Οι διαφορετικοί τρόποι διαχείρισης των αποθεμάτων πετρελαίου από Μπάιντεν και Τραμπ
27/07/2026
Στο SLpress, έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν με το ζήτημα του Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου (SPR). Εξηγήσαμε τη δημιουργία του, αναλύσαμε τη μαζική αποδέσμευση πετρελαίου από την κυβέρνηση Μπάιντεν μετά τη ρωσική εισβολή και παρακολουθήσαμε τη δύσκολη διαδικασία αναπλήρωσής του. Επιστρέφουμε σήμερα, επειδή το SPR δεν είναι μια αποθήκη, αλλά ένας μοχλός ικανός να επηρεάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες.
Το SPR των ΗΠΑ eίναι από τα ισχυρότερα γεωοικονομικά εργαλεία του πλανήτη. Ιδρύθηκε το 1975, ως απάντηση στο αραβικό εμπάργκο πετρελαίου του 1973, με ξεκάθαρο σκοπό: Να προστατεύσει την αμερικανική οικονομία από βίαιες διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας. Τα υπόγεια σπήλαια άλατος στο Τέξας και τη Λουιζιάνα κρατούν εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, έτοιμα να διοχετευθούν στην αγορά, σε περιόδους ανάγκης.
Τελευταία, το SPR βρέθηκε στην επικαιρότητα δύο φορές. Η πρώτη το 2022, όταν η κυβέρνηση Μπάιντεν προχώρησε στη μεγαλύτερη αποδέσμευση στην ιστορία του αποθέματος, για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση και να αναχαιτίσει τον ενεργειακό πληθωρισμό, λόγω της έκρηξης της τιμής του βαρελιού. Η δεύτερη είναι τώρα, με την κυβέρνηση Τραμπ 2.0, να καταφεύγει στις ίδιες δεξαμενές λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Για τον εξωτερικό παρατηρητή, οι δύο πρόεδροι έκαναν το ίδιο! Άνοιξαν τις κάνουλες για να αυξήσουν την προσφορά και να συγκρατήσουν τις τιμές. Αν όμως κοιτάξει κανείς κάτω από την επιφάνεια, θα ανακαλύψει δύο αντίθετες οικονομικές φιλοσοφίες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος άνοιξε τις δεξαμενές, αλλά το ποιος αναλαμβάνει τον οικονομικό κίνδυνο και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της αναπλήρωσης: Ο Αμερικανός φορολογούμενος ή οι πετρελαϊκές εταιρείες;
Η στρατηγική Μπάιντεν
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε το μεγαλύτερο σοκ προσφοράς στην αγορά πετρελαίου, μετά το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973, την εισβολή στο Κουβέιτ το 1990 και την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το αργό Brent, εκτοξεύθηκε γρήγορα πάνω από τα 120 δολάρια. Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή της βενζίνης ξεπέρασε για πρώτη φορά στην ιστορία το ψυχολογικό φράγμα των 5 δολαρίων ανά γαλόνι (3,7 λίτρα). Ο πληθωρισμός κάλπασε, δημιουργώντας τεράστιο πολιτικό-οικονομικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο, καθώς πλησίαζαν οι ενδιάμεσες εκλογές.
Από τον Μάρτιο έως τον Δεκέμβριο 2022, ο Μπάιντεν διέταξε τη διοχέτευση περίπου 180 εκατομμυρίων βαρελιών στην αγορά (ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως για έξι μήνες). Η κυβέρνηση Μπάιντεν επέλεξε τον μηχανισμό των απευθείας, ανταγωνιστικών πωλήσεων (Crude Oil Sales). Το κράτος έβγαλε το πετρέλαιο σε δημοπρασίες, μεταβιβάζοντας την κυριότητά του σε ιδιωτικές εταιρείες. Το πετρέλαιο πουλήθηκε με μέση τιμή περίπου 95-96 δολάρια ανά βαρέλι και απέφερε σχεδόν 17 δισ. στα δημόσια ταμεία. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, η μέση τιμή της βενζίνης μειώθηκε κατά 13 έως 31 σεντς ανά γαλόνι, προσφέροντας μία προσωρινή ανακούφιση.
Το πρόβλημα εμφανίστηκε όταν ήρθε η ώρα της αναπλήρωσης. Το SPR δεν είναι εμπορικό προϊόν προς ρευστοποίηση, αλλά περιουσιακό στοιχείο εθνικής ασφάλειας. Κάθε βαρέλι που φεύγει, πρέπει να επιστρέψει. Το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που πουλήθηκε το 2022 είχε αγοραστεί τις δεκαετίες 1980 και 1990. Το μέσο κόστος κτήσης για το αμερικανικό κράτος ήταν περίπου 27 δολάρια. Η κυβέρνηση Μπάιντεν το πούλησε προς 96 δολάρια. Άφησε κέρδος, αλλά η επαναγορά αποδείχθηκε δημοσιονομική παγίδα. Ανακοίνωσε ότι θα ξαναγόραζε πετρέλαιο, μόνο αν οι τιμές έπεφταν κάτω από τα 79 δολάρια.
Οι διεθνείς τιμές, όμως, παρέμειναν ψηλά, οι διαγωνισμοί επαναγοράς αναβάλλονταν συνεχώς και η φυσική αναπλήρωση πάγωσε. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι είχε ανακτήσει περίπου 200 εκατ. βαρέλια. Η αλήθεια όμως κρυβόταν στα ψιλά γράμματα ενός λογιστικού ελιγμού. Διότι:
- Μόνο 55 εκατ. βαρέλια αγοράστηκαν φυσικά από την αγορά. Και αυτά αγοράστηκαν με μέση τιμή 75-76 δολάρια.
- Τα υπόλοιπα 145 εκατομμύρια βαρέλια δεν μπήκαν ποτέ πίσω στις δεξαμενές. Προέκυψαν απλώς επειδή το Κογκρέσο ακύρωσε μελλοντικές, υποχρεωτικές πωλήσεις πετρελαίου που είχαν ήδη νομοθετηθεί για τα επόμενα έτη. Τα υπόγεια σπήλαια έμειναν μισοάδεια.
- Μεγάλο τμήμα των βαρελιών που αποδεσμεύτηκαν, δεν έφτασαν ποτέ στον Αμερικανό καταναλωτή. Ένα σημαντικό μέρος τους κατέληξε στην Κίνα.
Όλο αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο Αμερικανός φορολογούμενος να επωμιστεί το σύνολο του οικονομικού κινδύνου. Πριν από την παρέμβαση Μπάιντεν, το SPR διέθετε 638 εκατ. βαρέλια. Στο τέλος, είχε καθηλωθεί κοντά στα 394 εκατ. Μια “τρύπα” 240 εκατ. παρέμεινε ανοιχτή.
Η στρατηγική Τραμπ
Το 2026, επί Τραμπ, ο πόλεμος με το Ιράν και το κλείσιμο του Ορμούζ απείλησαν να στραγγίξουν την παγκόσμια αγορά, κόβοντας τη ροή εκατ. βαρελιών ημερησίως. Οι προβλέψεις της Wall Street ήταν εφιαλτικές, κάνοντας λόγο για άμεση εκτίναξη του πετρελαίου στα 150 ή και 200 δολάρια, γεγονός που θα προκαλούσε παγκόσμιο οικονομικό κραχ. Η κυβέρνηση Τραμπ κατέφυγε κι αυτός στο SPR, παρ’ ότι είχε ασκήσει έντονη κριτική στον Μπάιντεν για το SPR, αλλά τελικά και ο ίδιος αποδέσμευσε 172 εκατ. βαρέλια. Το έκανε με διαφορετικό μηχανισμό και σε συντονισμό με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Αντί να πουλήσει το πετρέλαιο και να εισπράξει μετρητά, ενεργοποίησε ένα ειδικό νομικό εργαλείο: Το Πρόγραμμα Ανταλλαγής (Strategic Petroleum Reserve Exchange Program). Η φιλοσοφία αυτού του μηχανισμού δεν είναι εμπορική, είναι χρηματοοικονομική. Το κράτος δεν μεταβιβάζει την κυριότητα του πετρελαίου. Αντίθετα, λειτουργεί σαν τράπεζα: Δανείζει φυσικό πετρέλαιο σε ιδιωτικές εταιρείες και διυλιστήρια (Vitol, Trafigura, ExxonMobil και Marathon Petroleum) για να καλύψουν την άμεση έλλειψη. Οι όροι του συμβολαίου είναι αυστηροί. Οι εταιρείες που παίρνουν το πετρέλαιο αναλαμβάνουν την υποχρέωση να το επιστρέψουν στο μέλλον.
Αν και στη δημόσια συζήτηση ο μηχανισμός περιγράφεται σαν «δανεισμός», νομικά είναι πρόγραμμα ανταλλαγής, στο οποίο οι εταιρείες αναλαμβάνουν τη συμβατική υποχρέωση να επιστρέψουν τις ίδιες ποσότητες, προσαυξημένες με επιπλέον βαρέλια. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι τα premium barrels (βαρέλια-τόκος). Οι πετρελαϊκοί κολοσσοί υποχρεούνται να επιστρέψουν τις ποσότητες προσαυξημένες με “καπέλο” 18-24%, ως αποζημίωση στο Δημόσιο.
Η επιλογή αυτή βασίστηκε στην εκμετάλλευση της δομής της αγοράς, η οποία βρισκόταν σε καθεστώς έντονου backwardation. Σε αυτή την κατάσταση, το άμεσα παραδοτέο πετρέλαιο (λόγω πολέμου) είναι πανάκριβο, ενώ τα συμβόλαια μελλοντικής παράδοσης (futures) είναι φθηνότερα. Οι εταιρείες εμπορίας είχαν τεράστιο κίνητρο. Πήραν το ακριβό πετρέλαιο από τον Τραμπ σήμερα, το διέθεσαν στην αγορά συγκρατώντας τις τιμές (98-100 δολάρια αντί για τα 150), και δεσμεύτηκαν να το αγοράσουν και να το επιστρέψουν στο κράτος μεταξύ 2026 και 2029, ελπίζοντας σε χαμηλότερες μελλοντικές τιμές.
Το ρίσκο της διακύμανσης των τιμών μεταφέρθηκε εξ ολοκλήρου στις πλάτες του ιδιωτικού τομέα. Κι όταν ολοκληρωθεί η επιστροφή, το SPR όχι μόνο θα έχει ξαναγεμίσει δωρεάν, αλλά θα διαθέτει περίπου 40 εκατ. βαρέλια περισσότερα από όσα είχε πριν την κρίση, χάρη στα επιπλέον βαρέλια που υποχρεούνται να επιστρέψουν οι εταιρίες. Όμως κι αυτή η στρατηγική έχει τίμημα, αφού το αμερικανικό SPR υποχώρησε στα 311 εκατ. βαρέλια. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, κάτι που προκάλεσε έντονη κριτική από τα συστημικά ΜΜΕ. Η σύγκριση των δύο αυτών περιπτώσεων αποτυπώνει τη βαθιά διαφορά φιλοσοφίας των κυβερνήσεων Μπάιντεν και Τραμπ στη διαχείριση του δημόσιου πλούτου. Διαφορά που αποτυπώνεται στο επόμενο infograph:
Η κυβέρνηση Μπάιντεν αντιμετώπισε το SPR ως εμπόρευμα που έπρεπε να πουληθεί άμεσα για να παρέμβει στην εσωτερική αγορά, αναλαμβάνοντας όμως η ίδια το ρίσκο της επόμενης ημέρας. Η κυβέρνηση Τραμπ, αντίθετα, λειτούργησε ως διαχειριστής ρίσκου. Δεν αναζήτησε άμεσα έσοδα, αλλά χρησιμοποίησε το βάρος του αποθέματος για να αναγκάσει τις αγορές να αυτο-διορθωθούν, μετακυλίοντας τις υποχρεώσεις σε όσους επωφελήθηκαν από την κρατική παρέμβαση.
Η τιμή του πετρελαίου στο μέλλον
Η δημόσια συζήτηση στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα αναλώνεται συνήθως σε στείρα αντιπαράθεση για το ποιος πρόεδρος έχει δίκιο, ή ποιος άδειασε τη χώρα. Αυτές οι θέσεις δεν έχουν σχέση με την πραγματική οικονομία, αλλά με την πολιτική διαχείριση της κρίσης. Ουσιαστικά, η σύγκριση των δύο προσεγγίσεων στο SPR, αναδεικνύει ένα σημαντικό συμπέρασμα. Η αξία μιας κρατικής παρέμβασης στις διεθνείς αγορές δεν κρίνεται από το αν επηρέασε προσωρινά την τιμή της βενζίνης, κατά μερικά σεντς. Κρίνεται πρωτίστως από τον τρόπο, με τον οποίο κατανέμεται ο οικονομικός κίνδυνος.
Η ίδια ακριβώς υποδομή, οι ίδιες υπόγειες δεξαμενές, χρησιμοποιήθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, με δύο εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς. Ο ένας μηχανισμός άφησε πίσω του δημοσιονομικά ελλείμματα και ακριβές επαναγορές, για τις οποίες πλήρωσε ο Αμερικανός. Ο άλλος μηχανισμός αξιοποίησε τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου για να διασφαλίσει ότι, όταν κατακάτσει η σκόνη του πολέμου, οι ίδιες οι πολυεθνικές εταιρείες θα πληρώσουν τον λογαριασμό για να ξαναγεμίσουν τις κρατικές αποθήκες.
Στην αγορά ενέργειας, και στην οικονομία γενικότερα, η λεπτομέρεια του μηχανισμού είναι αυτή που ξεχωρίζει μια ακριβή πολιτική κίνηση από μια αποτελεσματική στρατηγική εθνικής ασφάλειας. Το πρόβλημα είναι ότι εδώ που φτάσαμε, τα αμερικανικά αποθέματα έχουν φτάσει στο κατώτερο σημείο τους από το 1983. Μπορεί η επιλογή Τραμπ να μην επέτρεψε (μέχρι σήμερα) έναν δεύτερο καλπασμό της τιμής του Brent στα 120 (που είχε φτάσει στις 9 και 19 Μαρτίου), αλλά τώρα η αγορά φοβάται ότι ένας νέος γύρος πολεμικών συγκρούσεων σε Ιράν και Ουκρανία, θα πυροδοτήσει νέα έξαρση των τιμών, χωρίς να είναι εύκολο να γίνει νέα αποστράγγιση των στρατηγικών αποθεμάτων.
Κι αν τα πολεμικά μέτωπα σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία κλιμακωθούν εκ νέου, δεν θα πρέπει να αποκλείεται νέα ανοδική κίνηση του Brent και του WTI προς τα 120 δολάρια στον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο. Ή ακόμη και παραπάνω. Ειδικά εάν ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν πλήξουν πετρελαϊκά κοιτάσματα, τερματικούς σταθμούς ή διυλιστήρια. Σε αντίθεση όμως με όσα έχουν κάνει μέχρι σήμερα οι δύο τελευταίοι πρόεδροι των ΗΠΑ, οι δυνατότητες μιας νέας μαζικής αποδέσμευσης από το SPR είναι πλέον πολύ πιο περιορισμένες. Και οι τιμές θα αποκτήσουν για άλλη μια φορά εκρηκτική ανοδική ορμή…





