Η διαχρονικά σκανδαλώδης στάση της Γερμανίας στο ζήτημα των αποζημιώσεων
12/10/2026
Αυτό που δεν έγινε στη Γερμανία το 1933, συνέβη στα τέλη Μαίου 1941 στην Κρήτη, όπου σύσσωμος ο πληθυσμός της νήσου αντιστάθηκε κατά των ναζί. Το τίμημα που κατέβαλε ο ελληνικός λαός για αυτήν την αντίσταση ήταν τεράστιο. Από την πρώτη ημέρα της γερμανικής Κατοχής έλαβαν χώρα αντίποινα και μαζικές εκτελέσεις: Το χωριό Κάνδανος ισοπεδώθηκε κυριολεκτικά, εντελώς. Πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες πέθαναν από εκτελέσεις, φόνους, ασθένειες και την πείνα – μόνο από αυτήν πέθαιναν 400 άνθρωποι ημερησίως.
Πάνω από 800.000 άνθρωποι υπέφεραν από αναπηρίες. Οι υποδομές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα καταστράφηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, συχνά εσκεμμένα. Ο υπουργός Οικονομικών του Γ΄ Ράϊχ Walter Funck έχει ρητά παραδεχθεί: «Η Ελλάδα υπέμεινε όσο καμία άλλη χώρα τα δεινά του πολέμου». Είναι σκανδαλώδες ότι η περίοδος της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα παραμένει ακόμη άγνωστη στη γερμανική κοινή γνώμη.
Η γενναιοψυχία των νικητριών χωρών κατά τη συνομολόγηση της Συμφωνίας του Λονδίνου το 1953 για τη ρύθμιση των γερμανικών χρεών, εξασφάλισε στη νεαρή τότε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη δυνατότητα μιας ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης που απέβη κατά πολύ υψηλότερη, από αυτήν των πρώην εμπολέμων της, περιλαμβανομένης της Ελλάδας. Προϋπόθεση για αυτήν την ευνοϊκή ρύθμιση των γερμανικών χρεών, ήταν ότι η Γερμανία θα αναλάβει τις ευθύνες της, ευθύς ως ξεπεραστούν οι συνέπειες του πολέμου.
Ως εκ τούτου, έως το 1989 επικρατούσε το γερμανικό επιχείρημα “τώρα είναι πολύ νωρίς”, μετά το 1990 ωστόσο, το επιχείρημα αντεστράφη σε “τώρα είναι πολύ αργά”. Από το 1946, η ελληνική πλευρά επανειλημμένα, ήγειρε τις σχετικές αξιώσεις της. Από αυτές, λιγότερο από ποσοστό 1%, έχει ικανοποιηθεί.
Στις 4 Ιουνίου (2019), επέδωσα, σε συνέχεια ομόφωνης απόφασης της Βουλής των Ελλήνων, ρηματική διακοίνωση στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, με την οποία η ελληνική πλευρά καλούσε εκ νέου, τη γερμανική κυβέρνηση σε συνομιλίες για το ζήτημα των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν τρέφει αισθήματα μνησικακίας απέναντι στους απογόνους των δραστών, δεν συνεπάγεται ότι οι φρικαλεότητες που διέπραξαν οι τελευταίοι έχουν λησμονηθεί ή συγχωρηθεί. Άλλωστε, «τα εγκλήματα πολέμου δεν παραγράφονται ποτέ».
Αυτό ήταν το περιεχόμενο ενός άρθρου μου που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2019, κατόπιν αιτήματος του εκδότη, σε ένα γερμανικό έντυπο, εκθέτοντας συνοπτικά στους Γερμανούς αναγνώστες, το ιστορικό πλαίσιο των ελληνικών διεκδικήσεων. Σε συμπλήρωση των ως άνω αναφορών, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, πράγματι, οι διαδικασίες της Γερμανικής Ένωσης το 1990 μεθοδεύθηκαν επιμελώς από γερμανικής πλευράς, ομολογημένα, με την προσδοκία και κατά τρόπο που να αποδυναμώνουν κατά το δυνατόν, νομικά την προοπτική καταβολής γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων.
Οι Γερμανοί άρπαξαν μέχρι και «κορδόνια παπουτσιών»!
Επιπροσθέτως, θα είχα να επισημάνω ότι η συνεχιζόμενη έρευνα για τα γερμανικά εγκλήματα την περίοδο της Κατοχής αποκαλύπτει διαρκώς νέα στοιχεία: Οι Αρχές Κατοχής δεν καθήμαξαν απλώς την ελληνική οικονομία, αλλά έφθασαν σε σημείο να υφαρπάξουν με τη μεθοδική σύμπραξη Γερμανών επιστημόνων, ακόμη και φυτογενετικούς σπόρους, με ιδιαίτερη έμφαση επίσης στους μεταξοσκώληκες, οι οποίοι κρίθηκαν απαραίτητοι για την κατασκευή αλεξίπτωτων για στρατιωτικές ανάγκες, όπως αποκαλύπτει πρόσφατη ειδική έρευνα του διαπρεπούς γεωπόνου ερευνητή Ροίκου Θανόπουλου.
Η λεηλασία πολιτιστικών θησαυρών δεν περιορίσθηκε απλώς σε αρχαιολογικούς θησαυρούς και βυζαντινά κειμήλια κάθε λογής, αλλά επεκτάθηκε ακόμη και σε “ταπεινά” όργανα λαϊκής μουσικής. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο Βερολίνο, βρέθηκα μάρτυς περιστατικών παράδοσης στην ελληνική Πρεσβεία, αγγείων ή θραυσμάτων αγγείων, από Γερμανούς πολίτες που ανακάλυπταν τα ευρήματα αυτά στο κελάρι του σπιτιού τους, αποθηκευμένα και λησμονημένα από προγόνους τους που είχαν υπηρετήσει στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής. Ορθώς, άλλωστε, μάς θυμίζει τακτικά ο Σταύρος Λυγερός, τη ρήση του Μουσολίνι «ο Χίτλερ πήρε από τους Έλληνες ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους».
Η οικεία βιβλιογραφία στην Ελλάδα είναι αρκούντως μεγάλη, ξεχωριστής σημασίας είναι το βιβλίο του Άρη Ραδιόπουλου “Γερμανικές αποζημιώσεις” (εκδόσεις “Νεφέλη”, 2019), βασισμένο σε εξονυχιστική έρευνα των αρχείων των εμπλεκομένων ελληνικών Υπηρεσιών. Μεταξύ άλλων, σε αυτήν τη μελέτη, η οποία με τη στήριξη του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, μεταφράσθηκε και εκδόθηκε στη Γερμανία, καταδεικνύεται με ενάργεια η διαχρονική συμβολή υπηρεσιακών παραγόντων (κυρίως του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Οικονομικών) στην ανάδειξη και προώθηση του ζητήματος, συχνά αυτενεργώντας και ενίοτε επέκεινα των προδιαθέσεων των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών.
Σκανδαλώδης η στάση της Γερμανίας
Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι οι επιπτώσεις της γερμανικής Κατοχής διαμόρφωσαν σε καθοριστικό βαθμό την οικονομική και κοινωνική πορεία της Ελλάδας κατά τη μεταπολεμική περίοδο και εντεύθεν. Την επαύριο της γερμανικής οικονομικής καταλήστευσης, οι ελληνικές κυβερνήσεις εκλήθησαν να αναλάβουν την ανόρθωση της χώρας εκ του μηδενός, από καταστροφές που δεν προκάλεσαν οι ίδιες.
Ασφαλώς μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική σε κυβερνητικούς χειρισμούς ή παραλείψεις στο ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων, είναι πάντως, απολύτως σαφές ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν παραιτήθηκε ποτέ των σχετικών αξιώσεων. Τούτο επιβεβαιώνεται και από πρόσφατες δηλώσεις της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας.
Η στάση της γερμανικής πλευράς υπήρξε ανέκαθεν σκανδαλωδώς στρεψόδικη και σταθερά απορριπτική. Διαθέτει τεράστια εμπειρία στο θέμα και γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να αποφύγει, επιστρατεύοντας πλειάδα πολιτικών και νομικών παραγόντων στην απορριπτική της στάση. Έχει αποδειχθεί ωστόσο ότι δεν είναι αδιάφορη σε πολιτικές πιέσεις.
Ενδεικτικό είναι ότι, όταν την περίοδο 2010-13, είχε ωριμάσει η σχετική συζήτηση στον τόπο μας, θέσπισε το 2014 το λεγόμενο «Γερμανο-ελληνικό Ταμείο του Μέλλοντος» (μια παρόμοια εισήγηση μερίδας Γερμανών πολιτικών το 2000, είχε απορριφθεί κατηγορηματικά από την τότε γερμανική κυβέρνηση). Επισήμως, η γερμανική πλευρά, διακηρύσσει ότι το εν λόγω «Ταμείο» (ο τίτλος είναι ψευδεπίγραφος και αυθαίρετος, καθώς υπαινίσσεται ελληνική σύμπραξη, ενώ πρόκειται για μονομερή γερμανική πρωτοβουλία) δεν αποτελεί υποκατάστατο των αποζημιώσεων, ζήτημα το οποίο κατ’ αυτήν, έχει επιλυθεί οριστικά και τελεσίδικα.
Πολύ συχνή είναι ωστόσο η επωδός των Γερμανών ιθυνόντων σε συμπλήρωση της απορριπτικής τοποθέτησής τους στο ζήτημα των αποζημιώσεων, «ότι, αντ’ αυτού, οι δυο πλευρές οφείλουν να προσανατολίζονται συνεργατικά προς το μέλλον, κάνοντας χρήση οικείων θεσμών, όπως, λ.χ, του Ταμείου του Μέλλοντος». Πρόσφατα, οι πόροι του Ταμείου τείνουν να μειώνονται δραστικά και εν πάση περιπτώσει, οι δράσεις του συνιστούν ελεημοσύνες προς πρώην θύματα και νυν αναξιοπαθούντες, αποδεικνύεται δε ένα χρήσιμο εργαλείο για την εξαγορά συνειδήσεων.
Σε ό,τι αφορά χρηματοδοτήσεις προγραμμάτων του Ταμείου στη Γερμανία, αυτές μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσονται στη γενικότερη πολιτική καλλιέργειας της ιστορικής μνήμης, για την οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει δεσμευθεί η γερμανική πολιτική τάξη (αγνοώ πάντως κατά πόσον τα πεπραγμένα της γερμανικής Κατοχής έχουν εισαχθεί στη σχολική ύλη της γερμανικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως έχει ζητήσει η ελληνική πλευρά).
Γερμανικές αποζημιώσεις: Τα χρόνια των Μνημονίων
Κατά τις συνομιλίες της Καγκελαρίου Merkel στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019, ο τότε Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αποσαφήνισε κατηγορηματικά στη Γερμανίδα Καγκελάριο ότι η ελληνική πλευρά δεν αποδέχεται το «Γερμανο-ελληνικό Ταμείο του Μέλλοντος», εγείροντας, «αντ’ αυτού», το ζήτημα της εκκρεμότητας των γερμανικών αποζημιώσεων. Η τοποθέτησή του (διορθωτική προηγούμενης που χαρακτήριζε το θέμα ως «κατά βάση, ηθικής τάξεως») είναι δεσμευτική για κάθε μελλοντική ελληνική κυβέρνηση, προφανώς και για τον ίδιο, εάν κάποτε επανεκλεγεί Πρωθυπουργός.
Σε διάστημα οκτώ δεκαετιών (1940-2020), ο γερμανικός παράγων υπήρξε δυο φορές πρόξενος (εν πολλοίς, ανεπούλωτων) δεινών στη χώρα μας. Επιτέλους, μια έγκαιρη εξόφληση των γερμανικών οφειλών, θα μπορούσε να είχε απαλλάξει τη χώρα μας από τα δεσμά της μνημονιακής περιόδου (το εκτιμώμενο συνολικό ποσόν των 270-332 δισ. ευρώ, δεν απέχει σημαντικά από το ποσόν των 340 δις ευρώ του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2010).
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επαναλάβω για πολλοστή φορά την εισήγησή μου, να μην παραγραφεί από τη θεσμική μας μνήμη, η μεθοδική, πολιτικά υποκινούμενη, με εμφανή τα στοιχεία του πολιτισμικού ρατσισμού, συστηματική, συκοφαντική εκστρατεία της πλειονότητας των γερμανικών ΜΜΕ εναντίον της Ελλάδας (2010-2016). Εν πάση περιπτώσει, κατά την τρέχουσα συγκυρία, η γερμανική διπλωματία δεν φαίνεται να εντάσσει την προώθηση των σχέσεων με την Ελλάδα στις προτεραιότητές της.
Τούτο δεν σημαίνει ότι η ελληνική πλευρά δεν θα πρέπει να συνεχίζει σε όλους τους τόνους, σε όλα τα επίπεδα και σε κάθε ευκαιρία, να εγείρει το ζήτημα των αποζημιώσεων, τονίζοντας στους συνομιλητές της (Γερμανούς και μη) ότι οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσουν την πλήρη αποκατάστασή τους, ενόσω εκκρεμεί η ρύθμιση του ζητήματος.
Εξυπακούεται ότι η τελική ρύθμιση δεν μπορεί να περιστέλλεται αποκλειστικά στην αποπληρωμή του καταναγκαστικού δανείου. Μόνον μια ικανοποιητική ρύθμιση των ελληνικών αξιώσεων θα κατοχυρώσει μεταξύ των δυο χωρών αμετάκλητα και σε στέρεες βάσεις μια έντιμη διμερή φιλική σχέση για το μέλλον, αντάξια του κοινού ευρωπαϊκού τους πεπρωμένου. Κατά την προσέγγιση του ζητήματος, η ελληνική πλευρά δεν έχει κανένα λόγο να αντιμετωπίζει με δέος τη Γερμανία, η οποία έχει αρκετές αδυναμίες και ανεπάρκειες. Δέος οφείλει να αισθάνεται μόνον απέναντι στην ιστορία και στη δικαιοσύνη, αλλά και ευρύτερα στη διεθνή κοινότητα.
Οι γερμανικές αποζημιώσεις στην σημερινή συγκυρία
Το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων επαυξάνει τη σημασία του, κατ’ εξοχήν στη σημερινή συγκυρία που πλεονάζουν ανησυχητικά τα φαινόμενα κλονισμού των αρχών και του συστήματος της διεθνούς δικαιοσύνης, απίσχνασης κάθε λογοδοσίας και κατίσχυσης της παραβατικότητας, της αυθαιρεσίας και του αυταρχισμού, καθώς η ελληνική πλευρά καλείται να υπενθυμίσει ότι τα εγκλήματα πολέμου δεν επιτρέπεται επ’ ουδενί να παραμένουν ατιμώρητα και δεν παραγράφονται. Στην προσπάθεια αποκατάστασης του κύρους των αξιών της διεθνούς δικαιοσύνης, πιθανόν να βρει και αξιόλογους πολύτιμους Γερμανούς υποστηρικτές (τα σχετικά ποσοστά παραμένουν ακόμη, μειοψηφικά).
Στον ενδεχόμενο προβληματισμό, κατά πόσον θα ήταν συνετό η ελληνική πλευρά να επανέρχεται στο ζήτημα κατά τη σημερινή συγκυρία επέλασης της γερμανικής Ακροδεξιάς, η οποία, αν μη τι άλλο, αντιμάχεται ρητά την όποια καλλιέργεια της ιστορικής μνήμης (η απήχηση της οποίας, κατά τη γνώμη ορισμένων Γερμανών συνομιλητών μου έχει, κατά βάση περιορισθεί στο επίπεδο των λεγόμενων ελίτ και ουδείς γνωρίζει το τι γίνεται στο βαθύτερο γερμανικό κοινωνικό υπόβαθρο), δεν έχει κανείς παρά να υπερθεματίσει υπέρ της συνέχισης έγερσης του ζητήματος.
Η άνοδος του AfD επιβεβαιώνει το γνωστό ρητό του Ουίλιαμ Φώκνερ ότι «το παρελθόν δεν είναι νεκρό, στην πραγματικότητα δεν έχει παρέλθει καν». Ας μη λησμονείται ότι το 1945 η Γερμανία απελευθερώθηκε από τον ναζισμό χάρη στις νίκες των αντιπάλων της, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, της πρώτης χώρας που πρόβαλε παλλαϊκή αντίσταση στην εθνικοσοσιαλιστική λαίλαπα, ενώ το κατέβασμα της σβάστικα από την Ακρόπολη χαιρετίσθηκε τότε από τον ελεύθερο κόσμο ως η πρώτη πράξη αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Μόνη της δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί. Στους πρώην εμπολέμους της – όπως, μεταξύ άλλων, έχει παραδεχθεί δημοσία ο πρώην ηγέτης του SPD, Sigmar Gabriel – οφείλει η Γερμανία τη σημερινή δημοκρατική υπόσταση και ευημερία της. Στην υπόμνηση αυτής της ιστορικής παραδοχής οφείλει να συμβάλει με αυτοπεποίθηση η ελληνική πλευρά, εξηγώντας στους συνομιλητές της ότι η ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων της καταδεικνύει στους Γερμανούς πολίτες ότι η επιλογή του ναζισμού και των λογής παραλλαγών του, δεν είναι χωρίς τίμημα (έστω εξοφλημένο μετά παρέλευση πολλών δεκαετιών), εφ’ όσον η χώρα τους δεν επιθυμεί να διολισθήσει εκ νέου στον μηδενισμό και στον όλεθρο.
Ο Θοδωρής Δασκαρόλης είναι πρέσβης επί τιμή. Έχει διατελέσει πρέσβης της Ελλάδας στο Βερολίνο.





