Ίμια 30 χρόνια μετά – Υπήρχε εναλλακτική για την Ελλάδα;
27/02/2026
Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος στα Ίμια αναλύσαμε γιατί η Τουρκία επέλεξε εκείνο το χρονικό σημείο για την κρίση, ενώ δεν είχε πρόθεση για ευρεία πολεμική αναμέτρηση. Το δεύτερο μεγάλο ερώτημα όλα αυτά τα χρόνια είναι αν η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε ενεργήσει διαφορετικά, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά – επιχειρησιακά.
Υπήρχαν ελληνικά περιθώρια για διεθνή πίεση στην Τουρκία; Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το 1996, εποχή της αμερικανικής παντοκρατορίας, δεν υπήρχε το διπολικό σύστημα, που θα επέτρεπε ελιγμούς ανάλογους εκείνων του Ανδρέα Παπανδρέου στην ελληνοτουρκική κρίση του 1987. Συνεπώς, η άποψη ότι η Ελλάδα είχε πολύ λιγότερα εργαλεία και περιθώρια ελιγμών για να αντισταθεί στις αμερικανικές πιέσεις για υποχώρηση έχει βάση.
Όμως η Ελλάδα ήταν μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και θα μπορούσε να έχει ξεκαθαρίσει ότι πίεση προς το μέρος της θα είχε συνέπειες για όλους. Το 1995, η Ελλάδα έλαβε τη λανθασμένη απόφαση να άρει το βέτο στην τελωνειακή ένωση ΕΕ-Τουρκίας. Μια άρση που επιδίωκαν διακαώς, αφενός η Άγκυρα και αφετέρου όλες οι μεγάλες χώρες της ΕΕ, με προεξάρχουσα την τουρκόφιλη Γερμανία. Για αυτή την απόφαση η Ελλάδα έλαβε ως αντάλλαγμα την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ.
Όμως ήταν αυτό αρκετό; Δε θα ήταν τότε η κατάλληλη στιγμή για μεγιστοποίηση των ανταλλαγμάτων μας στα ελληνοτουρκικά; Και αν ελήφθη η απόφαση το 1995, τότε γιατί δεν ξεκαθαρίστηκε το 1996 ότι η μη σαφής καταδίκη της Τουρκίας και η απουσία αποτελεσματικής πίεσης για απόσυρση των στρατευμάτων της από ελληνικό έδαφος θα μπλόκαρε για πάντα την τελωνειακή ένωση;
Η ενδεχόμενη μη ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, όπως έδειξε η μη υποστήριξη των Ευρωπαίων στο εθνικό θέμα μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, δε θα ήταν ικανός λόγος για να δεχθεί η Ελλάδα παραβίαση της εθνικής της κυριαρχίας. Κι αυτό, γιατί απλά θα επιβράβευε και εξέτρεφε την τουρκική επιθετικότητα. Η ίδια λογική επικράτησε και στην Κύπρο το 1974 “για να μην διασαλευτεί η ειρήνη σε Αιγαίο και Έβρο” και η εισβολή στην Κύπρο τελικά έφερε και τον πόλεμο – ακήρυχτο μεν, πόλεμο δε – στο Αιγαίο εδώ και 45 χρόνια. Εξάλλου, η Ελλάδα κατά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή εισήλθε στην ΕΟΚ για να διαφυλάξει την εθνική της κυριαρχία. Αν η παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας στα Ίμια δεν ήταν η αφορμή για να επιβεβαιωθεί αυτό το δόγμα με αμέριστη συμπαράσταση των Ευρωπαίων, τότε ποια θα ήταν;
Η στάση των ΗΠΑ
Αναφορικά με τις ΗΠΑ, βεβαίως, η Ελλάδα δε θα μπορούσε να απειλήσει με αλλαγή συσχετισμών στην ανατολική πτέρυγα το ΝΑΤΟ και συνεργασία με το ανατολικό μπλοκ, όπως έκανε το 1987 ο Παπανδρέου. Όμως οι προμήθειες οπλικών συστημάτων και οι εναλλακτικές τους θα μπορούσαν τουλάχιστον να είναι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Επίσης, ήταν διακηρυγμένο εκείνη την εποχή το τουρκικό δόγμα των δυόμιση πολέμων, δηλαδή του ταυτόχρονου πολέμου εναντίον Ελλάδας, Συρίας και κουρδικού αυτονομιστικού κινήματος. Η Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να δηλώσει επίσημα την υποστήριξή της σε ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν, θα μπορούσε να απειλήσει με κινήσεις επισημοποίησης των σχέσεών της με τον κουρδικό παράγοντα.
Επιπρόσθετα, θα μπορούσε να έρθει σε συνεννόηση με το συριακό, αντιτουρκικό, τότε ακόμα κραταιό, καθεστώς του Άσαντ για συνεννόηση, μετατόπιση συριακών δυνάμεων στα τουρκοσυριακά σύνορα και μεταστάθμευση ελληνικών μαχητικών σε συριακά αεροδρόμια, αν χρειαζόταν. Η Τουρκία θα γνώριζε ότι δε θα αφηνόταν απερίσπαστη στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Ανάλογη συριακή πρόταση είχε υπάρξει το 1974. Οι σχέσεις της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο, παραδοσιακά καλές, είχαν ενισχυθεί τόσο επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, όσο και κυρίως επί Ανδρέα Παπανδρέου.
Κυρίως, υπήρχε το ισχυρό εργαλείο πίεσης προς την Τουρκία: Η ξεκάθαρη δήλωση της Ελλάδας για αυτόματη επέκταση των χωρικών υδάτων, αν η Τουρκία παραβίαζε την ελληνική κυριαρχία. Η Τουρκία πολύ δύσκολα θα έκανε διάβημα που θα ακύρωνε στην πράξη το casus belli, ενώ η ίδια δεν στόχευε πρακτικά σε γενικευμένο πόλεμο. Όλα τα παραπάνω δε θα επιτύγχαναν υποχρεωτικά. Όμως δείχνουν τις εναλλακτικές που υπήρχαν. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είχε πολιτικά εργαλεία προς αξιοποίηση, αν υπήρχε η πολιτική βούληση. Τέλος, όλα τα παραπάνω εργαλεία υπήρχαν τη στιγμή που η πλάστιγγα οικονομικής ισχύος δεν έγερνε εναντίον της Ελλάδας. Μιλάμε για το 1996, με τα ονομαστικά ΑΕΠ Ελλάδας και Τουρκίας να είναι συγκρίσιμα (155 δις έναντι 180 δις), αλλά με την Ελλάδα να είναι πολύ υψηλότερα ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Ο στρατιωτικός συσχετισμός ήταν υπέρ της Ελλάδας
Και τα πολιτικά εργαλεία είχαν νόημα, γιατί στο στρατιωτικό πεδίο τα πράγματα ήταν μάλλον καλύτερα. Ως γνωστόν, η διπλωματική ισχύς ακολουθεί τη στρατιωτική ισχύ. Η πραγματική ισχύς στο πεδίο σου επιτρέπει να διαπραγματευτείς από θέση ισχύος, έστω και σχετικής. Πλείστοι επιχειρησιακοί παράγοντες της εποχής τονίζουν το τακτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, τα συγκρίσιμα μεγέθη στόλου και αεροπορίας, τη διάταξη του στόλου, τα μεγαλύτερα βεληνεκή του ελληνικού ναυτικού.
Ταυτόχρονα, οι μαρτυρίες για τον τουρκικό αιφνιδιασμό και την παρέμβαση της “αγχωμένης” Αμερικανίδας προξένου της Θεσσαλονίκης από την πολεμική προετοιμασία του σώματος στρατού σε Ξάνθη-Έβρο, καταδεικνύουν περιθώρια εξισορροπητικών κινήσεων σε όλο το εύρος των ελληνοτουρκικών συνόρων. Και πάνω από όλα, το φρόνημα στις ένοπλες δυνάμεις ήταν υψηλό. Αυτό μαρτυρούν όλοι στο στράτευμα εκείνη την περίοδο.
Διαδόθηκε η άποψη από τον τότε ΥΠΕΞ Πάγκαλο ότι ο Χόλμπρουκ είχε διαμηνύσει ότι αν η Ελλάδα επέλεγε την πολεμική αναμέτρηση, τότε οι ΗΠΑ με παρεμβολές τους θα αδρανοποιούσαν τα ελληνικά αεροπλάνα και πλοία. Πιθανότατα η απειλή αυτή να έχει τεχνική βάση, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από υπηρεσιακούς παράγοντες. Αν όμως ο κίνδυνος αυτός ήταν υπαρκτός, τότε η Ελλάδα θα έπρεπε έκτοτε να αναθεωρήσει όλο το αμυντικό της δόγμα, από την προμήθεια εξοπλισμών μέχρι τη συμμετοχή στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Αν οι ευρωατλαντικοί μας σύμμαχοι μας απειλούν ευθέως με δολιοφθορά, τότε ποιος ο λόγος συμμετοχής μας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς;
Πολιτικά παρά στρατιωτικά σφάλματα και μια πιθανή επιχειρησιακή διέξοδος
Υπήρξαν επιχειρησιακά σφάλματα στα Ίμια; Χωρίς να υπεισέλθουμε σε τεχνικές λεπτομέρειες ως μη ειδικοί, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι έγιναν: Η μη φύλαξη της δυτικής Ίμια, η ασυνεννοησία μεταξύ όπλων, η μη ετοιμότητα μονάδων στην Κω, ενδεχομένως η αρχική στρατιωτικοποίηση της κρίσης. Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, ήταν πολιτικό: Η ελληνική πολιτική ηγεσία συμπεριφέρθηκε σαν να επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό και έδρασε έως εάν να μην υπήρχε ανάγκη για στρατιωτική δράση. Το ΚΥΣΕΑ δε συνεδρίασε, η πολιτική ηγεσία παραμέρισε την στρατιωτική, παρέκαμψε θεσμοθετημένα όργανα και διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων και έτσι εξέπεμψε σήματα αναποφασιστικότητας.
Το μεγάλο πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν φυλασσόταν τα δυτικά Ίμια. Οι Τούρκοι θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει οποιαδήποτε άλλη βραχονησίδα από τις πάμπολλες που υπάρχουν κατά μήκος της ελληνοτουρκικής μεθορίου. Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι εμείς αποχωρήσαμε από ελληνικό έδαφος για αντάλλαγμα τουρκική αποχώρηση από ελληνικό έδαφος. Άρα δηλώσαμε ότι έχουμε τα ίδια δικαιώματα επί ελληνικού εδάφους. Αυτή είναι και η ουσία του “γκριζαρίσματος”.
Το μεγάλο λάθος ήταν ότι καταλάβαμε ελληνικό έδαφος ως αντιστάθμισμα σε κατάληψη ελληνικού εδάφους. Η όλη κρίση θα είχε λυθεί επιτυχώς για την ελληνική πλευρά και με πραγματική επαναφορά στο status quo ante με κατάληψη τουρκικής βραχονησίδας. Τότε η Ελλάδα θα διαμήνυε ότι θα αποχωρούσε από τουρκικό έδαφος, αν η Τουρκία αποχωρούσε από ελληνικό. Πιθανότατα, λοιπόν, δε χρειαζόταν καν βομβαρδισμός κατειλημμένου ελληνικού εδάφους, όπως είχε εισηγηθεί εναλλακτικά και σωστά η στρατιωτική ηγεσία.
Για να γίνουν όμως όλα τα παραπάνω προϋπόθεση θα ήταν εθνική στρατηγική και φρόνημα προάσπισης της εθνικής κυριαρχίας. Από μια πολιτική ηγεσία με εκπεφρασμένη βούληση για σύγκρουση, αν η Τουρκία δεν υποχωρούσε. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν υπήρχε, αλλά αντιθέτως η πολιτική ηγεσία συστηματικά καλλιέργησε το δόγμα του “μη πολέμου”. Αυτό το δόγμα εξακολουθεί να “μολύνει” τον εθνικό μας βίο έκτοτε με ολέθριες, διαχρονικές εθνικές συνέπειες. Σε αυτό θα απαντήσουμε στο τρίτο μέρος του αφιερώματος μας στα Ίμια.




