Κοτζιάς και Αναστασιάδης: πίσω από τη βιτρίνα

Αλέξανδρος Τάρκας1135


Η άκαρπη διάσκεψη «Γενεύη 2», σε αντίθεση με παλαιότερες πρωτοβουλίες του ΟΗΕ ή μεσολαβητικές προσπάθειες των ΗΠΑ, έφτασε κοντά -περισσότερο από ποτέ- σε περίγραμμα λύσης. Αν η Τουρκία υποχωρούσε από την αξίωση στρατιωτικής κατοχής εδαφών ενός μέλους της ΕΕ, ίσως οδηγούσε σε συμφωνία.

Άγνωστο παραμένει, ασφαλώς, αν η συμφωνία θα μπορούσε να εγκριθεί στο δημοψήφισμα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο μέσος Ελληνοκύπριος δεν θα αποδεχόταν στρατιώτες του Αττίλα με αστυνομικά καθήκοντα (άρα με δικαίωμα συλλήψεων), ή εναλλασσόμενη προεδρία (ανεξάρτητα από τις ψευδοπρόνοιες ειδικών πλειοψηφιών), ή έστω και παραλλαγή των δικαιώματος των τεσσάρων ελευθεριών της ΕΕ (κίνησης προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων) για τους Τούρκους στην Κύπρο. Όλα αυτά, μαζί με το κόστος ενσωμάτωσης του φτωχού βορρά στον πλούσιο νότο, που θα οδηγούσε σε κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας, ανεξαρτήτως πιθανών μελλοντικών εσόδων από το φυσικό αέριο.

Η ολοκλήρωση της διάσκεψης επιτρέπει τις ακόλουθες διαπιστώσεις και την αποκάλυψη ορισμένων πτυχών:

Η καινοτομία του Κοτζιά

Η κυβέρνηση και, προσωπικά, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς (ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς μαζί του) σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Έθεσε για πρώτη φορά ως απαράβατο όρο όποιας λύσης την κατάργηση των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων μαζί με την ολοκληρωτική αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων βάσει σύντομου και με καταληκτική ημερομηνία χρονοδιαγράμματος.

Η ωμή αλήθεια είναι ότι κυρίως πριν και μετά τη «Γενεύη 1» τον Ιανουάριο 2017, ο πρόεδρος Αναστασιάδης και λιγότερο ο πρωθυπουργός Τσίπρας, μαζί με τον διπλωματικό του σύμβουλο Βαγγέλη Καλπαδάκη, δεν είχαν πεισθεί για την ορθότητα της στρατηγικής Κοτζιά και τις τακτικές υλοποίησής της. Τελικά, ο πρωθυπουργός τον εγκωμίασε στη Βουλή. Ο δε κ. Αναστασιάδης είναι τυχερός που, όπως είχε τονίσει στο διάγγελμα του Απριλίου 2004 ο προκάτοχός του Τάσσος Παπαδόπουλος, παραμένει «πρόεδρος διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους και δεν παραδίδει κοινότητα».

Ανεπίτρεπτη πολιτική

Δεύτερον, σε αντίθεση με την αναφορά στη Βουλή του -φίλτατου και «διαβασμένου» σε όλα τα θέματα- αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Κύπριος πρόεδρος δεν επέδειξε «γενναία και θετική στάση». Κάθε άλλο. Ακολούθησε ανεπίτρεπτη πολιτική, παγιδεύοντας από το Νοέμβριο 2016 την Αθήνα στην Πενταμερή Διάσκεψη που παραδοσιακά απέρριπτε η ελληνική διπλωματία από το 1974 ως το 2016 (με εξαίρεση το ενδεχόμενο σύγκλησης στην παραμονή επίτευξης συνολικής συμφωνίας και ως επιστέγασμά της).

Οι συνθήκες δεν άλλαξαν κατά τρόπο που να δικαιώνουν, για την Πενταμερή, τον νυν πρόεδρο σαν να είχαν λάθος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο Σπύρος Κυπριανού και ο Γλαύκος Κληρίδης ή οι Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Κώστας Μητσοτάκης και οι μετέπειτα πρωθυπουργοί.

Επίσης, σύμφωνα με εγκυρότατες διπλωματικές πηγές, ακόμα και λίγες ώρες πριν από την κατάρρευση των συνομιλιών, ο κ. Αναστασιάδης ήταν έτοιμος για αδιανόητες υποχωρήσεις. Κυρίως στα θέματα της πολυεθνικής δύναμης ασφάλειας, της εκ περιτροπής προεδρίας, στο Περιουσιακό και στην πρόσβαση Τούρκων πολιτών στο νέο κράτος.

Ενώ η Αθήνα επέμενε σε απλώς ταυτόχρονες συζητήσεις των εσωτερικών και εξωτερικών πτυχών, ο Κύπριος πρόεδρος ήταν υπέρ της διασταύρωσής τους. Θα θεωρούνταν, δηλαδή, οριστικές οι «εσωτερικές» παραχωρήσεις του, πριν από λύση στο «εξωτερικό» κεφάλαιο εγγυήσεων-ασφάλειας.

Νέα στρατηγική

Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να χαράξουν τώρα μία νέα στρατηγική. Βραχυπρόθεσμα, προέχει η ψύχραιμη αντιμετώπιση των τουρκικών απειλών κατά των ερευνών ανακάλυψης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ. Επίσης, ο χειρισμός του λεγόμενου παιχνιδιού επίρριψης ευθυνών (ελληνιστί… blame game) για την αποτυχία των συνομιλιών.

Η Αθήνα και η Λευκωσία δεν έχουν άλλη λύση από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ. Ταυτοχρόνως έχουν κάθε συμφέρον να απέχουν από δηλώσεις ή πράξεις που θα έδιναν αφορμή κλιμάκωσης στον, εν συγχύσει, ευρισκόμενο Ερντογάν.

Μακροπρόθεσμα, το κύριο ερώτημα αφορά την αφετηρία των επόμενων συνομιλιών το 2018 ή 2019. Σε αντίθεση με τους εν Αθήναις κινδυνολογούντες, το Στέητ Ντηπάρτμεντ και το βρετανικό Φόρεϊν Όφις παραδέχονταν, ήδη πριν από τη «Γενεύη 2», ότι δεν θα ήταν η τελευταία ευκαιρία. Είναι πολύ νωρίς για προβλέψεις, αλλά μάλλον, λόγω υδρογονανθράκων στην Κύπρο και αστάθειας στην Τουρκία, πολλά θα έχουν αλλάξει ως τότε.

bookmark icon
error: Content is protected !!