Ελληνικοί μύθοι για το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ

Νίκος Μιχαηλίδης2532


του Νίκου Μιχαηλίδη  – 

Ορισμένοι στην Αθήνα πίστευαν ότι το σουνιτικό ισλαμικό κόμμα του κ. Ερντογάν και ο ίδιος προσωπικά αποτελούν κάποιου είδους ευλογία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αυτή η πεποίθηση άρχισε να παγιώνεται από το 2002 και μετά, λόγω της πρόσκαιρης ανακούφισης από τον φόβο που προκαλούσε η ανοικτά εχθρική στάση των κεμαλιστών έναντι της Ελλάδας. Την πεποίθηση αυτή ενίσχυσαν και κάποια συμβολικού χαρακτήρα ανοίγματα εκ μέρους του ισλαμικού καθεστώτος. Δεν εδράζεται, ωστόσο, σε ρεαλιστικές και ορθολογικές εκτιμήσεις για τις μακροπρόθεσμες στοχεύσεις του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ.

Αρκετοί παραπλανήθηκαν πιστεύοντας ότι ο κ. Ερντογάν θα εκδημοκράτιζε την χώρα του, θα σεβόταν το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες και θα συνέβαλε στην ουσιαστική βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Όμως, διαψεύστηκαν οικτρά και αυτό θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση τα ερμηνευτικά και αναλυτικά τους εργαλεία και αναδεικνύει την ρηχότητα της σχολής πολιτικής σκέψης, την οποία εκπροσωπούν.

Η πολιτική ανάλυση με βάση τα συμφέροντα της Ελλάδας δεν μπορεί να γίνεται απλώς με συνθήματα και θεωρητικά κλισέ παρμένα από κείμενα που γράφτηκαν αλλού. Για παράδειγμα, τα γνωστά ερμηνευτικά σχήματα “κεμαλιστές εναντίον iσλαμιστών” και “εκσυγχρονισμός εναντίον Ισλάμ” είναι ανεπαρκή για να κατανοήσουμε τις σημερινές δυναμικές στην Τουρκία. Η άκριτη αναπαραγωγή και εισαγωγή οπτικών και αναλυτικών σχημάτων οδηγεί σε κραυγαλέα σφάλματα.

Αλλιώς κατανοούν και ερμηνεύουν οι Γερμανοί και οι Γάλλοι την Τουρκία και αλλιώς οι Έλληνες. Άλλα τα συμφέροντα τους σε σχέση με την Τουρκία και άλλα τα δικά μας, παρά τις επιμέρους ταυτίσεις στα πλαίσια της ΕΕ. Εμείς οφείλουμε να διαβάζουμε τις εξελίξεις με τα δικά μας μάτια και μυαλά και με βάση τις δικές μας στρατηγικές επιδιώξεις και συμφέροντα, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και τον ευρύτερο περίγυρο και τις σχετικές ισορροπίες.

Συστήματα εξουσίας και εθνική ασφάλεια

Είναι αληθές πως κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησής του το ισλαμικό κόμμα ανέπτυξε μια φιλελεύθερη ρητορική και επέδειξε διάθεση εφαρμογής κάποιων δημοκρατικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων και οικονομικών αλλαγών. Στόχος αυτού του δημοκρατικοφανούς ελιγμού των πρώτων ετών ισλαμικής διακυβέρνησης ήταν η αποδυνάμωση του κουρδικού αυτονομιστικού κινήματος, ο περιορισμός της ιδεολογικής επιρροής του δυτικού φιλελευθερισμού στη νεολαία των Αλεβιτών και στα ευρύτερα τμήματα των δυτικόφιλων νέων. Τέλος, στόχος ήταν και η διασφάλιση της ηγεμονίας του σουνιτικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην κοινωνία και στο κράτος.

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η σουνιτική κυβέρνηση οραματίστηκε και επεδίωξε τον υπό δική της ηγεσία συντονισμό και “ενοποίηση” του σουνιτικού ισλαμικού κόσμου. Επίσης, επεδίωξε τον έλεγχο των κουρδικών πληθυσμών και των πολιτικών τους εκφράσεων στο Ιράκ και στη Συρία. Ο κ. Ερντογάν έδωσε προτεραιότητα και επένδυσε τεράστια ενέργεια και πόρους σε αυτά τα μέτωπα, τα οποία θεωρούσε κρίσιμα για την ασφάλεια, την ενότητα και το μέλλον της Τουρκίας.

Το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ, που είναι εξαιρετικά αντιδυτικό, αποτελούσε πάντα ένα εφεδρικό σύστημα διακυβέρνησης. Από τα χρόνια του ιστορικού του ηγέτη Νετζμεντίν Ερμπακάν ασκούσε συνεχώς δριμεία κριτική στους κεμαλιστές. Όχι μόνο για την αντιμετώπιση της θρησκείας, αλλά και για την αποτυχία τους να καταστείλουν την κουρδική εξέγερση, να σταθεροποιήσουν και να μεγαλώσουν την ισχύ και την επιρροή της Τουρκίας.

Η αντίληψη των ισλαμιστών περί δημοκρατίας περιοριζόταν στην απελευθέρωση της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας στο δημόσιο πεδίο και σε ορισμένες διοικητικές αλλαγές. Αλλαγές που θα επέτρεπαν στα θρησκευόμενα τμήματα της κοινωνίας και στη δική τους εκλογική πελατεία να εισέρχονται απρόσκοπτα στον κρατικό μηχανισμό και στον οικονομικό ανταγωνισμό.

Μίκρυναν την Τουρκία

Οι ισλαμιστές πάντα κατηγορούσαν τους κεμαλιστές ότι μίκρυναν την Τουρκία και ότι ήταν φοβικοί απέναντι στους δυτικούς και στους πάσης φύσης υποτιθέμενους “εχθρούς” του μουσουλμανικού κόσμου. Υποστήριζαν την εφαρμογή πιο ριζοσπαστικών και λιγότερο παθητικών πολιτικών. Έτσι γαλούχησαν και τα κομματικά τους ακροατήρια. Γι’ αυτό οι γνωρίζοντες δεν εκπλήσσονται από την πρόσφατη ρητορική του κ. Ερντογάν περί αναθεώρησης συνθηκών και από τις αναφορές του στις κατ’ αυτόν “άδικες” απώλειες εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αυτός ο τρόπος σκέψης και η πολιτική κουλτούρα υπέβοσκε πάντα σε τμήματα της κοινωνίας, του κράτους και των ισλαμικών κομμάτων. Τα τελευταία χρόνια αναδύθηκε στην επιφάνεια και κατέλαβε κεντρική θέση στην τουρκική πολιτική σκηνή. Με λίγα λόγια, οι ισλαμιστές ήρθαν στην εξουσία με συγκεκριμένη αναθεωρητική ατζέντα και με την προσδοκία να διευρύνουν τα γεωγραφικά, κοινωνικά και διεθνοπολιτικά όρια επιρροής της Τουρκίας και όχι να φτάσουν σε “μηδενικά προβλήματα” με τους γείτονες.

Οφείλουμε δε να παραδεχθούμε ότι η επικοινωνιακή τους πολιτική υπήρξε στο παρελθόν αρκετά επιτυχής, αν και πλέον έχει καταρρεύσει. Η όποια τουρκική ήπια ισχύς, που με κόπο χτίστηκε από το 2000 και εντεύθεν, δεν υπάρχει πια. Στο εσωτερικό, το κόμμα του Ερντογάν παραπλάνησε εκατομμύρια πολίτες.

Ουσιαστικά ήταν ένα εφεδρικό σύστημα διακυβέρνησης που αυτοπαρουσιάζεται σαν δήθεν αντισυστημικό. Υπέκλεψε ψήφους υποσχόμενο εκδημοκρατισμό και οικονομική ανάπτυξη. Για ένα διάστημα έδωσε τέτοια δείγματα γραφής. Τώρα και τα δύο αυτά αιτήματα έχουν μπει για τα καλά στον πάγο. Η συνεχής άσκηση βίας και η σκληρή καταστολή εκ μέρους της κυβέρνησης είναι σημάδι απονομιμοποίησης και παρακμής.

Δευτερεύοντα προβλήματα

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής των ισλαμιστών του ΑΚΡ για να “μεγαλώσει η Τουρκία”, η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρήθηκαν ως δευτερεύοντα προβλήματα. Γι’ αυτό και η δημόσια ρητορική και η διπλωματική συμπεριφορά της σουνιτικής κυβέρνησης τροποποιήθηκε, ρίχνοντας προσωρινά τους τόνους και περιορίζοντας τις εντάσεις. Ήταν ένα θετικό, αλλά παραπλανητικό σημάδι.

Ο περιορισμός των ελληνοτουρκικών εντάσεων στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν δεν ήταν αποτέλεσμα της ειλικρινούς επιθυμίας του για σεβασμό του διεθνούς δικαίου και για σχέσεις καλής γειτονίας. Η ύφεση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις υπήρξε απόρροια των εσωτερικών κρατικών μετασχηματισμών στην Τουρκία, της νέας στρατηγικής του σουνιτικού πολιτικού μεγαλοϊδεατισμού και της αυτοπεποίθησής του. Αντιλαμβανόταν πλέον την Ελλάδα ως δευτερεύουσα απειλή και σχετικά εύκολα διαχειρίσιμη σε δεύτερη φάση, μετά την επίλυση των μειζόνων προβλημάτων στα ανατολικά σύνορα.

Δεν θα πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε το βεβαρημένο ιστορικό των ισλαμιστών. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης εκδιώχθηκαν επί κυβέρνησης του ισλαμιστή Αντάν Μεντερές την δεκαετία του 1950. Η εισβολή στην Κύπρο πραγματοποιήθηκε όταν στην εξουσία βρισκόταν μια συμμαχία της κεμαλικής “αριστεράς” του Μπουλέντ Ετσεβίτ με την ισλαμική δεξιά του Νετζμεντίν Ερμπακάν, ο οποίος πίεζε για εισβολή. Ο Τουργκούτ Οζάλ τη δεκαετία του 1980 και όλοι οι συστημικοί πολιτικοί αντλούσαν πάντα, αν και σε διαφορετικό βαθμό, από την δεξαμενή του σουνιτικού Ισλάμ και από την πολιτική ιδεολογία που ενέπνευσε.

Οι ελληνικές προσδοκίες

Οι ελληνικές προσδοκίες για σταθεροποίηση των σχέσεων και συνεργασία με την Τουρκία του κ. Ερντογάν έχουν περιοριστεί, αφενός λόγω της σειράς των προκλήσεων, αφετέρου λόγω της περίπλοκης κατάστασης που επικρατεί στη γειτονική χώρα. Δεν πρέπει να καλλιεργούμε υψηλές προσδοκίες σε αυτή την φάση, ούτε και να εγκλωβιζόμαστε σε καταστροφικά διλήμματα.

Μια σχολή σκέψης στην Αθήνα υποστηρίζει πως η Τουρκία ενδυναμώνεται διαρκώς λόγω δημογραφίας, οικονομίας και εξοπλισμών. Άρα, κάθε καθυστέρηση στην επίλυση των “ελληνοτουρκικών εκκρεμοτήτων”, όπως λανθασμένα περιγράφουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό, αυξάνει το κόστος μελλοντικών διευθετήσεων για την Ελλάδα.

Αυτή η προσέγγιση είναι παραπλανητική και δεν στηρίζεται σε πραγματικά εμπειρικά δεδομένα και σε ορθολογική και σε βάθος κατανόηση των διεθνών ισορροπιών και της κατάστασης στην Τουρκία. Μάλλον φλερτάρει με έναν ιδιότυπο ιδεολογικό δογματισμό. Πρόκειται για αναλυτική αδυναμία.

Δυστυχώς, ούτε η Σκύλλα του κεμαλισμού ούτε και η Χάρυβδη του πολιτικού Ισλάμ υπόσχονται σταθερότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μαζί με την ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων στην παρούσα φάση, η μόνη εγγύηση για καλύτερες ελληνοτουρκικές σχέσεις και συνεργασία είναι η ενίσχυση της δημοκρατίας, του ορθολογισμού, των ελευθεριών και του πλουραλισμού στην Τουρκία.

bookmark icon
error: Content is protected !!