Η ΕΕ στρέφεται αμυντικά στην Τουρκία παρακάμπτοντας τους Έλληνες
11/05/2026
Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Τουρκία εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως, αντιφατική. Από τη μία πλευρά, καταγράφει με σαφήνεια τα ελλείμματα δημοκρατίας, τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και την επιθετική συμπεριφορά της Άγκυρας απέναντι σε κράτη-μέλη. Από την άλλη, προωθεί με επιμονή την εμβάθυνση της συνεργασίας: στην άμυνα, στην οικονομία, στην ενέργεια, στη διαχείριση της μετανάστευσης.
Η αντίφαση όμως είναι επιφανειακή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ενιαία στρατηγική. Η Ευρώπη δεν αγνοεί το πρόβλημα της Τουρκίας· το παρακάμπτει, επειδή τη χρειάζεται. Η επανεμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο αμερικανικό πολιτικό προσκήνιο και η σταθερή μετατόπιση των ΗΠΑ προς μια πιο επιλεκτική εμπλοκή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια έφεραν στο φως ένα πρόβλημα που υπήρχε ήδη: η Ευρώπη δεν διαθέτει αυτόνομη στρατιωτική ισχύ. Για δεκαετίες, η ασφάλεια της ηπείρου στηρίχθηκε στο ΝΑΤΟ και, κατ’ ουσίαν, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχώρησε σε οικονομικό και κανονιστικό επίπεδο, αλλά όχι στο επίπεδο της ισχύος. Το αποτέλεσμα είναι μια ένωση με τεράστιο οικονομικό αποτύπωμα, αλλά περιορισμένη ικανότητα στρατηγικής επιβολής. Ο πόλεμος στην Ουκρανία επιδείνωσε αυτήν την αδυναμία. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη Ρωσία σε ένα περιβάλλον υψηλής έντασης, χωρίς να διαθέτει τα μέσα να διαχειριστεί αυτόνομα την κατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναζήτηση “συμπληρωματικής ισχύος” γίνεται επιτακτική.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η Τουρκία. Δεν εντάσσεται στο ευρωπαϊκό αξιακό πλαίσιο, αλλά διαθέτει κάτι που η Ευρώπη στερείται: στρατό, αμυντική βιομηχανία, επιχειρησιακή εμπειρία και γεωπολιτική θέση. Ελέγχει τα Στενά, επηρεάζει τη Μαύρη Θάλασσα, παρεμβαίνει στη Μέση Ανατολή, συνομιλεί με τη Ρωσία και ταυτόχρονα παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, λειτουργεί ως “κόμβος ισχύος” σε πολλαπλά επίπεδα. Για την Ευρώπη, αυτό δεν είναι απλώς χρήσιμο. Είναι αναγκαίο.
Έτσι εξηγείται γιατί, παρά τις συνεχείς καταγγελίες, η ευρωπαϊκή πολιτική καταλήγει σε προτροπές για:
- αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης
- επανέναρξη διαλόγων υψηλού επιπέδου
- ενίσχυση συνεργασίας σε άμυνα και ασφάλεια
Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως παράγοντας προς αξιοποίηση. Το επόμενο βήμα είναι ακόμη πιο κρίσιμο. Δεν πρόκειται απλώς για συνεργασία, αλλά για σταδιακή ενσωμάτωση της Τουρκίας στη λειτουργική ισχύ της Ευρώπης. Όταν τίθεται στο τραπέζι η ιδέα τα τουρκικά προϊόντα να εντάσσονται στη λογική “Made in Europe”, δεν πρόκειται για τεχνική ρύθμιση. Πρόκειται για πολιτικό μήνυμα: η Τουρκία αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως εσωτερικός εταίρος, χωρίς να είναι μέλος. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη επιχειρεί να αποκτήσει πρόσβαση στην τουρκική ισχύ χωρίς να απαιτήσει πλήρη προσαρμογή της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές αρχές. Με απλά λόγια: δεν αλλάζει την Τουρκία· προσαρμόζεται σε αυτήν.
Η στρατηγική της Ευρώπης
Κάθε στρατηγική επιλογή έχει κόστος. Και σε αυτήν την περίπτωση, το κόστος δεν είναι αφηρημένο. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι απλώς κράτη-μέλη. Είναι τα σημεία όπου η ευρωπαϊκή θεωρία συναντά την τουρκική πράξη. Είναι τα σύνορα όπου δοκιμάζεται η αξιοπιστία της Ένωσης. Όταν η Ευρώπη επιλέγει να αναβαθμίσει τη σχέση της με την Τουρκία χωρίς προηγούμενη συμμόρφωση της Άγκυρας, δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο: τα ζητήματα κυριαρχίας μετατρέπονται από κόκκινες γραμμές σε διαπραγματευτικές παραμέτρους. Δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη “αγνοεί” την Ελλάδα. Σημαίνει ότι την εντάσσει σε ένα ευρύτερο ισοζύγιο, όπου η ισχύς υπερισχύει της αρχής.
Η φράση “στρατηγική συνεργασία” λειτουργεί εδώ ως κλειδί. Δεν περιγράφει μια ισότιμη σχέση αξιών, αλλά μια σχέση σκοπιμότητας. Η Ευρώπη δεν λέει ότι η Τουρκία είναι συμβατή με τις αρχές της. Λέει ότι, παρά τη μη συμβατότητα, η συνεργασία είναι απαραίτητη. Αυτό αλλάζει τη φύση της Ένωσης.
Από κανονιστική δύναμη, που επιβάλλει κανόνες, μετατρέπεται σε γεωπολιτικό παίκτη που διαπραγματεύεται ισορροπίες. Και σε αυτές τις ισορροπίες, τα μικρότερα κράτη δεν λειτουργούν ως απόλυτες σταθερές. Λειτουργούν ως μεταβλητές. Σε περιόδους κανονικότητας, οι αντιφάσεις μπορούν να καλυφθούν με διατυπώσεις και δηλώσεις. Σε περιόδους κρίσης, όμως, η στρατηγική αποκαλύπτεται.
Η Ευρώπη θα κληθεί να επιλέξει μεταξύ αρχών και επιβίωσης. Και η μέχρι τώρα πορεία δείχνει ποια θα είναι η προτεραιότητα. Η αναβάθμιση της Τουρκίας δεν είναι παρεξήγηση ούτε συγκυριακή απόκλιση. Είναι η προσαρμογή μιας αδύναμης δύναμης σε έναν κόσμο ισχύος. Η εικόνα είναι πλέον καθαρή. Η Ευρώπη δεν “παρασύρεται” προς την Τουρκία. Την εντάσσει συνειδητά στη στρατηγική της. Και σε αυτήν τη διαδικασία, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο κέντρο της απόφασης, αλλά στην περιφέρεια του υπολογισμού. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, την ώρα μηδέν, η Ευρώπη θα κινηθεί με βάση τα δικά της συμφέροντα και θα θυσιάσει την Ελλάδα.





