Συνεχίζεται το μπραντεφέρ στον Κόλπο

Γιώργος Λυκοκάπης
1

Όπως είναι γνωστό, μετά την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στη Μέση Ανατολή, μία ομάδα αραβικών χωρών, με κυριότερες την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία, κήρυξε εμπάργκο στο Κατάρ (5 Ιουνίου 2017). Επισήμως το εμπάργκο έγινε διότι το Κατάρ στηρίζει οργανώσεις τζιχαντιστών. Η κατηγορία είναι ακριβής, αλλά ισχύει εξίσου και για τους Σαουδάραβες.

Οι πραγματικοί λόγοι είναι η ανεξάρτητη πολιτική του εμιράτου, ειδικά οι στενές σχέσεις που έχει αναπτύξει με το Ιράν. Έστειλαν, λοιπόν, ένα τελεσίγραφο που περιλάμβανε απαράδεκτους όρους, σχεδόν εξευτελιστικούς για μία ανεξάρτητη χώρα. Ένας εξ αυτών αφορά το κλείσιμο του τηλεοπτικού σταθμού του Al Jazeera

Για τους μονάρχες της Σαουδικής Αραβίας και την στρατιωτική δικτατορία της Αιγύπτου το κανάλι αυτό έχει πολλές ευθύνες για την υποκίνηση της “Αραβικής Άνοιξης”. Οι υπόλοιποι όροι περιλαμβάνουν την διακοπή διπλωματικών σχέσεων του εμιράτου με το Ιράν, τον τερματισμό της στήριξης που δίνει στους Αδελφούς Μουσουλμάνους, καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων στα αραβικά κράτη και το κλείσιμο της τουρκικής στρατιωτικής βάσης στο εμιράτο.

Τουρκικά συμφέροντα

Το Κατάρ απέρριψε το τελεσίγραφο. Είχε προηγηθεί η δήλωση του αντικαγκελαρίου της Γερμανίας Γκάμπριελ που χαρακτήρισε τους όρους που έθεσαν τα αραβικά κράτη «προκλητικούς». Το Κατάρ είχε, επίσης, την συμπαράσταση του Ιράν και της Τουρκίας του Ερντογάν, ο οποίος ενίσχυσε τις στρατιωτικές δυνάμεις του στην προαναφερθείσα βάση. Οι Τούρκοι στρατιώτες αποτελούν πολύτιμο στήριγμα του εμίρη έναντι μίας στρατιωτικής εισβολής, ή ενός πραξικοπήματος,

Η Τουρκία έχει πολύ σημαντικές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Κατάρ. Με την έναρξη των γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, η τούρκικη βάση στο εμιράτο αποκτά αυξανόμενη βαρύτητα. Το κλείσιμό της θα αποτελούσε προσωπική ταπείνωση του Ερντογάν. Έχει, άλλωστε, πολλούς λόγους να αισθάνεται ανασφάλεια καθώς, θεωρεί ότι μπορεί να είναι ο επόμενος στόχος μετά το Κατάρ.

Τη θέση αυτή υποστήριξε ευθέως ο ηγέτης της Αιγύπτου στρατηγός Αλ-Σίσι. Σε επίσκεψή του στο Μπαχρέιν κάλεσε τις αραβικές χώρες να απομονώσουν και την Τουρκία, διότι «χρηματοδοτεί τρομοκράτες».

Η μοναρχία της Σαουδικής Αραβίας έστειλε την δική της προειδοποίηση από τα ΜΜΕ που ελέγχει απόλυτα. Κυκλοφόρησαν ένα παλιό βίντεο από μία συνάντηση που είχε την δεκαετία του 1980 o Ερντογάν με τον Χεκματιάρ, έναν αιμοσταγή Αφγανό πολέμαρχο, φανατικό ισλαμιστή.

Η πολιτική του Ερντογάν

Η οικογένεια Σαούδ θεωρεί ότι η πάμπλουτη δυναστεία τους και οι Ουαχαμπίτες θεολόγοι της είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος του σουνιτικού Ισλάμ και όχι ένας πρώην δήμαρχος με ταπεινή καταγωγή, όπως είναι ο Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος είχε χαιρετίσει τα γεγονότα της “Αραβικής Άνοιξης”, θεωρώντας πως ήταν ευκαιρία να ενισχύσει την επιρροή της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή.

Τότε ο Ερντογάν δεν είχε δείξει ακόμα το απεχθές, αυταρχικό του πρόσωπο και το τούρκικο μοντέλο, που συνδύαζε το ισλαμικό δόγμα και την κοινοβουλευτική δημοκρατία, έμοιαζε στα μάτια των Δυτικών ιδανικό για τον μουσουλμανικό κόσμο. Εκτός από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο, οι ισλαμιστές είχαν σχηματίσει κυβέρνηση και στην Τυνησία (κόμμα Ενάχντα).

Πιστεύοντας πως το καθεστώς Άσαντ μετράει μέρες, ο Ερντογάν στήριξε με την έναρξη της συριακής εξέγερσης το 2011 οργανώσεις φανατικών τζιχαντιστών. Βρισκόμαστε στο 2017, ο Άσαντ παραμένει πρόεδρος της Συρίας και η στρατηγική της Τουρκίας έχει αποτύχει παταγωδώς. Δεν είναι τόσο η ενίσχυση του ISIS, όσο η ίδρυση προπλάσματος κουρδικού κράτους στη βόρειο Συρία. Οι Άραβες ηγέτες ψιθυρίζουν αυτό που είπε πριν ακριβώς ένα χρόνο ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσαντ «ο Ερντογάν αξιοποίησε το πραξικόπημα στην Τουρκία για να επιβάλει το πρόγραμμα των Αδελφών Μουσουλμάνων».

Ο αμερικανικό παράγοντας

Οι ΗΠΑ γνωρίζουν πολύ καλά πως οι παραδοσιακοί σύμμαχοί τους στην Μέση Ανατολή έχουν μεγάλες ευθύνες για την άνοδο του ISIS. Οι πιο αξιόπιστοι αντίπαλοι των τζιχαντιστών είναι οι φιλοϊρανικές σιιτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις και οι Κούρδοι μαχητές. Προτίμησαν τους δεύτερους. Έστειλαν στρατιωτικό εξοπλισμό στην κουρδική οργάνωση YPG της Συρίας, που στην πραγματικότητα αποτελεί τοπικό παρακλάδι του PKK της Τουρκίας.

Η διεθνής κοινότητα δεν χαρακτηρίζει πλέον το YPG «τρομοκρατική» οργάνωση παρά τις πιέσεις της Άγκυρας. Οι Κούρδοι του Ιράκ οργανώνουν δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία τους στα μέσα Σεπτεμβρίου, και αναμένεται να ψηφίσουν υπέρ σε συντριπτικό ποσοστό. Ο Ερντογάν τρέμει αυτή την εξέλιξη, διότι αναπόφευκτα θα ενθαρρύνει τις αποσχιστικές τάσεις των Κούρδων της Τουρκίας.

Ταυτοχρόνως, θεωρεί αδιανόητο να μην εκδίδεται ο ιμάμης Γκιουλέν από τις ΗΠΑ, τον οποίο κατηγορεί σαν εγκέφαλο της απόπειρας πραξικοπήματος που συγκλόνισε την Τουρκία τον Ιούλιο του 2016. Πόσο μάλλον όταν πιστεύει πως οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να αναγνωρίσουν τους πραξικοπηματίες, ενθυμούμενος τις αρχικές δηλώσεις του τότε υπουργού εξωτερικών Τζον Κέρι.

Λεπτές ισορροπίες

Στην κρίση με το Κατάρ εμφανής είναι η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ. Αρχικά ο Τραμπ φάνηκε να ενστερνίζεται την σκληρή γραμμή των αραβικών κρατών. Όπως είχε σημειώσει χαρακτηριστικά στο twitter «η απομόνωση του Κατάρ είναι η αρχή του τέλους της φρικτής τρομοκρατίας». Γρήγορα, όμως, τροποποίησε τη στάση του. Η Ουάσιγκτον ζήτησε να χαμηλώσουν οι τόνοι.

Μόλις πριν λίγες μέρες ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών υπέγραψε με το Κατάρ μνημόνιο ενάντια στην τρομοκρατία! Είναι γνωστό πως το Κατάρ φιλοξενεί την μεγαλύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στον Κόλπο και είναι καλός πελάτης της στρατιωτικής βιομηχανίας τους. Μοιάζει να μην απειλείται ιδιαίτερα από το εμπάργκο, καθώς τα ράφια των σούπερμαρκετ στην Ντόχα είναι γεμάτα από ιρανικά και τούρκικα προϊόντα.

Το εμιράτο έχει συναλλαγματικά αποθέματα πολλών δισ. δολαρίων και επενδυτικές δραστηριότητες σε όλον τον κόσμο. Οι ΗΠΑ έχουν κάθε συμφέρον να αποφύγουν μία έκρηξη αντιαμερικανισμού στην Μέση Ανατολή, την οποία μπορεί να αξιοποιήσει το σιιτικό Ιράν. Η κρίση χαρακτηρίζεται πλέον ως ενδοαραβική και η αμερικανική διπλωματία παίζει κατευναστικό ρόλο, καθώς δεν την συμφέρει μία περαιτέρω κλιμάκωση.

Από την δική τους πλευρά, το Κάιρο και το Ριάντ συνεχίζουν την σκληρή τους στάση κατά του εμιράτου. Είναι αδύνατον οι πιο ισχυρές προσωπικότητες στον αραβικό κόσμο, ο στρατάρχης της Αιγύπτου και ο Σαουδάραβας βασιλιάς να υποχωρήσουν στον εμίρη ενός αραβικού κρατιδίου.

Το πιθανότερο σενάριο είναι μία βελούδινη εκθρόνιση του εμίρη Ταμίμ Μπιν αλ Θανί και η αντικατάστασή του από κάποιο μέλος της οικογένειας του. Ούτε αυτό, όμως, είναι εύκολο. Η δυναστεία Θάνι κυβερνά ανελλιπώς το εμιράτο από το 1850 και είναι συνηθισμένη στις δολοπλοκίες. Ο σημερινός εμίρης ανέτρεψε τον πατέρα του το 1995. Για την ιστορία ο πρώην εμίρης θεωρούνταν υποτελής στην Σαουδική Αραβία.