Οι ΗΠΑ φέρνουν Συρία και Ισραήλ στο τραπέζι – Η αναδίπλωση του πρέσβη Μπάρακ – Στον ΟΗΕ η Κύπρος για τον αγωγό
24/08/2026
Η εβδομάδα ξεκινά με δύο ανοιχτά μέτωπα στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην Κύπρο, η διαμάχη για τον σχεδιαζόμενο αγωγό φυσικού αερίου μεταξύ Τουρκίας και κατεχομένων μεταφέρεται πλέον στο διπλωματικό πεδίο, καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία απευθύνθηκε στον ΟΗΕ, λίγες ημέρες πριν από τη νέα συνάντηση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν.
Στη Συρία, την ίδια ώρα, η κατάσταση αποκτά νέα διάσταση καθώς η Δαμασκός επιβεβαίωσε ότι πραγματοποιήθηκαν στην Ιορδανία συνομιλίες υψηλού επιπέδου με το Ισραήλ, υπό αμερικανική διαμεσολάβηση.
Η Λευκωσία προσφεύγει στον ΟΗΕ για τον αγωγό
Η Κυπριακή Δημοκρατία έθεσε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών τις αντιρρήσεις της για το μνημόνιο Τουρκίας–”ΤΔΒΚ” σχετικά με τον σχεδιαζόμενο αγωγό φυσικού αερίου, λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση του Νίκου Χριστοδουλίδη με τον Τουφάν Ερχιουρμάν στις 26 Αυγούστου, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας στον ΟΗΕ, Μαρία Μιχαήλ, ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρες να μεταφέρει τις αντιρρήσεις της Λευκωσίας για το έργο. Η κυπριακή πλευρά υποστηρίζει ότι οι τουρκοκυπριακές αρχές δεν έχουν δικαίωμα να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες που αφορούν θαλάσσιες περιοχές τις οποίες διεκδικεί η Κυπριακή Δημοκρατία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο σχεδιαζόμενος υποθαλάσσιος αγωγός που θα συνδέει το Αναμούρ της Τουρκίας με τον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό Τεκνέτσικ, κοντά στην Κερύνεια. Ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ έχει αναφέρει ότι το έργο θα έχει συνολικό μήκος 101 χιλιομέτρων, περιλαμβάνοντας και τμήμα κάτω από τη Λεβαντίνη Θάλασσα.
Το μνημόνιο για το έργο υπεγράφη τον Ιούλιο μεταξύ της Τουρκίας και της “ΤΔΒΚ”. Σύμφωνα με την Άγκυρα, πρόκειται για ένα έργο ενεργειακής σύνδεσης της τουρκικής ηπειρωτικής χώρας με τη βόρεια Κύπρο. Η κίνηση της Λευκωσίας στον ΟΗΕ έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για το Κυπριακό. Στη συνάντηση της 26ης Αυγούστου αναμένεται να συζητηθούν τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα επόμενα βήματα της διαδικασίας, καθώς και η προοπτική μιας διευρυμένης διάσκεψης.
Συνομιλίες Συρίας και Ισραήλ στην Ιορδανία
Η Συρία επιβεβαίωσε επισήμως ότι πραγματοποιήθηκε στην Ιορδανία συνάντηση υψηλού επιπέδου μεταξύ συριακής και ισραηλινής αντιπροσωπείας, υπό αμερικανική διαμεσολάβηση. Σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο SANA, στη συριακή αντιπροσωπεία συμμετείχαν ο υπουργός Εξωτερικών Ασάαντ Χασάν αλ-Σιμπάνι, καθώς και οι επικεφαλής της Γενικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Από την ισραηλινή πλευρά συμμετείχαν ανώτατοι αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των προσπαθειών αποκλιμάκωσης μετά τις πρόσφατες ισραηλινές επιθέσεις σε συριακό έδαφος και την αυξανόμενη ένταση στη νότια Συρία. Στόχος είναι η σταθεροποίηση της κατάστασης στη Συρία και η αποτροπή μιας ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε η δημιουργία πρακτικών μηχανισμών για τον τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων, των επιχειρήσεων συλλήψεων και των στοχευμένων ενεργειών, καθώς και η επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας ασφαλείας.
Μια τέτοια συμφωνία, σύμφωνα με τη συριακή πλευρά, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια ευρύτερη μελλοντική συμφωνία. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη αναλάβει προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμού επικοινωνίας και αποτροπής συγκρούσεων μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας.
Οι κόκκινες γραμμές της Δαμασκού
Κατά τη συνάντηση, η συριακή πλευρά υπογράμμισε ότι η Συρία είναι κυρίαρχο κράτος και έχει πλήρες δικαίωμα να ανασυγκροτήσει και να αναπτύξει τον εθνικό της στρατό, καθώς και να καθορίζει τις συμμαχίες και τις συνεργασίες της σύμφωνα με τα εθνικά της συμφέροντα. Η Δαμασκός ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί ρυθμίσεις ή μηχανισμούς που θα περιορίζουν αυτά τα κυριαρχικά δικαιώματα.
Παράλληλα, επανέλαβε τη θέση της ότι τα κατεχόμενα Υψίπεδα του Γκολάν αποτελούν συριακό έδαφος. Ωστόσο, σημείωσε ότι η συζήτηση για το τελικό καθεστώς του Γκολάν και την οριστική επίλυση του ζητήματος είναι πρόωρη στην παρούσα φάση. Ως άμεση προτεραιότητα η Συρία θέτει την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων στις γραμμές που υπήρχαν πριν από τις 8 Δεκεμβρίου 2024, καθώς και την επανενεργοποίηση και πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας Αποδέσμευσης του 1974.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ. Σύμφωνα με το SANA, οι συνομιλίες αφορούσαν και την ανάγκη γεφύρωσης των διαφορών των δύο χωρών, ώστε η ένταση μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ να μην μεταφερθεί στο συριακό έδαφος.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα μετά το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση του Αμπού αλ-Ντουχούρ. Η επίθεση προκάλεσε έντονη αντίδραση της Τουρκίας και αύξησε τις ανησυχίες για το ενδεχόμενο ενός απευθείας επεισοδίου μεταξύ των δύο χωρών στη Συρία. Ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία Τομ Μπάρακ έχει δηλώσει ότι η Ουάσιγκτον εργάζεται για τη δημιουργία μηχανισμού αποτροπής συγκρούσεων μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας.
Συμμετοχή της Συρίας στη Συμφωνία της Μέκκας;
Η Συρία δεν έχει αποφασίσει ακόμη εάν θα ενταχθεί στη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, την οποία έχουν υπογράψει η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Ο υπουργός Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ Χασάν αλ-Σιμπάνι δήλωσε κατά την επίσκεψή του στο Ισλαμαμπάντ ότι η Δαμασκός εξετάζει τις επιλογές της. Παράλληλα, χαρακτήρισε την Τουρκία βασικό εταίρο στις προσπάθειες ανοικοδόμησης της Συρίας, υπογραμμίζοντας τη σημασία των κοινών συνόρων των δύο χωρών.
Οι δηλώσεις έγιναν μετά τις επαφές του Σύρου υπουργού με Πακιστανούς αξιωματούχους, με αντικείμενο την περιφερειακή ασφάλεια και τη διμερή αμυντική συνεργασία. Η επίσκεψη του αλ-Σιμπάνι στο Πακιστάν είχε επίσης ως αντικείμενο τη διεύρυνση των διμερών σχέσεων και των περιφερειακών συνεργασιών.
Συρία: Η αναδίπλωση Μπάρακ
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ, δήλωσε την Κυριακή ότι η πολιτική της Ουάσιγκτον για τα Υψίπεδα του Γκολάν παραμένει αμετάβλητη, ανασκευάζοντας προηγούμενες δηλώσεις του σύμφωνα με τις οποίες το Ισραήλ εξακολουθεί να κατέχει την περιοχή.
Ο Μπάρακ διευκρίνισε τη θέση του σε δήλωση στο Associated Press (AP), λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του που φάνηκαν να έρχονται σε αντίθεση με τη θέση του προέδρου Τραμπ για την αμφισβητούμενη περιοχή και προκάλεσαν αντιδράσεις από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές. Ο Μπάρακ δήλωσε ότι η αμερικανική πολιτική για τα Υψίπεδα του Γκολάν καθορίστηκε από τον Τραμπ το 2019 και έκτοτε δεν έχει αλλάξει.
«Η πολιτική των ΗΠΑ για το Γκολάν καθορίστηκε από τον πρόεδρο Τραμπ το 2019 και παραμένει αμετάβλητη», ανέφερε ο Μπάρακ στη δήλωσή του στο AP. Το Ισραήλ κατέλαβε τα Υψίπεδα του Γκολάν από τη Συρία κατά τον πόλεμο της Μέσης Ανατολής το 1967 και τα προσάρτησε το 1981.
Τα Ηνωμένα Έθνη και το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας θεωρούν την περιοχή κατεχόμενο συριακό έδαφος και δεν αναγνωρίζουν την ισραηλινή προσάρτηση. Το 2019, ο Τραμπ αναγνώρισε την ισραηλινή κυριαρχία του Γκολάν, ανατρέποντας δεκαετίες αμερικανικής πολιτικής. Ο Μπάρακ δήλωσε ότι η προηγούμενη αναφορά του στο Γκολάν ως «κατεχόμενου» αποτελούσε «περιγραφή του ιστορικού καθεστώτος της περιοχής» και «δεν συνιστούσε υιοθέτηση της θέσης των Ηνωμένων Εθνών».
Τι είχε δηλώσει αρχικά ο Μπάρακ την Παρασκευή
Σε συνέντευξή του την Παρασκευή, ο Μπάρακ δήλωσε ότι το Ισραήλ «εξακολουθεί» να κατέχει τα Υψίπεδα του Γκολάν, παραβιάζοντας τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. «Λέγοντας αυτό, στο Γκολάν με τη Συρία, εξακολουθούν να κατέχουν το Γκολάν, ενάντια στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, ενάντια σε ολόκληρη τη διεθνή τάξη, η οποία έχει πει ότι το Γκολάν ανήκει στη Συρία», δήλωσε στη συνέντευξη.
Ο Μπάρακ εξήγησε ότι χρησιμοποίησε το Γκολάν ως παράδειγμα για να υποστηρίξει την άποψη ότι «εδάφη που καταλαμβάνονται διά της βίας παραμένουν αντικείμενο αμφισβήτησης για γενιές». Το σχόλιο έγινε στο πλαίσιο της εξήγησής του για τους λόγους που δεν αναμένει ισραηλινή προσάρτηση στο νότιο Λίβανο, όπου οι ισραηλινές δυνάμεις κατέχουν τμήματα της χώρας μετά τον τελευταίο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ.
Επικρίνουν τον Μπάρακ
Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής της Φλόριντα Ρικ Σκοτ έγραψε στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X ότι ο Μπάρακ φαίνεται να «ξέχασε» την αναγνώριση από τον Τραμπ της ισραηλινής κυριαρχίας επί των Υψιπέδων του Γκολάν. «Φαίνεται ότι ο πρέσβης το ξέχασε ή δεν έκανε την έρευνά του, οπότε ιδού μια υπενθύμιση», έγραψε ο Σκοτ, κοινοποιώντας το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ για τα Υψίπεδα του Γκολάν. «Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καταστήσει σαφή εδώ και χρόνια την κυριαρχία του Ισραήλ επί των Υψιπέδων του Γκολάν!», πρόσθεσε.
Η ακροδεξιά σχολιάστρια Λόρα Λούμερ κάλεσε τον Μπάρακ να παραιτηθεί. Σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία κοινοποίησε τη διακήρυξη του Τραμπ του 2019 για το Γκολάν, έγραψε: «Θα πρέπει να παραιτηθεί λόγω της έλλειψης κατανόησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής».
Ο Μπάρακ για τις συνομιλίες Ισραήλ-Λιβάνου
Ο Μπάρακ αναφέρθηκε επίσης στις επικρίσεις που προκάλεσαν δηλώσεις του σχετικά με τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου για την ισραηλινή αποχώρηση και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Είχε δηλώσει ότι «δύο άνθρωποι λείπουν από εκείνο το τραπέζι των διαπραγματεύσεων: η Χεζμπολάχ και το Ιράν», προκαλώντας εικασίες ότι η Τεχεράνη και η Χεζμπολάχ θα έπρεπε, κατά την άποψή του, να συμμετάσχουν στις συνομιλίες που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ.
Ο Μπάρακ δήλωσε την Κυριακή ότι οι ΗΠΑ δεν διαπραγματεύονται με τη Χεζμπολάχ, αλλά ότι με την αναφορά του επισήμαινε πως «τα συγκεκριμένα όπλα παρέχονται και χρηματοδοτούνται από το Ιράν», γεγονός που, όπως είπε, περιπλέκει τις διαπραγματεύσεις για την τύχη τους.
«Περιέγραφα τη δυσκολία του προβλήματος, δεν πρότεινα ένα νέο τραπέζι διαπραγματεύσεων», δήλωσε ο Μπάρακ στο AP, σημειώνοντας: «Η Χεζμπολάχ είναι χαρακτηρισμένη ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση. Δεν διαπραγματευόμαστε μαζί της και τίποτα από όσα είπα δεν υποδηλώνει το αντίθετο».
Υπερασπίστηκε επίσης ξεχωριστές δηλώσεις του σχετικά με το ποιος θα μπορούσε να αντικαταστήσει την οικονομική στήριξη της Τεχεράνης προς τις σιιτικές κοινότητες στον νότιο Λίβανο, λέγοντας ότι η διατύπωση αυτών των ερωτημάτων «δεν προσδίδει νομιμοποίηση σε κανέναν».
Το ψήφισμα 497 του Συμβουλίου Ασφαλείας
Το ψήφισμα 497 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που υιοθετήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1981, χαρακτήρισε την απόφαση του Ισραήλ να επιβάλει τους νόμους, τη δικαιοδοσία και τη διοίκησή του στα Υψίπεδα του Γκολάν «άκυρη και χωρίς διεθνή νομική ισχύ». Στις 29 Απριλίου 2025, ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών, αλ-Σιμπάνι, δήλωσε σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι το συριακό Γκολάν παραμένει υπό κατοχή και κάλεσε στην εφαρμογή του Ψηφίσματος 497 και στην αποχώρηση του Ισραήλ έως τη γραμμή της 4ης Ιουνίου 1967.
Το Ισραήλ κατέχει το μεγαλύτερο μέρος των συριακών Υψιπέδων του Γκολάν από το 1967. Μετά την πτώση του Άσαντ στα τέλη του 2024, το Ισραήλ δήλωσε ότι η συμφωνία απεμπλοκής του 1974 είχε καταρρεύσει και κατέλαβε τη συριακή «νεκρή ζώνη», καθώς και άλλες θέσεις, μεταξύ αυτών και τη συριακή πλευρά του όρους Ερμών.
Μέχρι την απόφαση του Τραμπ να υποστηρίξει την ισραηλινή διεκδίκηση, καμία χώρα δεν είχε αναγνωρίσει την περιοχή ως τμήμα του Ισραήλ. Η αναγνώριση προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις, ενώ ειδικοί στο διεθνές δίκαιο προειδοποίησαν ότι θα μπορούσε να υπονομεύσει την απαγόρευση απόκτησης εδαφών διά της βίας. Ο πρώην πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δεν ανέτρεψε την πολιτική του Τραμπ για το Γκολάν κατά τη διάρκεια της θητείας του ενώ, η κυβέρνηση της Κολομβίας προσχώρησε πρόσφατα στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας την ισραηλινή διεκδίκηση στα Υψίπεδα του Γκολάν.
Το σχόλιο του Αλτάιλι
Ο δημοσιογράφος Φατίχ Αλτάιλι σχολιάζει με αιχμηρό τρόπο τις πρόσφατες δηλώσεις του Μπάρακ, σχετικά με τις προσπάθειες επίλυσης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Ο Αλτάιλι αναφέρεται σε δηλώσεις του Μπάρακ κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής, όπου ο Αμερικανός αξιωματούχος υπογράμμισε τη δυσκολία επίλυσης προβλημάτων που έχουν τις ρίζες τους σε χιλιάδες χρόνια ιστορίας.
«Δεν ξέρω αν έφτασαν στα αυτιά σας τα λόγια του Τομ Μπάρακ», γράφει ο Αλτάιλι, παραθέτοντας στη συνέχεια τη χαρακτηριστική αποστροφή του Αμερικανού πρέσβη: «57 προφήτες στάλθηκαν σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή. Οι προφήτες δεν μπόρεσαν να το λύσουν, ο Θεός δεν μπόρεσε να το λύσει. Το να λύσουμε εμείς μέσα σε ενάμιση χρόνο αυτό που εκείνοι δεν κατάφεραν να λύσουν εδώ και χιλιάδες χρόνια, μάλλον είναι λίγο δύσκολο».
Ο Τούρκος δημοσιογράφος συνδέει τη δήλωση του Μπάρακ με μια αντίστοιχη συζήτηση που είχε ο ίδιος πριν από χρόνια με τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου. Όπως αναφέρει, η συζήτηση είχε γίνει σε δείπνο στο Λος Κάμπος του Μεξικού, όταν ο Νταβούτογλου προωθούσε τη θεωρία της «στρατηγικής εμβάθυνσης» της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και εμφανιζόταν αισιόδοξος για τη δυνατότητα της Τουρκίας να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων της Μέσης Ανατολής.
«Του είχα πει: “Μιλάτε για προβλήματα ηλικίας 2.500 ετών. Ισχυρίζεστε ότι θα τα λύσετε. Περίμενε, δηλαδή, η περιοχή 2.500 χρόνια να έρθει ο Αχμέτ Νταβούτογλου για να τα λύσει;”», γράφει ο Αλτάιλι. Σύμφωνα με τον ίδιο, η απάντηση του Νταβούτογλου ήταν «αρκετά φιλόδοξη», χωρίς ωστόσο να φτάνει στο επίπεδο της τοποθέτησης του Μπάρακ. «Τώρα ο Τομ Μπάρακ ανέβασε ακόμη περισσότερο τον πήχη», σχολιάζει χαρακτηριστικά.
Ο Αλτάιλι εστιάζει ιδιαίτερα στη φράση του Μπάρακ ότι «ο Θεός δεν μπόρεσε να το λύσει» και υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο ο Αμερικανός αξιωματούχος αποδίδει σχεδόν «θεϊκές» διαστάσεις στην ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών. «Είπε: “Ο Θεός δεν μπόρεσε να το λύσει, πώς μπορούμε εμείς να το λύσουμε μέσα σε ενάμιση χρόνο;”», σημειώνει. Και προσθέτει: «Απέδωσε σχεδόν θεϊκές ιδιότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Ο Τούρκος δημοσιογράφος χαρακτηρίζει τη διατύπωση «κάπως βαριά» και στη συνέχεια στρέφει την κριτική του προς την αντιμετώπιση που, όπως υποστηρίζει, θα είχε μια τέτοια δήλωση εάν προερχόταν από Τούρκο πολίτη. «Αν το έλεγε αυτό οποιοσδήποτε Τούρκος πολίτης, τώρα θα είχε μπλέξει άσχημα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα είχε γίνει στόχος σφοδρών επιθέσεων», αναφέρει.
Καταλήγει, δε, με σαφή αιχμή για την αμερικανική επιρροή στην Τουρκία: «Όταν όμως το λέει ο Αμερικανός πρέσβης, φαίνεται πως δεν συμβαίνει τίποτα. Ακόμη και η σύγκριση της ισχύος μιας χώρας με τον Θεό μπορεί, απ’ ό,τι φαίνεται, να γίνει ανεκτή»!





