Γιατί οι Αμερικανοί θεωρούσαν τους Παπανδρέου εμπόδιο στο Κυπριακό
20/04/2026
Ένα βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε αρχικά στα γαλλικά και εκδόθηκε στη Λωζάνη το 1970 – και στην αγγλική τον επόμενό χρόνο, με τον συγγραφέα να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο “Αθηναίος”, αποτελεί ένα πολιτικό εγχειρίδιο για το τι συνέβαινε στην Ελλάδα στην περίοδο της χουντικής δικτατορίας. Ο “Αθηναίος” ήταν το όνομα που χρησιμοποίησε ο διπλωμάτης Ρόδης Ρούφος για να φωτίσει με αλήθειες τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα των συνταγματαρχών.
Όπως εξηγεί ο Richard Clogg στην εισαγωγή της αγγλικής έκδοσης του 1971, «ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι ένας Έλληνας διανοούμενος ο οποίος εξακολουθεί να ζει σήμερα στην Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό, σαφώς και δεν μπορεί να γράψει με το όνομά του· ωστόσο, η αναγκαστική αυτή ανωνυμία με κανέναν τρόπο δεν υπονομεύει την αυθεντικότητα του βιβλίου του, διότι ο συγγραφέας, προκειμένου να στηρίξει επαρκώς τους ισχυρισμούς του, προσφέρει άφθονη τεκμηρίωση».
Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση, το βιβλίο κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα ελληνικά από τις εκδόσεις της “ΕΣΤΙΑΣ”, διατηρώντας τον τίτλο της αγγλικής έκδοσης (Στην Ελλάδα των συνταγματαρχών). Η μετάφραση, οι σημειώσεις και το επίμετρο ανήκουν στον Αλέξανδρο Δ. Μπαζούκη, ο οποίος έχει ασχοληθεί συγγραφικά με τον Ρούφο, και ο πρόλογος στον Πάνο Λουκάκο, ο οποίος γνώριζε τον Ρούφο. Η εισαγωγή είναι από την αγγλική έκδοση του 1971 και γράφτηκε από τον Richard Clogg.
Από τα πολλά και ενδιαφέροντα που αναφέρονται στο βιβλίο, στεκόμαστε στα όσα σημειώνει για τον Ανδρέα Παπανδρέου, μετέπειτα το 1981 Πρωθυπουργό της Ελλάδος: «Από τις πρώτες-πρώτες αρχές της πολιτικής καριέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Τύπος της Δεξιάς τον είχε επιλεκτικά στοχοποιήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο, εξαπολύοντας επιθέσεις ενάντια τόσο στα προτερήματα όσο και στα ελαττώματά του, τόσο στα επιτεύγματα όσο και στα λάθη του, τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή του.
»Η εκστρατεία αυτή, που ενορχηστρώθηκε σε ένα επίπεδο ασυνήθιστα χαμηλό ‒ακόμη και για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα‒ δίνει αναμφίβολα και μια εξήγηση για την ολοένα και μεγαλύτερη σφοδρότητα των ανταπαντήσεων του Ανδρέα. Συγχρόνως, ο Ανδρέας δημιούργησε εχθρούς στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, επιμένοντας στην άμεση ανάκληση ενός Αμερικανού αξιωματούχου, υπεύθυνου για ορισμένες ραδιοφωνικές εκπομπές της “Φωνής της Αμερικής”, οι οποίες είχαν θεωρηθεί εχθρικές προς την Ελλάδα.
»Οι εκπομπές αυτές αφορούσαν το Κυπριακό Ζήτημα, το οποίο ήταν σε κρίσιμη καμπή καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που η Ένωση Κέντρου βρισκόταν στην εξουσία, δημιουργώντας επιπρόσθετα προβλήματα στην κυβέρνηση και απορροφώντας πολύ μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς της. Οι Δυτικές Δυνάμεις, και συγκεκριμένα οι ΗΠΑ, είχαν παροτρύνει την Ελλάδα να αποδεχθεί στο Κυπριακό μια συμβιβαστική λύση με την Τουρκία ‒ μια λύση, όμως, που θεωρούνταν ένας απαράδεκτος συμβιβασμός από την ελληνική κυβέρνηση.
»Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είχε τα προηγούμενα χρόνια ασκήσει κριτική σε κάποιες από τις παραχωρήσεις της κυβέρνησης Καραμανλή ως αδικαιολόγητες, επιδίωκε να δείξει ότι ο ίδιος ήταν πιο αποφασιστικός από τον προκάτοχό του. Η μακρά αντίστασή του στις αμερικανικές πιέσεις και η πρωτοβουλία αποστολής μονάδων του ελληνικού στρατού στην Κύπρο, δεν τον καθιστούσαν και πολύ δημοφιλή στην αμερικανική κυβέρνηση. Έτσι, κάποιοι αντιπολιτευτικοί κύκλοι στην Ελλάδα άδραξαν την ευκαιρία να μεταφέρουν κρυφά στα αυτιά των Αμερικανών το μήνυμα ότι μια πιο δεξιόστροφη κυβέρνηση θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο ευέλικτη στο Κυπριακό».
Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές υποσημειώσεις του Αλέξανδρου Δ. Μπαζούκη, ο Ρούφος αναφέρεται εδώ στα λεγόμενα “Σχέδια Άτσεσον” (από το όνομα του εμπνευστή τους, πρώην Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Dean Acheson) για επίλυση του Κυπριακού. Ο Ανδρέας, ο οποίος είχε ανοικτά κανάλια επικοινωνίας με τον Μακάριο, ήταν αυτός που έπεισε τον πατέρα του, τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, να απορρίψει το σχέδιο Άτσεσον, παρά το γεγονός ότι αρχικά αντιμετώπιζε θετικά την αμερικανική πρόταση.
Στην ίδια επεξηγηματική υποσημείωση υπενθυμίζεται η απόφαση για τη “μυστική” και σταδιακή αποστολή μιας ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο εντός του 1964, η οποία λήφθηκε από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ύστερα από την επανάληψη των διακοινοτικών συγκρούσεων στο νησί από τα τέλη του 1963 έως και τον Αύγουστο του 1964 ‒ συγκρούσεις που συνοδεύτηκαν από τουρκικούς βομβαρδισμούς στη βορειοδυτική Κύπρο και ρητές απειλές της Τουρκίας για άμεση εισβολή στο νησί.
Ο Ρούφος παραιτείται από το ΥΠΕΞ
Η επιβολή της απριλιανής δικτατορίας βρίσκει τον διπλωμάτη Ρόδη Ρούφο (1924-1972) να υπηρετεί στην Αθήνα, στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ύστερα από την επιστροφή του από το Παρίσι όπου είχε διατελέσει Σύμβουλος της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας κατά το διάστημα 1960-1964. Ως συγγραφέας είχε παρουσιάσει σημαντικό έργο το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, αναγνωρίσθηκε χρόνια μετά. Τυχαία, το 1967, μερικές μέρες πριν την επιβολή της δικτατορίας κυκλοφόρησε το βιβλίο του “Οι Γραικύλοι”, το οποίο είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ. Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο λόγω της δικτατορίας δεν έτυχε της υποδοχής που του έπρεπε.
Με την επιβολή της δικτατορίας, ο Ρούφος έπραξε αυτό που μόνο ενδεχομένως για αυτόν θεωρείτο αυτονόητο. Για τους πολλούς η “κανονικότητα” συνεχιζόταν και επί χούντας! Δεν επέστρεψε στη θέση του στο Υπουργείο Εξωτερικών για όσο διάστημα η δημοκρατία στη χώρα του θα έμενε στον “γύψο”, προκαλώντας με τον τρόπο αυτόν και την απόλυσή του από τη διπλωματική υπηρεσία στις αρχές του 1969 «λόγω αυτογνωμόνου απουσίας εκ των καθηκόντων του».
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μπαζούκη, δεν αρκέστηκε στη σιωπηρή διαμαρτυρία εναντίον της χούντας, αρνούμενος τη δημοσίευση οποιουδήποτε κειμένου του στην Ελλάδα, εφόσον αυτό θα έπρεπε να έχει εξασφαλίσει εκ των προτέρων την άδεια της λογοκρισίας· αλλά έσπευσε να αποδυθεί σε ένα μείζον εγχείρημα άμεσης και ηχηρής καταγγελίας της δικτατορίας στο εξωτερικό, με στόχο να ενημερώσει και να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη έναντι της πολιτικής και των πρακτικών της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα.
Ο Ρούφος έφυγε από τη ζωή διαρκούσης της δικτατορίας των συνταγματαρχών, το 1972. Δεν έζησε την πτώση της χούντας και την καταστροφή της Κύπρου, με την οποία σε όλη τη διαδρομή του ταυτίσθηκε. Όπως αναφέρεται στο επίμετρο, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο του καλύπτει (με τις προσθήκες της αγγλικής έκδοσης) την περίοδο ως τις αρχές του 1971, ακούγεται σε πολλά σημεία ευκρινώς “η μυστική βοή των προσιόντων”, των επερχόμενων δηλαδή γεγονότων, τεκμήριο της διορατικότητας του συγγραφέα και της πολύ καλής γνώσης της κατάστασης στην Ελλάδα, όπως και των ζυμώσεων που βρίσκονταν τότε σε εξέλιξη στον χώρο της διανόησης και της αντίστασης, καθώς και στους κόλπους των ίδιων των (εξόριστων ή υπό περιορισμό) πολιτικών – ακόμη και των αξιωματικών (κυρίως του Ναυτικού).
Προέβλεψε εξελίξεις…
Εντυπωσιάζουν, ακόμη, οι δυσοίωνες προβλέψεις του συγγραφέα για την αδυναμία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (ιδίως της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά και του Στρατού Ξηράς) να εκπληρώσουν την αποστολή τους σε περίπτωση που αυτό χρειαζόταν, εξαιτίας των μαζικών αποστρατεύσεων ανώτατων αξιωματικών και της παρεπόμενης δραματικής υποβάθμισης του αξιόμαχου του στρατεύματος, καθώς και της απώλειας κάθε σεβασμού στην αρχαιότητα και κάθε αίσθησης αλληλεγγύης και στρατιωτικής τιμής (esprit de corps)
Με αφορμή την απόφαση για εσπευσμένη απόσυρση της ελληνικής “μεραρχίας” από την Κύπρο στα τέλη του 1967, κατόπιν απειλών της Τουρκίας για εισβολή στο νησί και σχετικών πιέσεων των Αμερικανών, ο Ρούφος θα σχολίαζε δηκτικά ότι «η χούντα δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κρίση που θα προκαλούσε μια γενική επιστράτευση και δεν ήταν σε θέση να εμπιστευτεί τους ένοπλους εφέδρους».
Στο βιβλίο του ο Ρούφος δίνει απαντήσεις σε όσους θεωρούσαν το καθεστώς της χούντας μια κανονικότητα. Αντικρούει τον ισχυρισμό ότι η χούντα διέθετε ισχυρό λαϊκό έρεισμα, επειδή «δήθεν η πλειονότητα των Ελλήνων, κουρασμένη από την ακυβερνησία και τις συνεχείς ταραχές και κινητοποιήσεις της περιόδου 1963-1967, έβλεπε με ανακούφιση την τάξη και την ασφάλεια να επικρατεί επιτέλους στη χώρα. Ως απόδειξη των λεγομένων του, ο συγγραφέας επικαλείται, μεταξύ άλλων γεγονότων, τη μεγαλειώδη αντιχουντική διαδήλωση στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου (Νοέμβριος 1968), την οποία και περιγράφει με φανερή συγκίνηση…».
Το ίδιο έντονος είναι απέναντι «και σε επιχειρήματα νομιμοποίησης των απριλιανών κινηματιών από κύκλους προσκείμενους στους Αμερικανούς και στους ντόπιους υποστηρικτές τους, οι οποίοι αποδέχονταν την κατάσταση στη χώρα με το σκεπτικό ότι οι δικτατορίες ήταν έτσι κι αλλιώς ένα ενδημικό φαινόμενο για την υποανάπτυκτη Ελλάδα και απαραίτητος όρος για την εκ των άνω επιβολή αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, εξαιτίας και της ανεπάρκειας του πολιτικού της δυναμικού».
Διαβάστε την συνέχεια στο philenews





