Η ευρωπαϊκή αυτογελοιοποίηση και η ελληνική αδράνεια στο Αιγαίο
22/05/2026
Η τελευταία κίνηση της Άγκυρας να φέρει προς ψήφιση έναν δικό της, μονομερή “ναυτικό νόμο” δεν είναι άλλη μια φωτοβολίδα εντυπώσεων. Στην πραγματικότητα, ο υπό διαμόρφωση Τουρκικός Maritime Code αποτελεί μια ωμή θεσμική απόπειρα να πεταχτεί στα σκουπίδια η Διεθνής Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και μάλιστα εντός των γεωγραφικών ορίων της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μπροστά σε αυτό το νομικό τελεσίγραφο, οι Βρυξέλλες και το εγχώριο πολιτικό σύστημα καταφεύγουν στη γνωστή, βολική τους πεπατημένη. Επιλέγουν τον κατευνασμό, υποβαθμίζοντας την απειλή σε μια “διμερή ελληνοτουρκική διαφορά”. Όμως, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική και αμιγώς ενωσιακή: η σύγκρουση αυτή αφορά απευθείας την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και το ευρωπαϊκό δίκαιο μας δίνει όλα τα όπλα για να την ανατροπή της. Το γιατί δεν τα αναλαμβάνουμε θα πρέπει να το απαντήσει τόσο η Κυβέρνηση, όσο και η αντιπολίτευση.
Η UNCLOS ως Εσωτερικό Δίκαιο της ΕΕ: Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Με βάση το Άρθρο 47 της ΣΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει διεθνή νομική προσωπικότητα. Χρησιμοποιώντας αυτό ακριβώς το δικαίωμα, συνήψε και επικύρωσε επίσημα τη συμφωνία περί δικαίου των θαλασσών γνωστή και ως UNCLOS του 1982, μέσω της Απόφασης του Συμβουλίου 98/392/ΕΚ. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Στην ιστορική απόφαση Demirel (Υπόθεση 12/86), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διεθνείς συμφωνίες που υπογράφει η ΕΕ ενσωματώνονται αυτόματα στην κοινοτική έννομη τάξη. Μάλιστα, υπερέχουν του παράγωγου δικαίου και δεσμεύουν όλα τα θεσμικά όργανα.
Με τις Αποφάσεις δεν καταλείπεται κατά συνέπεια καμία αμφιβολία για τον καταμερισμό και καταλογισμό των ευθυνών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Κομισιόν. Θα το διαπιστώσουμε και εναργέστερα στη συνέχεια. Επομένως, η UNCLOS δεν είναι μια ξένη, “εξωτερική” σύμβαση. Είναι εσωτερικό δίκαιο της ίδιας της ΕΕ. Όταν λοιπόν η Τουρκία απειλεί με έναν δικό της νόμο που αντιστρέφει την UNCLOS, δεν προκαλεί απλώς την Αθήνα· προσβάλλει και παραβιάζει ευθέως την ίδια την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.
Ο “Φοβικός” Φύλακας των Συνθηκών και η Παράβαση Καθήκοντος: Το Άρθρο 216 παρ. 2 της ΣΛΕΕ το λέει ρητά: οι συμφωνίες που υπογράφει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά της όργανα. Την ίδια στιγμή, το Άρθρο 17 της ΣΕΕ ορίζει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Κομισιόν ως “Θεματοφύλακα των Συνθηκών”. Η Κομισιόν έχει την υποχρέωση να μεριμνά για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια διακριτική ευχέρεια της Κομισιόν, αλλά για μια ξεκάθαρη νομική υποχρέωση να παρεμβαίνει αυτεπάγγελτα, όταν απειλούνται οι ευρωπαϊκοί κανόνες.
Όταν η Άγκυρα σαμποτάρει τα θαλάσσια οικοπάρκα ή όταν τουρκικά αλιευτικά κάνουν πειρατικές εισβολές στα ελληνικά ύδατα, πλήττονται δύο βασικοί πυλώνες: η Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑΠ) και η ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία (Δίκτυο Natura 2000) και μάλιστα από χώρα που βρίσκεται υπό καθεστώς σύνδεσης. Εδώ η Επιτροπή παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της συνοχής. Είναι τουλάχιστον υποκριτικό να απαιτεί την τήρηση του Κοινού (Ενωσιακού) Τελωνειακού Δασμολογίου και, από την άλλη, να ανέχεται έναν υβριδικό εκβιασμό, που τινάζει στον αέρα το νομικό καθεστώς της UNCLOS, πάνω στο οποίο στηρίζονται αυτές οι πολιτικές. Αυτή η αδράνεια της Κομισιόν δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή· συνιστά καθαρή παράβαση καθήκοντος.
Η “Λαστιχένια” Κυριαρχία των Βρυξελλών
Σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται η απόλυτη ευρωπαϊκή αυτογελοιοποίηση. Όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έπρεπε να λύσει δικαστικές μάχες για τα πετρέλαια στη Βόρεια Θάλασσα ή για τα αλιευτικά δικαιώματα στον Ατλαντικό, “εφηύρε” τον όρο της “Λειτουργικής Αρμοδιότητας” (Functional Sovereignty). Το Δ.Ε.Ε. ξεκαθάρισε τότε ότι εκεί όπου ένα κράτος-μέλος ασκεί λειτουργικά δικαιώματα με βάση την UNCLOS, εκεί εκτείνεται και η εποπτική εξουσία της Κομισιόν. Το ΔΕΕ με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Mox Plant (C-459/03) και Intertanko (C-308/06) χάραξε τις κόκκινες γραμμές και τα όρια δικαιοδοσίας του.
Μόνο που αυτή η θεωρία λειτουργεί σαν λάστιχο, ανάλογα με τα συμφέροντα. Όταν οι Βρυξέλλες θέλουν να εισπράξουν δασμούς ή να επιβάλουν αυστηρούς περιορισμούς, η ευρωπαϊκή εξουσία φτάνει μέχρι το τελευταίο ναυτικό μίλι της ελληνικής ΑΟΖ. Όταν όμως η Τουρκία απειλεί με casus belli και παράνομους ναυτικούς κώδικες, η Κομισιόν παθαίνει ξαφνικά “νομικό θετικισμό”. Κρύβεται πίσω από το επιχείρημα ότι η οριοθέτηση είναι “διμερές ζήτημα” και νίπτει τας χείρας της. Με λίγα λόγια, χρησιμοποιούν το δίκαιο για να κάνουν επίδειξη ισχύος στα ίδια τα μέλη τους, αλλά το πετάνε στο καλάθι των αχρήστων μόλις βρεθούν απέναντι σε έναν πραγματικό γεωπολιτικό αναθεωρητισμό.
Το Παράδοξο του Χάρτη της Σεβίλλης: Η υποκρισία των Βρυξελλών γίνεται ακόμα πιο εμφανής, αν κοιτάξει κανείς τον περίφημο Χάρτη της Σεβίλλης. Όταν το Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης σχεδίασε τον χάρτη των ευρωπαϊκών θαλάσσιων ζωνών κατ’ εντολήν της Κομισιόν, οι ακαδημαϊκοί δεν έβγαλαν τις γραμμές από το κεφάλι τους. Προφανώς έλαβαν υπόψη τους τις θεμελιώδεις πολυμερείς συνθήκες που καθορίζουν τα σύνορα στην περιοχή, δηλαδή τις πολυμερείς συνθήκες της Λωζάνης (1923) και της Συνθήκη των Παρισίων (1947). Αυτές οι συνθήκες έχουν ορίσει τελεσίδικα την κυριαρχία και την εδαφική υπόσταση των νησιών του Αιγαίου και της Δωδεκανήσου. Με βάση, λοιπόν, το Δίκαιο των Συνθηκών (Σύμβαση της Βιέννης), οι συμφωνίες αυτές είναι ιερές, δεσμευτικές και παράγουν μόνιμα νομικά αποτελέσματα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν μονομερώς.
Το απόλυτο νομικό ατόπημα της Κομισιόν
Ποια είναι όμως η αντίδραση της Κομισιόν, όταν η Τουρκία πιέζει; Αντί να υιοθετήσει τον χάρτη, που η ίδια πλήρωσε, και να ξεκαθαρίσει στην Άγκυρα ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν επαναδιαπραγματεύονται, αρχίζει τις διπλωματικές κυβιστήσεις. Ψελλίζει ότι ο Χάρτης της Σεβίλλης “είναι απλώς μια ακαδημαϊκή μελέτη χωρίς επίσημη ισχύ” και αφήνει ανοιχτό το παράθυρο να μιλάει για “επαναχάραξη” θαλάσσιων συνόρων μέσω διμερών συνομιλιών.
Αυτό είναι το απόλυτο νομικό ατόπημα. Με ποιο δικαίωμα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνείται να προστατεύσει σύνορα, που βασίζονται σε διεθνείς συμφωνίες, κάνοντας τα στραβά μάτια απέναντι στις επιταγές της Σύμβασης της Βιέννης; Όταν η Κομισιόν υποχωρεί στις τουρκικές απειλές και αποστασιοποιείται από τις Συνθήκες Λωζάνης και Παρισίων, δεν αδειάζει μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο. Γελοιοποιείται διεθνώς, διότι παραδέχεται ότι η ευρωπαϊκή έννομη τάξη είναι έτοιμη να υποκλιθεί στην ισχύ του ισχυρού, πετώντας το Διεθνές Δίκαιο στα σκουπίδια.
Είναι όμως η Τουρκία πραγματικά ισχυρότερη από την ΕΕ; Ή μήπως συγκεκριμένα ισχυρά κράτη-μέλη, προκειμένου να προστατεύσουν τις δικές τους επενδύσεις, δεν διστάζουν να ωθήσουν ολόκληρη την Ένωση στον ευτελισμό; Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται ως παγκόσμια υπερδύναμη δικαίου, όταν τρομοκρατεί κολοσσούς όπως η Google και η Apple με πρόστιμα δισεκατομμυρίων. Όμως, απέναντι στον υβριδικό εκβιασμό της Άγκυρας, δέχεται ταπεινωτικά να της περιορίζει την εξουσία μια τρίτη χώρα, μη μέλος της ΕΕ.
Οι νομικές υπηρεσίες της Κομισιόν στελεχώνονται από κορυφαίους νομικούς. Γνωρίζουν μέχρι τελευταίας τελείας ότι η UNCLOS αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του acquis communautaire (του κοινοτικού κεκτημένου) βάσει της Απόφασης του Συμβουλίου 98/392/ΕΚ και της πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ (Υπόθεση Demirel). Το ξέρουν άριστα, αλλά καμώνονται ότι δεν το ξέρουν. Προτιμούν να κρύβονται πίσω από τον όρο “διμερής διαφορά”, γιατί η κυνική Realpolitik επιτάσσει να μη χαλαστούν οι εμπορικές σχέσεις της Γερμανίας με την Τουρκία.
Ταυτόχρονα, η Άγκυρα κρατά στα χέρια της τη “βόμβα” του μεταναστευτικού. Η απειλή της εργαλειοποίησης των προσφυγικών ροών και το ενδεχόμενο να “ανοίξουν οι κάνουλες” προς την Κεντρική Ευρώπη προκαλεί τρόμο στο Βερολίνο και τις Βρυξέλλες. Έτσι, το μεταναστευτικό μετατρέπεται σε ένα άτυπο γεωπολιτικό λύτρο, με αντάλλαγμα την ευρωπαϊκή σιωπή και την ανοχή απέναντι στην τουρκική παραβατικότητα στο Αιγαίο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ ζει σε μια κατάσταση θεσμικής σχιζοφρένειας. Από τη μια πλευρά, stricto sensu, δεν διαθέτει δική της “Ευρωπαϊκή ΑΟΖ” ή αιγιαλίτιδα ζώνη, καθώς η κυριαρχία ανήκει αποκλειστικά στα κράτη-μέλη. Από την άλλη πλευρά, όμως, η Κομισιόν ασκεί απόλυτες κυριαρχικές εξουσίες επί του εδάφους, του αέρα και της θάλασσας των κρατών αυτών: επιβάλλει ποινές, ελέγχει τα τελωνεία, ρυθμίζει την αλιεία και σέρνει την Ελλάδα στα δικαστήρια αν δεν συμμορφωθεί.
Τι κάνει και τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα
Την ίδια στιγμή, η ελληνική “εξωτερική πολιτική” δείχνει να “βολεύεται” με γενικόλογες ευρωπαϊκές δηλώσεις συμπαράστασης, αντί να απαιτήσει την άμεση ενεργοποίηση των νομικών αντιμέτρων, που προβλέπονται για την παραβίαση αυτών των συνθηκών. Αντί η Αθήνα να χρησιμοποιήσει τη νομική αυτή αντίφαση για να εγκλωβίσει την Κομισιόν, το πολιτικό μας προσωπικό αρκείται στο θέατρο των γραπτών ερωτήσεων στην Ευρωβουλή.
Έλληνες ευρωβουλευτές καταθέτουν βροντερές γραπτές ερωτήσεις για την εγχώρια τηλεθέαση, εξασφαλίζοντας το πολιτικό τους προφίλ, την επανεκλογή τους λόγω του έργου που παράγουν, αλλά κυρίως τους παχυλούς μισθούς των. Στην Κομισιόν, οι υπάλληλοι αντιμετωπίζουν αυτές τις ερωτήσεις με τη λογική του “δώστου εκεί μια τυποποιημένη, ξύλινη απάντηση περί διαλόγου να τελειώνουμε”. Και η ζωή συνεχίζεται, με την Τουρκία να χρηματοδοτείται κανονικά από τα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Πώς η Ελλάδα Στριμώχνει τις Βρυξέλλες
Αν πραγματικά θέλουμε, μπορούμε να κάνουμε την Κομισιόν να σταματήσει τα ευχολόγια και να αναγκαστεί να πάρει δεσμευτικές νομικές αποφάσεις, η Αθήνα πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία. Πρέπει να δημιουργήσει ένα πραγματικό νομικό γεγονός στο πεδίο, ακολουθώντας τρία συγκεκριμένα βήματα:
- Η Σύλληψη: Το Λιμενικό Σώμα συλλαμβάνει ένα τουρκικό αλιευτικό, που ψαρεύει παράνομα μέσα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ (με βάση τις συντεταγμένες του Χάρτη της Σεβίλλης), εφαρμόζοντας τον αυστηρό ευρωπαϊκό Κανονισμό 1005/2008 για την Παράνομη Αλιεία (ΠΛΑ).
- Το Προδικαστικό Ερώτημα (Άρθρο 267 ΣΛΕΕ): Η υπόθεση οδηγείται στα ελληνικά δικαστήρια. Μόλις η τουρκική πλευρά αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία μας, ο εθνικός δικαστής υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ: “Με βάση τον Κοινοτικό Κανονισμό και την UNCLOS, έχει το κράτος-μέλος το δικαίωμα να επιβάλει τον νόμο σε αυτά τα γεωγραφικά στίγματα;”. Εκεί το ΔΕΕ εγκλωβίζεται. Αναγκάζεται να πάρει θέση, και το βολικό παραμύθι των “ίσων αποστάσεων” μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας καταρρέει.
- Η Προσφυγή για Παράλειψη (Άρθρο 265 ΣΛΕΕ): Παράλληλα, η Ελλάδα στέλνει επίσημη “πρόσκληση προς ενέργεια” στην Κομισιόν, ζητώντας της να ενεργοποιήσει τον Κανονισμό 1005/2008 και να επιβάλει κυρώσεις (όπως απαγόρευση εισαγωγών αλιευμάτων) στην Τουρκία. Αν η Επιτροπή δεν αντιδράσει μέσα σε δύο μήνες, η Ελλάδα προσφεύγει στο ΔΕΕ για παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας.
Στην αίθουσα του δικαστηρίου, η Κομισιόν δεν θα μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από “πολιτικές σκοπιμότητες” ή “διακριτική ευχέρεια”. Ο Κανονισμός για την αλιεία είναι ξεκάθαρος και τεχνικός. Θα αναγκαστεί, λοιπόν, να εξηγήσει στους δικαστές του Λουξεμβούργου γιατί αρνείται να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό δίκαιο στα ίδια της τα εξωτερικά σύνορα. Είναι σαφές εξ’ όσων εκθέσαμε ότι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν χρειάζεται να περιμένει την Ελλάδα ή την Κύπρο για να δράσει. Βάσει του Άρθρου 17 της ΣΕΕ, η Κομισιόν φέρει την αποκλειστική θεσμική ευθύνη του Θεματοφύλακα των Συνθηκών. Από τη στιγμή που η UNCLOS αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού κεκτημένου (όπως έχει κρίνει το ΔΕΕ στην υπόθεση Demirel), η Επιτροπή νομιμοποιείται και υποχρεούται να εκκινήσει αυτεπάγγελτα διαδικασίες προειδοποίησης ή αναστολής των χρηματοδοτικών πρωτοκόλλων έναντι της Τουρκίας.
Η επίκληση της “διμερούς διαφοράς” δεν είναι νομικό επιχείρημα· είναι θεσμική υπεκφυγή, που παραβιάζει το ίδιο το Πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Το επιχειρησιακό σενάριο που προτείνουμε είναι αναγκαίο, ακριβώς επειδή, λόγω της γερμανικής επιρροής στους γραφειοκράτες της Επιτροπής -ας μην ξεχνάμε ότι η πρόεδρος της Κομισιόν, κ. φον ντερ Λάιεν, είναι Γερμανίδα- κανείς δεν τολμά να εναντιωθεί στις υποδείξεις του Βερολίνου και να πράξει το καθήκον του. Έτσι, η ΕΕ γελοιοποιείται χάριν των γερμανικών και μεταναστευτικών συμφερόντων με την Τουρκία.
Συμπερασματικά, οι θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδας και της Κύπρου δεν είναι απλώς “εθνική υπόθεση”· αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της ευρωπαϊκής αγοράς. Ο επικείμενος τουρκικός ναυτικός νόμος δεν στρέφεται μόνο κατά της Αθήνας και της Λευκωσίας, αλλά χτυπάει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Είναι καιρός η ελληνική πλευρά να βγει από την άμυνα. Πρέπει να αξιοποιήσουμε το δικαστικό οπλοστάσιο της Ένωσης και να αναγκάσουν τις Βρυξέλλες να διαλέξουν την εξυπηρέτηση των Γερμανικών συμφερόντων ή τα συμφέροντα της ΕΕ. Είναι αδιανόητο να υπερασπίζεται τα συμφέροντα τρίτης χώρας και όχι το δίκαιο της ΕΕ. Θα δούμε τελικά τους Γερμανούς να ωθούν την ΕΕ να υπογράψει με κάθε επισημότητα, την ιστορική τους αυτογελοιοποίηση;
Ο Σπύρος Λάντσας έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στην Ελλάδα και στο ΗΒ LSE. Είναι μελετητής-ερευνητής-αρθρογράφος ειδικής θεματολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με Μεταπτυχιακό στις Ευρωπαϊκές Σπουδές στο LSE .Υπήρξε Οικονομικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Οικονομικών και διευθυντής στο ίδιο Υπουργείο. Αποσπάστηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Γ.Δ. Ι Εξωτερικές Σχέσεις ως Εθνικός Εμπειρογνώμων-Χειριστής θεμάτων αντιντάμπινγκ. Είναι Σύμβουλος συμμόρφωσης με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων GDPR ως κάτοχος διεθνούς πιστοποιητικού CIPP / E Certified I nformation Privacy Professional και διαπιστευμένος Μεσολαβητής στο υπουργείο Δικαιοσύνης.





