασμένων επιλογών ή κακών χειρισμών σε θέματα ανάμειξης των ΗΠΑ στο διεθνές γίγνεσθαι (Λίντον Τζόνσον, Τζιμ Κάρτερ, Τζιμ Ο. Μπους). Η τωρινή κυβέρνηση με την αποτυχημένη εμπλοκή στο Ιράν (έως τώρα) ζημιώνει το κύρος της χώρας διεθνώς και έχει ηθικό και οικονομικό αντίκτυπο στο εσωτερικό που θα κρίνει εν πολλοίς το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών.
Το αμερικανικό δίλημμα
Η Μέση Ανατολή έχει ταυτιστεί με τις τραγωδίες της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι τελευταίες “βουλιάζουν στην κινούμενη άμμο” της περιοχής. Ο κύριος λόγος της αποτυχίας τους έγκειται στη λανθασμένη ανάγνωση και στην υποτίμηση των πολιτιστικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών δεδομένων που λειτουργούν διαφορετικά σε σχέση με τη Δύση. Η κατοχή του Ιράκ επέφερε στο τέλος της δεύτερης θητείας του Τζορτζ Μπους τη δύση της αμερικανικής μονοκρατορίας και την ανάδειξη ενός νέου πολυπολικού κόσμου.
Η παρούσα σύγκρουση δημιουργεί ισχυρές μοχλεύσεις και λαμβάνουν χώρα τεκτονικές αλλαγές στον επαναπροσδιορισμό συμφερόντων και στις ανακατανομές ισχύος. Μια μετα-αμερικανική νέα Μέση Ανατολή φαίνεται να αναδύεται. Τα αραβικά κράτη του Κόλπου αναλαμβάνουν τα αμυντικά βάρη από τις ΗΠΑ, αναζητούν νέες συμμαχίες και επιδιώκουν (έστω και μερικώς) την απευθείας συνεννόηση με το Ιράν ώστε να αντιμετωπίσουν τα πολλαπλά διλήμματα ασφαλείας. Η εξασθένιση της αμερικανικής ηγεμονικής φωνής επηρεάζει το στρατηγικό σχεδιασμό διαφορετικών χωρών της ευρύτερης περιοχής, από το Κουβέιτ και τα ΗΑΕ, μέχρι τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.
Η αμερικανική προεδρία βρίσκεται εν όψει ενός κομβικού διλήμματος. Η πρώτη επιλογή είναι να συνεχίσει τη μέγιστη οικονομική και στρατιωτική πίεση στο Ιράν, χωρίς όμως να καταφέρει να επαναφέρει το status quo ante στα Στενά και να θέσει υπό έλεγχο το πυρηνικό πρόγραμμα. Στην περίπτωση αυτή θα πρόκειται ξεκάθαρα για ήττα των ΗΠΑ.
Η δεύτερη επιλογή είναι να προχωρήσει σε χερσαία επιχείρηση αμφιβόλου αποτελέσματος που πιθανόν να εγκλωβίσει τα αμερικανικά στρατεύματα σε μια ατέρμονη διαδικασία. Φυσικά υπάρχει το ενδεχόμενο να παραμείνει ο Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου μια “παγωμένη σύγκρουση”, όσο και αν αυτό φαντάζει λιγότερο πιθανό, λαμβάνοντας υπόψιν τις συνεχιζόμενες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Ο τρίτος πόλεμος του Κόλπου με τα σημερινά δεδομένα εξελίσσεται σε φιάσκο για τις ΗΠΑ, ανασύροντας μνήμες από τις αποτυχίες του Αφγανιστάν και του Ιράκ. Ο τρόπος εφαρμογής της συντριπτικής στρατιωτικής υπεροχής και της πολιτικής καταναγκαστικής διαπραγμάτευσης, πίεσης και προσωποπαγούς διπλωματίας έδειξε τα όρια της αμερικανικής επιρροής σε ένα ακραίο αυταρχικό καθεστώς





