Τι προβλέπει το ιστορικό-πετρελαϊκό deal ΗΠΑ-Βενεζουέλας – Προσεχώς αποχώρηση από ΟΠΕΚ;
29/08/2026
Ουάσιγκτον και Καράκας ανακοίνωσαν την Παρασκευή ότι έκλεισαν «ιστορική» πετρελαϊκή συμφωνία, με την οποία εκχωρείται στις ΗΠΑ ο πλειοψηφικός έλεγχος στην εκμετάλλευση επιβεβαιωμένων αποθεμάτων 65 και πλέον δισεκατομμυρίων βαρελιών αργού στη χώρα της Λατινικής Αμερικής.
Σύμφωνα με αυτή την αναμφισβήτητα ιστορική αυτή πετρελαϊκή συμφωνία, εκχωρείται στις ΗΠΑ ο πλειοψηφικός έλεγχος στην εκμετάλλευση επιβεβαιωμένων αποθεμάτων 65 και πλέον δισεκατομμυρίων βαρελιών αργού στη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, τα οποία ανέρχονται σε μόλις πάνω από 300 δισεκατομμύρια βαρέλια, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Συγκριτικά, οι ΗΠΑ διαθέτουν λιγότερα από 50 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Ωστόσο, η πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας υποφέρει εδώ και καιρό από υποεπένδυση, ετοιμόρροπες υποδομές και αυστηρές κυρώσεις. Και πολλές μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες — όπως η ConocoPhillips και η ExxonMobil — εγκατέλειψαν τη Βενεζουέλα όταν ο πρώην Πρόεδρος Ούγκο Τσάβες εθνικοποίησε τα περιουσιακά τους στοιχεία πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, καθιστώντας τες επιφυλακτικές στο να δραστηριοποιηθούν στη χώρα. Η Chevron ήταν η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που διατήρησε την παρουσία της στη Βενεζουέλα.
Την ίδια στιγμή η Βενεζουέλα προετοιμάζει την αποχώρησή της από τον Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ), σύμφωνα με δημοσιεύματα και πληροφορίες διεθνών ενημερωτικών οργανισμών. Η απόφαση αυτή θα σηματοδοτήσει μια ιστορική στροφή για τη χώρα με τα μεγαλύτερα διαπιστωμένα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο, η οποία υπήρξε ιδρυτικό μέλος του καρτέλ το 1960 και μια κίνηση που θα επιφέρει τριγμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και τη διεθνή διπλωματία. Η συμφωνία με τις ΗΠΑ διαδραματίζει καίριο ρόλο, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα.
Καταιγιστικές εξελίξεις
Τον Ιανουάριο, αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις συνέλαβαν τον διάδοχο του Τσάβες, Νικολάς Μαδούρο, με αποτέλεσμα η πρώην Αντιπρόεδρος Ροντρίγκεζ να αναλάβει την εξουσία. Η Ροντρίγκεζ και η κυβέρνηση Τραμπ επιδίωξαν τη συνεργασία, μεταξύ άλλων και στον τομέα της ενέργειας.
Έκτοτε, ο κ. Τραμπ έχει ενθαρρύνει τις αμερικανικές εταιρείες να επιστρέψουν στη Βενεζουέλα, συναντώντας στελέχη μεγάλων εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου για να τους παρουσιάσει τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ χαλάρωσε τις κυρώσεις κατά της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, ενώ η Ροντρίγκεζ υπέγραψε νομοθεσία που επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να διαχειρίζονται την εξόρυξη πετρελαίου. Ορισμένες εταιρείες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον, με την ανεξάρτητη Hunt Oil Company να φέρεται να υπέγραψε συμφωνία νωρίτερα αυτόν τον μήνα με την κρατική Petróleos de Venezuela, S.A.
Άλλες εκφράζουν κάποιες επιφυλάξεις, επισημαίνοντας το ταραγμένο ιστορικό της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στον Λευκό Οίκο νωρίτερα φέτος, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, δήλωσε ότι «υπάρχει μια ευκαιρία στη Βενεζουέλα», αλλά χαρακτήρισε τη χώρα «ανεπίδεκτη επενδύσεων» έως ότου γίνουν αλλαγές στο νομικό και οικονομικό σύστημά της. Σημείωσε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της ExxonMobil στη Βενεζουέλα υπέστησαν δύο διαφορετικά κύματα εθνικοποίησης, τη δεκαετία του 1970 και τη δεκαετία του 2000.
«Μας έχουν κατασχέσει τα περιουσιακά στοιχεία εκεί δύο φορές», δήλωσε ο Γουντς τον Ιανουάριο, πριν η Βενεζουέλα ψηφίσει τις μεταρρυθμίσεις στην πετρελαϊκή της βιομηχανία. «Το να εισέλθουμε για τρίτη φορά θα απαιτούσε ορισμένες πολύ σημαντικές αλλαγές από αυτά που έχουμε δει ιστορικά εδώ και από την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή».
Ποιοι μιλάνε για «ληστεία»
Οι πρώτες φωνές αμφισβήτησης, πάντως, είχαν αρχίσει ήδη πριν από την επίσημη ανακοίνωση, όταν δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η κυβέρνηση Τραμπ βρισκόταν σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για άμεση συμμετοχή των ΗΠΑ σε περισσότερα από δώδεκα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας. Οι πληροφορίες αυτές είχαν προκαλέσει έντονη δυσφορία σε στελέχη της αντιπολίτευσης της χώρας. Ένα γνωστό πρόσωπο της αντιπολίτευσης, που ζήτησε να μην κατονομαστεί, είχε χαρακτηρίσει το σχέδιο «αρπαγή γης – μια τεράστια αρπαγή γης».
«Είναι αποκρουστικό, γιατί αυτή δεν είναι η Αμερική που θα περίμενε κανείς. Δεν είναι η Αμερική του Σχεδίου Μάρσαλ. Είναι μια αρπακτική, μαφιόζικη Αμερική», είχε δηλώσει. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο εξόριστος πρώην υπουργός Ρικάρντο Χάουσμαν υποστήριξε ότι μια υπηρεσιακή κυβέρνηση χωρίς νομιμοποίηση δεν μπορεί να συνάψει μια τέτοια συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την αντισυνταγματική και προβλέποντας ότι «θα αποδειχθεί φιάσκο για όλους τους εμπλεκόμενους».
Ακόμη πιο αιχμηρός ήταν ο οικονομολόγος Φρανσίσκο Ροντρίγκες, ο οποίος κάλεσε την Εθνοσυνέλευση της Βενεζουέλας να απορρίψει αυτό που χαρακτήρισε «αρπακτική συμφωνία». Όπως ανέφερε, η παράδοση του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας στις ΗΠΑ αντίκειται στο Σύνταγμα και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού της χώρας, «πολύ περισσότερο όταν γίνεται υπό την απειλή των όπλων».
Η δημοσιογράφος και επικριτής της κυβέρνησης Luz Mely Reyes είχε επίσης σχολιάσει με σαρκασμό την υπόθεση, χαρακτηρίζοντας την «παράδοση» του φυσικού πλούτου της Βενεζουέλας ως τη «συμφωνία του αιώνα». Τις ενστάσεις ενίσχυσε και ο ιστορικός ενέργειας και αναλυτής της Eurasia Group, Gregory Brew, ο οποίος προέβλεψε «πολύ μεγάλη καχυποψία και απόρριψη» απέναντι σε οποιαδήποτε συμφωνία δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση ουσιαστικό έλεγχο στους πόρους της Βενεζουέλας.
Ο Brew συνέκρινε μάλιστα τη λογική μιας τέτοιας συμφωνίας με τις παραχωρήσεις που είχαν δοθεί στις αρχές του 20ού αιώνα στην Anglo-Persian Oil Company, τη μετέπειτα BP, για τον έλεγχο πετρελαϊκών πόρων στο Ιράν και το Ιράκ. Κατά την εκτίμησή του, ο έλεγχος των αποθεμάτων της Βενεζουέλας θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν πρακτικά αυτά τα αποθέματα ως δικά τους, αποκλείοντας παράλληλα άλλους πιθανούς αγοραστές, όπως η Κίνα και η Ρωσία. «Ακούγεται αποικιοκρατικό, γιατί είναι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η επίσημη ανακοίνωση Τραμπ ήρθε τελικά να επιβεβαιώσει μέρος όσων είχαν προκαλέσει τις πρώτες αντιδράσεις, με τον ίδιο να υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ εξασφάλισαν «πλειοψηφικό έλεγχο» σε περισσότερα από 65 δισεκατομμύρια βαρέλια επιβεβαιωμένων αποθεμάτων, χωρίς κόστος για τον Αμερικανό φορολογούμενο.
Πανηγυρίζει ο Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε μέσω Truth Social τη συμφωνία αυτή τη «μεγαλύτερη στην παγκόσμια ιστορία», διαβεβαιώνοντας πως «υπερδιπλασιάζει» –κατ’ αυτόν– τα πετρελαϊκά αποθέματα των ΗΠΑ. Ανέφερε ακόμη ότι η συμφωνία κλείστηκε «σε στενή συνεργασία» με την υπηρεσιακή πρόεδρο της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροδρίγκες και όμιλο «ιδιωτικών εταιρειών». Το Καράκας επιβεβαίωσε πως υπέγραψε «ιστορική» πετρελαϊκή συμφωνία με την Ουάσιγκτον, με την κ. Ροδρίγκες να τονίζει πως «ευχαριστεί θερμά» τον Αμερικανό ομόλογό της Ντόναλντ Τραμπ, με ανακοίνωση που δημοσιοποίησε μέσω Telegram.
Σύμφωνα με την ίδια, η συμφωνία προβλέπει την «ανάπτυξη 17 στρατηγικών κοιτασμάτων», που περιέχουν δυνητικά ως και «65 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου», και θα έχει αποτέλεσμα «επένδυση 100 και πλέον δισεκατομμυρίων δολαρίων» στη χώρα και «φορολογικά έσοδα υψηλότερα από 209 δισεκατομμύρια για το κράτος».
«Για τον λαό της Βενεζουέλας, η συμφωνία αυτή θα προσελκύσει σχεδόν 100 δισεκατομμύρια δολάρια σε ιδιωτικές επενδύσεις, θα υποστηρίξει χιλιάδες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και θα ευνοήσει την ανοικοδόμηση της οικονομίας» της χώρας της Λατινικής Αμερικής, ανέφερε εξάλλου ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο μέσω X. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη — υπολογίζεται πως ξεπερνούν τα 303 δισεκατομμύρια βαρέλια. Όμως η παραγωγή της παραμένει συγκριτικά περιορισμένη το τρέχον διάστημα.
Παράλληλα, τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα (“strategic petroleum reserve”, SPR) έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 1982, κατά δεδομένα της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφόρησης για την ενέργεια (EIA). Η Ουάσιγκτον δεσμεύτηκε να αποδεσμεύσει προοδευτικά 172 εκατομμύρια βαρέλια από τα 415 εκατ. που διέθετε στα SPR στα τέλη Φεβρουαρίου, προκειμένου να αμβλυνθούν τα προβλήματα εξαιτίας της διατάραξης του εφοδιασμού και της ανόδου των τιμών του πετρελαίου έπειτα από το ξέσπασμα του πολέμου σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή.
Αμερικανικός έλεγχος
Μετά την αιματηρή αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στις αρχές της χρονιάς που οδήγησε στην αιχμαλώτιση του μέχρι τότε προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να εντατικοποιηθεί εκ νέου η αξιοποίηση των αποθεμάτων πετρελαίου και αερίου της χώρας αυτής, υπό δική του πατρονία.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπαθεί τελευταία να πιέσει αμερικανικές εταιρείες να δραστηριοποιηθούν στο κράτος της Λατινικής Αμερικής, ωστόσο τα αποτελέσματα είναι πενιχρά, καθώς θα απαιτούνταν πολύ βαριές επενδύσεις για την αποκατάσταση των πετρελαϊκών υποδομών της χώρας και για να εντατικοποιηθεί η εξόρυξη μαύρου χρυσού. Δισταγμούς προκαλούν επίσης οι κρατικοποιήσεις που είχαν κάνει κυβερνήσεις της Βενεζουέλας στο παρελθόν. Είχαν γίνει ιδίως δυο εθνικοποιήσεις που έπληξαν την ExxonMobil.
«Το κυριότερο πρόβλημα στη Βενεζουέλα» είναι «η ασφάλεια», σχολίασε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Τζον Κίλνταφ, αναλυτής της Again Capital. Κατά την άποψή του, η Ουάσιγκτον πιθανόν επιδιώξει να δημιουργήσει «ένα είδος κρατικής ζώνης όπου θα μπορούν να εγκατασταθούν αμερικανικές εταιρείες, να ασκούν τις δραστηριότητές τους χωρίς να υφίστανται συνέπειες» και να «εξαλείψει τον πολιτικό κίνδυνο που συνοδεύει συνήθως τις επενδύσεις στη Βενεζουέλα».
Σύμφωνα με τον Χόρχε Πινιόν, ερευνητή στο Ινστιτούτο Ενέργειας του πανεπιστημίου του Τέξας στο Όστιν, εξακολουθούν ακόμη να υπάρχουν αρκετές «σκοτεινά σημεία», ιδιαίτερα όσον αφορά τον κίνδυνο κάποια μελλοντική κυβέρνηση της Βενεζουέλας να αλλάξει απρόσμενα τους «κανόνες του παιγνιδιού», θέτοντας υπό αμφισβήτηση οποιαδήποτε συμφωνία που υπογράφεται σήμερα. Για τον ίδιο, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί χρειάζονται «σταθερότητα» και εγγυήσεις για τις πελώριες επενδύσεις που κάνουν, όπως σημείωσε σε δηλώσεις του στο AFP.





