Τον οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν επιδιώκουν οι ΗΠΑ με τις νέες κυρώσεις
24/08/2026
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε μια εκστρατεία οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν, χωρίς όμως να ανακοινώσει τα «σφοδρά μέτρα» τα οποία είχε προαναγγείλλει ο Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας την «οικονομική D-Day», ως «προειδοποιητική βολή».
Ο Μπέσεντ δήλωσε τη Δευτέρα ότι οι ΗΠΑ θα στοχεύσουν όλες τις πηγές εσόδων του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από το πετρέλαιο.
Η Ουάσιγκτον προσδιορίζει επίσης πέντε τομείς στους οποίους μπορεί να επιβάλει δευτερογενείς κυρώσεις: Ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, τεχνολογία, χρυσό, αεροπορία και ναυτιλία.
«Σε όλο τον κόσμο, στόχος μας είναι να κόψουμε κάθε οικονομική γραμμή ζωής που στηρίζει αυτό το τυραννικό καθεστώς, έως ότου η Τεχεράνη μείνει μόνη της», είπε.
Ο Μπέσεντ προειδοποίησε όσους χαρακτήρισε ως «διαμεσολαβητές» του Ιράν να σταματήσουν να αγοράζουν πετρέλαιο και να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, δήλωσε ότι οι χώρες θα έχουν ένα «περιορισμένο χρονικό περιθώριο» για να διακόψουν τις δραστηριότητες που έχουν επισημάνει οι αμερικανοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το «κλείσιμο των υποκαταστημάτων των ιρανικών τραπεζών στο εξωτερικό».
Ο Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι οποιαδήποτε μορφή οικονομικής συνεργασίας με το Ιράν «θα εκθέσει τους υπεύθυνους στο πλήρες εύρος της αμερικανικής δύναμης».
«Οι οντότητες που διευκολύνουν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για λογαριασμό του Ιράν θα αποκλειστούν από το σύστημα του δολαρίου ΗΠΑ», δήλωσε ο Σκοτ Μπέσεντ στην συνέντευξη Τύπου
«Μέχρι το τέλος αυτής της εβδομάδας θα δείτε ένα μεγάλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να υπόκειται σε κυρώσεις λόγω του Ιράν», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ.
Δεν ανακοινώθηκε χρονοδιάγραμμα
Παρόλα αυτά, ο Μπέσεντ αρνήθηκε να καθορίσει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για το πότε οι χώρες πρέπει να διακόψουν τις οικονομικές σχέσεις τους με το Ιράν, διαφορετικά θα υποστούν οικονομικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ.
«Δεν πρόκειται να ορίσω χρονοδιαγράμματα, αλλά η υπομονή μας δεν είναι απεριόριστη», δήλωσε στους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου τη Δευτέρα.
Ο Μπέσεντ ανέφερε ότι ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επικοινωνεί με ηγέτες από όλο τον κόσμο, υποβάλλοντας συγκεκριμένα αιτήματα σχετικά με την απαίτηση της κυβέρνησης να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ για την οικονομική απομόνωση της Τεχεράνης. Ωστόσο, αρνήθηκε να κατονομάσει τις χώρες με τις οποίες ο Τραμπ βρίσκεται σε επικοινωνία.
«Έχουμε ήδη δει κάποια αποτελέσματα», ισχυρίστηκε ο Μπέσεντ, προσθέτοντας ότι το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ θα προχωρήσουν σε επισκέψεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες από την πλευρά τους. Τα υπουργεία θα ενημερώσουν κάθε χώρα «ακριβώς τι αναμένουμε και ποια είναι τα χρονοδιαγράμματα».
«Και θα περίμενα ότι πολύ σύντομα, αν δεν ανταποκριθούν, τότε θα δείτε τις συνέπειες των ενεργειών τους», είπε ο Μπέσεντ.
«Προεδοποιητική βολή» η «οικονομική D-Day»
Ο Σκοτ Μπέσεντ υπερασπίστηκε την απόφαση να αναβληθεί η επιβολή καταστροφικών κυρώσεων εναντίον χωρών που συνδέονται με το Ιράν, χαρακτηρίζοντας την «οικονομική D-Day» που ανακοινώθηκε τη Δευτέρα ως «προειδοποιητική βολή».
«Πιστεύουμε ότι μια προειδοποιητική βολή και ο ορισμός των προσδοκιών είναι η κατάλληλη προσέγγιση», δήλωσε ο Μπέσεντ απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Κέβιν Λίπτακ του CNNi κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου.
Οι ΗΠΑ, είπε, «δίνουν σε όλους την ευκαιρία να διορθώσουν την κακή συμπεριφορά τους», προσθέτοντας ότι η άμεση επιβολή των κυρώσεων χωρίς καμία προειδοποίηση θα μπορούσε να «ανατινάξει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».
Ο Μπέσεντ πρόσθεσε: «Πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να καθορίσουμε τις προσδοκίες και να δώσουμε στους ανθρώπους μια περίοδο προσαρμογής, αλλά πρέπει να γνωρίζουν ότι η διαδικασία θα προχωρήσει πολύ γρήγορα και ότι μιλάμε σοβαρά».
Το Ιράν προειδοποιεί τη Βουλγαρία
Αυστηρό μήνυμα προς την Βουλγαρία εξέπεμψε το Ιραν, θέτοντας στο επίκεντρο το ενδεχόμενο παροχής στρατιωτικών διευκολύνσεων προς την Ουάσιγκτον. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν κάλεσε τη Σόφια να μην εμπλακεί σε πιθανή στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ κατά της χώρας του, σύμφωνα με όσα μετέδωσε το πρακτορείο Fars.
«Η συνεργασία της Βουλγαρίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες για επίθεση εναντίον του Ιράν συνιστά πράξη επιθετικότητας και το Ιράν έχει το δικαίωμα να πλήξει την πηγή οποιασδήποτε επίθεσης», υπογράμμισε Εσμαΐλ Μπαγαεΐ, κατά την τακτική ενημέρωση των συντακτών.
Στη συνέχεια, ο Ιρανός αξιωματούχος συμπλήρωσε με νόημα: «Δεν υπάρχει λόγος για τις χώρες να ανησυχούν για την Ισλαμική Δημοκρατία, εκτός εάν έχουν θέσει το έδαφος και τις υποδομές τους στη διάθεση των ΗΠΑ». Ο εκπρόσωπος του ιρανικού ΥΠΕΞ κατέστησε σαφές ότι η Τεχεράνη διατηρεί το δικαίωμα ανταπόδοσης απέναντι στα «επιτιθέμενα μέρη», ξεκαθαρίζοντας ότι η αντίδραση της χώρας θα είναι αποφασιστική.
«Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η στόχευση του σημείου προέλευσης και της πηγής οποιασδήποτε πράξης επιθετικότητας είναι νόμιμο δικαίωμα του Ιράν και δεν θα υπάρξει καμία επιείκεια όσον αφορά την υπεράσπιση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας» επεσήμανε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, τόνισε την αδιαπραγμάτευτη στάση της ιρανικής ηγεσίας, δηλώνοντας: «Κανένας αξιωματούχος στην Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι διατεθειμένος να υποκύψει στις υπερβολικές απαιτήσεις των εχθρών».
Να σημειωθεί ότι υπάρχουν δημοσιεύματα ότι το Ιράν έχει δώσει διαβεβαιώσεις στην Κύπρο ότι δεν θα προχωρήσει σε κάποιο πλήγμα, αρκεί οι βρετανικές βάσεις να μην εμπλακούν αυτές σε πολεμική κλιμάκωση.
Το Ορμούζ
Αναφερόμενος στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ο Μπαγαεΐ απέρριψε τους ισχυρισμούς περί πλήρους ομαλότητας και καθημερινής διακίνησης εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές αναφορές «επικοινωνιακό και προπαγανδιστικό πόλεμο». Σε ό,τι αφορά την Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας, ο ίδιος διέψευσε κατηγορηματικά ότι η Ισλαμική Δημοκρατία έχει δεχθεί οποιαδήποτε πρόσκληση για ένταξη στο συγκεκριμένο σχήμα.
Την ίδια ώρα, γνωστοποιήθηκε ότι ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Σαγίντ Μπαντρ Αλ-Μπουσάιντι, πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στην Τεχεράνη την Τρίτη, όπου θα συναντηθεί με τον Ιρανό ομόλογό του, Αμπάς Αραγτσί, με επίκεντρο διμερή και περιφερειακά ζητήματα.
Όπως σημειώθηκε από την ιρανική πλευρά, «Το ταξίδι στοχεύει στην ενίσχυση της συνεργασίας Τεχεράνης-Μουσκάτ και στη συνέχιση των πολιτικών διαβουλεύσεων ως δύο παράκτια κράτη του Στενού του Ορμούζ, με στόχο την προώθηση της περιφερειακής ειρήνης και ασφάλειας»
Πιέζονται οι εταίροι του Ιράν
Οι εμπορικοί εταίροι του Ιράν αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κίνδυνο καθώς οι ΗΠΑ προετοιμάζουν σαρωτικές κυρώσεις. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και, ως εκ τούτου, εκτίθεται περισσότερο. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάνω από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν κατευθύνεται στην Κίνα, με κινεζικά διυλιστήρια να αγοράζουν ιρανικό αργό που υπόκειται σε κυρώσεις σε μειωμένες τιμές, μέσω πολύπλοκων δικτύων και πληρωμών σε γουάν.
Η Τουρκία εξακολουθεί να εξαρτάται οικονομικά από το Ιράν, με το διμερές εμπόριο να ανέρχεται σε περίπου 5-6 δισ. δολάρια ετησίως. Το Ιράν καλύπτει περίπου το 13% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Τουρκίας, ενώ οι τουρκικές εξαγωγές προς το Ιράν ανέρχονται περίπου σε 3 δισ. δολάρια.
Το εμπόριο του Ιράκ με το Ιράν ξεπέρασε τα 10 δισ. δολάρια το 2025 και αφορά κυρίως ιρανικά τρόφιμα, καταναλωτικά προϊόντα και ενέργεια. Η Βαγδάτη καταβάλλει επίσης στο Ιράν, σύμφωνα με εκτιμήσεις, 4-5 δισ. δολάρια ετησίως για φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα λόγω των αμερικανικών κυρώσεων. Το Ομάν διατηρεί ισχυρούς οικονομικούς και διπλωματικούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Το διμερές εμπόριο αγαθών έφτασε το 1,5 δισ. δολάρια το 2025, ενώ το Μουσκάτ έχει διαδραματίσει επί μακρόν σημαντικό διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Το εμπόριο του Πακιστάν με το Ιράν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε άτυπα κανάλια. Παρότι οι δύο χώρες επιδιώκουν να αυξήσουν το επίσημο διμερές εμπόριο στα 10 δισ. δολάρια, το ανεπίσημο εμπόριο εκτιμάται ότι ανέρχεται περίπου στα 4 δισ. δολάρια, γεγονός που καθιστά το Ισλαμαμπάντ ευάλωτο σε ενδεχόμενα αμερικανικά μέτρα.
Οι οικονομικοί δεσμοί της Ινδίας με το Ιράν έχουν μειωθεί σημαντικά υπό το καθεστώς των προηγούμενων αμερικανικών κυρώσεων, με το διμερές εμπόριο να υποχωρεί στα 1,63 δισ. δολάρια κατά το οικονομικό έτος 2025-26. Οι ινδικές εξαγωγές, κυρίως προϊόντα διατροφής, προστατεύονται σε μεγάλο βαθμό με το επιχείρημα του ανθρωπιστικού χαρακτήρα τους.
Η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν ενισχύουν επίσης τους οικονομικούς δεσμούς τους με το Ιράν. Η Αρμενία εξαρτάται από το Ιράν για περίπου το 20% του εξωτερικού εμπορίου της και εφαρμόζει συμφωνία ανταλλαγής φυσικού αερίου με ηλεκτρική ενέργεια. Παράλληλα, το εμπόριο Αζερμπαϊτζάν-Ιράν αυξήθηκε κατά 4,5% το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξάνοντας την έκθεση και των δύο χωρών στον κίνδυνο ενδεχόμενων αμερικανικών κυρώσεων.
Ακυρώθηκε άσκηση λόγω Ιράν
Ο στρατός της Νότιας Κορέας ανακοίνωσε σήμερα ότι οι ΗΠΑ ακύρωσαν μια σημαντική κοινή άσκηση αμφίβιας απόβασης που επρόκειτο να διεξαχθεί τον επόμενο μήνα λόγω περιορισμών σχετικά με τη διαθεσιμότητα δυνάμεων, οι οποίες έχουν προκληθεί εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν.
“Το Σώμα Πεζοναυτών των ΗΠΑ ενημέρωσε επίσημα τις δυνάμεις μας τον Ιούνιο ότι η ικανότητά του να αναπτύξει στρατεύματα στη διάρκεια των γυμνασίων Ssangyong φέτος θα ήταν περιορισμένη λόγω της κατάστασης στη Μέση Ανατολή”, δήλωσε ο εκπρόσωπος του νοτιοκορεατικού Σώματος Πεζοναυτών Χαν Σεούνγκ-τζεόν, σε συνέντευξη Τύπου.
Η Σεούλ και η Ουάσινγκτον συνεχίζουν τις διαβουλεύσεις τους σχετικά με την επανάληψη αυτής της αμφίβιας άσκησης, πρόσθεσε, χωρίς να δώσει διευκρινίσεις. Το Πεντάγωνο δεν απάντησε προς το παρόν σε αιτήματα του Γαλλικού Πρακτορείου για σχόλια.
Η ανακοίνωση γίνεται μία εβδομάδα αφότου ο Τραμπ αποφάσισε να περιορίσει το εύρος και τη διάρκεια των στρατιωτικών γυμνασίων που οι ΗΠΑ διεξάγουν κάθε χρόνο με τη Σεούλ για αντιμετώπιση δυνητικών απειλών από τη Βόρεια Κορέα, η οποία διαθέτει πυρηνικό όπλο. Ο Τραμπ είπε στη συνέχεια ότι θα συναντήσει φέτος τον Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν.
Η συνάντηση αυτή, που θα είναι η τέταρτη των δύο ανδρών, θα μπορούσε σύμφωνα με παρατηρητές να λάβει χώρα τον Νοέμβριο στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC) που θα διεξαχθεί στην Κίνα. Ο Τραμπ έδωσε, εξάλλου, την Τετάρτη μια ασυνήθιστη και πολύ συγκεκριμένη επίσημη εκτίμηση του βορειοκορεατικού πυρηνικού οπλοστασίου, εκτιμώντας πως η χώρα διαθέτει “57 πυρηνικά όπλα”. Ο Νοτιοκορεάτης υπουργός Άμυνας Αν Γκιου-μπακ διευκρίνισε την επομένη ενώπιον του κοινοβουλίου ότι η Σεούλ εκτιμά πως ο αριθμός των πυρηνικών όπλων που κατέχει η Βόρεια Κορέα είναι “από 80 έως 120”.
Νέες αιχμές Μπάρακ κατά Ισραήλ
Το ισραηλινό πλήγμα που σημειώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα σε συριακή αεροπορική βάση ενδέχεται να αποτέλεσε πολιτική απόπειρα να «παρασυρθεί» η Τουρκία σε μια σύγκρουση, ενόψει των ισραηλινών εκλογών που είναι προγραμματισμένες για το φθινόπωρο, δήλωσε ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, διατηρώντας υψηλούς τόνους κατά του Τελ Αβίβ για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Μετά την επιδρομή στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, στη βορειοδυτική Συρία, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι η βάση επλήγη λόγω φόβων πως η Τουρκία επρόκειτο να εγκατασταθεί εκεί, δημιουργώντας απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ. Ισραηλινοί αναλυτές εκτίμησαν ότι η Άγκυρα σκόπευε να εγκαταστήσει στη βάση ραντάρ αεράμυνας και επιθετικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Σε συνέντευξή του σε διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, ο Μπάρακ χαρακτήρισε αβάσιμους αυτούς τους ισχυρισμούς, λέγοντας ότι στη συγκεκριμένη εγκατάσταση δεν υπήρχαν τουρκικά στρατιωτικά μέσα, ούτε η Άγκυρα σχεδίαζε να εγκατασταθεί στη βάση.
Ο Αμερικανός απεσταλμένος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το Ισραήλ να επιχειρούσε να «προκαλέσει τους Τούρκους», στο πλαίσιο μιας «πολύ επιθετικής, αλλά πολιτικά δημοφιλούς προεκλογικής τακτικής», ενόψει των γενικών εκλογών του Οκτωβρίου, στις δημοσκοπήσεις για τις οποίες ο Νετανιάχου εμφανίζεται να υστερεί.
Αμέσως μετά το ισραηλινό πλήγμα, ο Μπάρακ είχε δηλώσει ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να είχε απογειώσει μαχητικά αεροσκάφη για να αναχαιτίσει τα ισραηλινά αεροσκάφη, κάτι που θα δημιουργούσε τον κίνδυνο μιας «αχρείαστης κλιμάκωσης». Το Σάββατο πήγε ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να είχε οδηγήσει ακόμη και σε «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο». Στην ίδια συνέντευξη, ο Μπάρακ παρουσίασε και μια δεύτερη πιθανή εξήγηση για την ισραηλινή επιδρομή: να υπήρξε «πρόβλημα επικοινωνίας» μεταξύ του γραφείου του Νετανιάχου, των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) και της υπηρεσίας πληροφοριών Μοσάντ.
Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατζ, απέρριψε τις δηλώσεις του Μπάρακ με μια ασυνήθιστα έντονη ανακοίνωση, η οποία εκδόθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, κατά τη διάρκεια του εβραϊκού Σαμπάτ. «Ο Ερντογάν πιάστηκε με το χέρι στο βάζο με τα μπισκότα και αναγκάστηκε να υποχωρήσει», δήλωσε ο Κατζ, καταδικάζοντας την προσπάθεια, όπως είπε, να αποδοθούν πολιτικά κίνητρα στο ισραηλινό πλήγμα. Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας επέκρινε επίσης τον Μπάρακ επειδή χαρακτήρισε τα Υψίπεδα του Γκολάν «κατεχόμενο» συριακό έδαφος. Τη Δευτέρα, πάντως, ο Αμερικανός διπλωμάτης ανασκεύασε τις τοποθετήσεις αυτές.
Τουρκία, Συρία και Ισραήλ
Η Τουρκία αποτελεί έναν από τους βασικούς υποστηρικτές της κυβέρνησης του νέου προέδρου της Συρίας, Άχμεντ αλ-Σάρα, του πρώην ισλαμιστή μαχητή που ηγήθηκε της επίθεσης των ανταρτών η οποία ανέτρεψε τον Μπασάρ αλ-Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Η Άγκυρα έχει προσφέρει στρατιωτική εκπαίδευση, εξοπλισμό και υλικοτεχνική υποστήριξη στη Δαμασκό, προκειμένου να συμβάλει στην ανοικοδόμηση των κρατικών θεσμών που διαλύθηκαν στη διάρκεια του σχεδόν 14ετούς εμφυλίου πολέμου της Συρίας, στον οποίο έχασαν τη ζωή τους περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι.
Το Ισραήλ, ωστόσο, αντιμετωπίζει ως απειλή την κυβέρνηση του αλ-Σάρα, στην οποία κυριαρχεί η ισλαμιστική παράταξή του. Μετά την ανατροπή του Άσαντ, έχει πραγματοποιήσει εκτεταμένα πλήγματα στη Συρία, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος των στρατιωτικών υποδομών του προηγούμενου καθεστώτος, ενώ έχει καταλάβει εκτάσεις στη νότια Συρία, χαρακτηρίζοντάς τες «ζώνη ασφαλείας».
Η Τουρκία, από την πλευρά της, εξακολουθεί να διατηρεί χιλιάδες στρατιώτες στη βόρεια Συρία, μετά τις επανειλημμένες στρατιωτικές επεμβάσεις της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Το Ισραήλ αντιτίθεται στη δημιουργία τουρκικών στρατιωτικών υποδομών που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία κινήσεών του, ιδιαίτερα στον συριακό εναέριο χώρο.
Η αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα, στη βορειοδυτική επαρχία Ιντλίμπ της Συρίας, η οποία αποτέλεσε προπύργιο των ανταρτών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Η βάση παρέμενε σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας για περισσότερο από μία δεκαετία, αλλά βρισκόταν σε διαδικασία επανενεργοποίησης. Σύμφωνα με τουρκικά μέσα ενημέρωσης, τουρκική αντιπροσωπεία είχε επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις για να επιθεωρήσει τις εργασίες μόλις λίγες ώρες πριν από τα ισραηλινά πλήγματα.
Οι σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας, η οποία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ, άρχισαν να επιδεινώνονται σημαντικά το 2024 εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα, με την Άγκυρα να αναστέλλει το διμερές εμπόριο. Έκτοτε, οι διαφορές των δύο χωρών έχουν ενταθεί, ιδιαίτερα όσον αφορά τη Συρία.
«Μπούμερανγκ ο οικονομικός πόλεμος»
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ προειδοποίησε χθες Κυριακή τις ΗΠΑ ότι ο «οικονομικός πόλεμος άνευ προηγουμένου» στον οποίο ετοιμάζονται να προχωρήσουν εναντίον του Ιράν, επιβάλλοντας ακόμη πιο σκληρές οικονομικές κυρώσεις στην Ισλαμική Δημοκρατία, θα πλήξει τελικά τις ίδιες.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε την περασμένη Τετάρτη την πρόθεσή του να αυξήσει δραματικά την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη, απειλώντας όσες χώρες παρέχουν «υποστήριξη» στην ιρανική οικονομία με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς ωστόσο να γίνει πιο συγκεκριμένος. Ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησής του, ο Σκοτ Μπέσεντ, θα ενημερώσει τον Τύπο εντός της ημέρας για τα μέτρα, που χαρακτήρισε «τις πιο σκληρές κυρώσεις στην ιστορία».
Ιρανικά κρατικά ΜΜΕ φάνηκαν να αντιμετωπίζουν ψύχραιμα τις αμερικανικές απειλές. Οι ΗΠΑ προσπαθούν εδώ και χρόνια να προκαλέσουν ασφυξία στην ιρανική οικονομία κόβοντας όλους τους οικονομικούς δεσμούς του κόσμου με την Τεχεράνη, παρατήρησε το πρακτορείο ειδήσεων Tasnim, αλλά η χώρα «έμαθε να παρακάμπτει» τους αμερικανικούς περιορισμούς, είναι «πολύ ικανή» σε αυτό.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί σημείωσε χθες ότι ο οικονομικός πόλεμος διεξάγεται εδώ και χρόνια από τις ΗΠΑ εναντίον της χώρας του κι αποτελεί μέρος των τακτικών εκφοβισμού τους, αλλά η Ισλαμική Δημοκρατία έχει μάθει πώς να τον αντιμετωπίζει. Παρά το εξελιγμένο σύστημα αποφυγής κυρώσεων όμως, η οικονομική ανάπτυξη του Ιράν βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση τα τελευταία χρόνια. Τους τελευταίους μήνες, οι πολίτες είναι αντιμέτωποι με τρομακτικά μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού.
Ο νέος επικεφαλής του συμβουλίου εθνικής ασφαλείας του Ιράν, ο Μοχσέν Ρεζαεΐ, προειδοποίησε μέσω της κρατικής τηλεόρασης χθες τις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες της περιοχής να μην συμμετάσχουν στον αμερικανικό οικονομικό πόλεμο, διότι όποια το πράξει θα θεωρηθεί εχθρός και δεν θα επιτραπεί ούτε μια σταγόνα πετρελαίου της να περάσει από τον Κόλπο.





