Μια πρωτοβουλία της ελληνικής προεδρίας στην ΕΕ για την Αν. Μεσόγειο
13/10/2026
Σε προηγούμενα κείμενά μας εστιάσαμε στις δυναμικές του υπό αναδόμηση μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος, με επίκεντρο την αναδιάταξη των Ευρασιατικών ισορροπιών ισχύος. Επισημάναμε ότι η μακρά μετάβαση από την «επίπεδη» μεταψυχροπολεμική παγκοσμιοποίηση της αμερικανικής/δυτικής ηγεμονίας σε μια «άναρχη» πολυπολικότητα, σε συνέχεια της ανακατανομής της παγκόσμιας ισχύος υπέρ των αναδυόμενων πόλων της Ασίας και του ευρύτερου Παγκόσμιου Νότου, συνοδεύθηκε από την άνοδο του αυταρχισμού, του αναθεωρητισμού και αμφισβήτησης των κανόνων της διεθνούς νομιμότητας και της πολυμερούς συνεργασίας.
Στο συνακόλουθο περιβάλλον του έντονου (γεω)πολιτικού/οικονομικού/πολιτισμικού ανταγωνισμού για εδραίωση και επέκταση της ισχύος, κυρίως των μεγαλύτερων και μεσαίων διεθνών δρώντων, αναλύσαμε τις υπαρξιακές προκλήσεις για το ευρωπαϊκό μοντέλο συνεργασίας και την αναζήτηση ταυτότητας στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, αλλά και την παράλληλη ανάγκη για τη χώρα μας όπως οικοδομήσει έναν Εθνικό Πυλώνα σε συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας. Στην ίδια κατεύθυνση, καταλήγουμε, εδώ, στην πρόταση υιοθέτησης ενός “Συμφώνου Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας για την Ανατολική Μεσόγειο” κατά την επερχόμενη Ελληνική Προεδρία στην ΕΕ (β’ εξάμηνο 2027).
Πράγματι, υπό την πίεση των οριζόντιων προκλήσεων της ραγδαίας εξέλιξης της ψηφιακής τεχνολογίας/Τεχνητής Νοημοσύνης, της επιδεινούμενης κλιματικής κρίσης, του δημογραφικού μαρασμού των δυτικών κοινωνιών, της διόγκωσης των πληθυσμιακών μετακινήσεων, της όξυνσης των ανισοτήτων και της διάβρωσης των πλουραλιστικών δημοκρατιών, ο κόσμος βιώνει μια πύκνωση του ιστορικού χρόνου με τις παραδοσιακές και υβριδικές απειλές της διεθνούς ασφάλειας να πολλαπλασιάζονται. Βαρόμετρο των σύνθετων εξελίξεων αποτελούν οι διαιωνιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν/Περσικό, από την έκβαση των οποίων θα σηματοδοτηθεί εν πολλοίς και η φυσιογνωμία του νέου διεθνούς συστήματος.
Προσώρας, οι προοπτικές ενός γρήγορου τερματισμού των εχθροπραξιών στις δύο περιοχές είναι ελάχιστες. Η μεν Ουκρανία επιδεικνύει εξαιρετική ανθεκτικότητα έναντι της εισβολής της Ρωσίας, χάριν της σταθερής ευρωπαϊκής υποστήριξης, καθ’ όν χρόνο οι επιλογές Τραμπ εναλλάσσονται μεταξύ του νέου δόγματος προώθησης των αμερικανικών συμφερόντων/συναλλακτικών συνεργασιών με τους διεθνείς πόλους ισχύος, την Ρωσία εν προκειμένω, και της εξακολούθησης παροχής βοήθειας στην Ουκρανία, κυρίως στον κρίσιμο τομέα των πληροφοριών.
Το δε Ιράν παραμένει υπολογίσιμος περιφερειακός παίκτης, επιτυγχάνοντας εσωτερική συσπείρωση και διακριτική έξωθεν υποβοήθησή του από τις μεγάλες δυνάμεις της Κίνας και της Ρωσίας, οι οποίες προσβλέπουν στην ενίσχυση της Ευρασιατικής τους επιρροής στο βαθμό που ακυρώνονται οι αμερικανο-ισραηλινοί στρατηγικοί στόχοι της εξουδετέρωσης του ιρανικού πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος, της ανατροπής του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης και της εκμηδένισης των αντιπροσώπων του. Επιπροσθέτως, το Ουκρανικό προσλαμβάνει επικίνδυνη τροπή με την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Ευρώπης-Ρωσίας και την επιδίωξη εκάστης πλευράς για στρατηγική επικράτηση επί της άλλης.
Παράλληλα, ο έλεγχος των κρίσιμων για τη διακίνηση ενεργειακών προϊόντων Στενών του Ορμούζ, αναδεικνύεται σε υπερόπλο του Ιράν, ιδιαίτερα μετά την προκαταρκτική/ατελή συμφωνία ειρήνευσης (του περασμένου Ιουνίου), οδηγώντας σε στρατηγική παλινωδία τον Αμερικανό Πρόεδρο ανάμεσα στη συνέχιση των επιθέσεων (πιθανώς μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου) και την εστίαση στον «οικονομικό στραγγαλισμό» διά του εντεινόμενου ναυτικού αποκλεισμού λιμένων του Ιράν.
Μόνο που το τελευταίο, σε συνδυασμό με την υπολειτουργία του εναλλακτικού αγωγού «Ανατολής-Δύσης» μέσω της Σαουδικής Αραβίας προς την Ερυθρά Θάλασσα – αναλόγως των επιθετικών διαθέσεων των Χούθι – προκαλεί δραματική απομείωση των ενεργειακών αποθεμάτων/νέο γύρο ενεργειακής και ευρύτερης διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Ρευστότητα στην Ανατολική Μεσόγειο
Τα δημιουργηθέντα κενά στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας της Μέσης Ανατολής (αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων, ιρανικά πλήγματα αμερικανικών βάσεων), ρευστοποιούν τα υφιστάμενα σχήματα συμμαχιών και συνεργασιών, πρωτίστως τις Συμφωνίες Αβραάμ, με την αποστασιοποίηση της Σαουδικής Αραβίας και την ισχυροποίηση της στρατηγικής σύμπλευσης Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (στο εξής ΗΑΕ)-Ισραήλ.
Συγχρόνως, ευνοούν τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες μεσαίων χωρών, όπως η Τουρκία, η οποία, έχοντας υπερκτείνει την παρουσία της σε Ασία και Αφρική (Συρία, Ιράκ, Ν. Καύκασο, Κεντρική Ασία, Σουδάν, Σομαλία…), καθώς και τη θέση της στο χάρτη των διασυνδέσεων (Μεσαίος Διάδρομος από Κίνα-Καζακστάν προς Αζερμπαϊτζάν-Τουρκία), επιδιώκει σχετική αυτονόμησή της από το ευρωατλαντικό στρατόπεδο και αναβάθμιση του περιφερειακού της ρόλου έναντι του αποδυναμωμένου Ιράν και μέσω οξείας αντιπαράθεσης με το Ισραήλ. Προς τούτο, επιχειρεί την περαιτέρω σύγκλιση των συμφερόντων της με το Ριάντ και την Ντόχα, αλλά και συνάπτει τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας με την «πυρηνική» δύναμη του Πακιστάν και την «ενεργειακή» της Σαουδικής Αραβίας.
Ωστόσο, πέραν των ελλιπών θεσμικών προνοιών της Συμφωνίας περί ενδεχόμενης ενεργοποίησης αμοιβαίας συνδρομής (κατά τα άλλα προβληθείσα ως «ΝΑΤΟ της Μέσης Ανατολής»), η φιλοδοξία της Τουρκίας όπως ηγηθεί του μουσουλμανικού κόσμου προσκρούει σε ανάλογες επιθυμίες μεγάλων αραβικών χωρών, όπως της ίδιας της Σαουδικής Αραβίας και προπαντός της Αιγύπτου, η οποία, σεβόμενη την ιστορική της ουδετερότητα, διατηρεί απόσταση ασφαλείας και από τη Συμφωνία της Μέκκας.
Επιπλέον, οι νεοθωμανικοί οραματισμοί ενοχλούν ευλόγως τους ισχυρούς παίκτες στην Ευρασιατική σκακιέρα (Ρωσία, ΗΠΑ – χωρίς να υποτιμάται/υπερτονίζεται η προσωπική χημεία Τραμπ-Ερντογάν – Κίνα, Ινδία), ενώ υπονομεύονται και από την εσωτερική ευαλωτότητα της Τουρκίας, που συνοψίζεται στη δυσμενή οικονομική κατάσταση/δυτική εξάρτηση (παρά τις όποιες πληθυσμιακές και αναπτυξιακές δυναμικές της), τις σημαντικές αδυναμίες της αεράμυνας (παρά το επικαλούμενο μέγεθος της στρατιωτικής δύναμης και της αμυντικής βιομηχανίας της), τις δυσλειτουργίες των θεσμών με υποχώρηση της δημοκρατίας και τον κοινωνικό κατακερματισμό.
Τουρκικός Αναθεωρητισμός και ΕΕ
Προς δυσμάς δε, οι επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας, συναντούν το ανερχόμενο ενεργειακό και γεωπολιτικό δυναμικό της Ελλάδας-Κύπρου, όπως αυτό ανατάσσεται με τις διμερείς στρατηγικές συνεργασίες της Ελλάδας (κυρίως με ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ, Αίγυπτο, ΗΑΕ), τα ευρύτερα τριμερή (με την Κύπρο) σχήματα συνεργασίας, το διάδρομο IMEC, αλλά και τις σημαντικές προϋποθέσεις ευρωπαϊκής/διεθνούς νομιμότητας για την αμφίπλευρα αναγκαία Ευρω-Τουρκική συνεργασία (χωρίς βεβαίως να παραβλέπονται οι ενδοευρωπαικές διαφοροποιήσεις, πρωτίστως ως προς τη συμμετοχή της γείτονος στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή κοινή άμυνα, αναλόγως των οικονομικών συμφερόντων/επιπέδου διμερών αμυντικών συνεργασιών με κράτη μέλη της ΕΕ). Είναι ακριβώς το ανταγωνιστικό περιβάλλον των αναδιατασσόμενων συνεργασιών και αντιπαλοτήτων, το οποίο προσπαθεί να εκμεταλλευθεί η Τουρκία και να επιβάλει την αναθεωρητική της ατζέντα και εναντίον της χώρας μας.
Ιδιαιτέρα οι τελευταίες παράνομες επιδιώξεις της, με την απόφαση δημιουργίας δύο θαλάσσιων πάρκων στο Βόρειο Αιγαίο και περί το Καστελόριζο (σε συνέχεια της κατάθεσης του ελληνικού Θαλασσίου Χωροταξικού Σχεδιασμού, εκτεινόμενου μέχρι τα δυνητικά όρια ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας της χώρας, κατ’ εφαρμογή ευρωπαϊκής Οδηγίας και βάσει του Δικαίου της Θάλασσας/UNCLOS) και – πολλώ μάλλον – το κυοφορούμενο νομοθέτημα μιας μεγαλεπήβολης Γαλάζιας Πατρίδας, επιβεβαιώνουν το παγίως υφέρπον γεωπολιτικό δόγμα οικειοποίησης ελληνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού, συμπεριλαμβανομένης της αμφισβήτησης κάθε έννοιας θαλάσσιας κυριαρχίας/κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας (την οποία – υπενθυμίζεται – δεν αναγνωρίζει και ως κράτη μέλη της ΕΕ).
Η πρόκληση για την Ελληνική Προεδρία της ΕΕ
Μπροστά στην κλιμακούμενη εξ ανατολών υπαρξιακή απειλή, η Ελλάδα οφείλει να αντιδράσει ενεργά, με αποφασιστική και συστηματική άσκηση των καθόλα νόμιμων επιλογών της στα οικεία πεδία και διεθνή φόρα, ενισχύοντας, παράλληλα, πολυεπίπεδες περιφερειακές συνεργασίες και παρουσία: Από την ετοιμότητα των αποτρεπτικών δυνατοτήτων της «σκληρής», αλλά και της πλούσιας «ήπιας», ισχύος της, τις μονομερείς της ενέργειες (ανυποχώρητη στάση στο δικαίωμα πόντισης του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI με Κύπρο-Ισραήλ, κλείσιμο κόλπων/χάραξη ευθειών γραμμών βάσης και επαναξιολόγηση των περιοχών/χρόνου επέκτασης των χωρικών υδάτων και της σκοπιμότητας ανακήρυξης ΑΟΖ σε μη οριοθετημένες περιοχές), έως τη διεθνοποίηση/ευρωπαικοποίηση των παρανομιών της γείτονος, καθιστάμενη, στην πράξη, όχι μόνο πάροχος αλλά και αξιόπιστος ρυθμιστής της περιφερειακής ασφάλειας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, μπορούν να συμβάλουν η τρέχουσα Ελληνική Προεδρία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (εκκινώντας ορθώς από το παγκόσμιο ζήτημα της ασφάλειας και ελευθερίας των θαλασσών, αλλά και αναδεικνύοντας μεθοδευμένα τις πηγές αστάθειας στην ευαίσθητη Ανατολική Μεσόγειο), προπαντός, όμως, η δυνάμει μεγαλύτερης επιρροής Ελληνική Προεδρία στην ΕΕ, κατά το εξάμηνο 2027.
Βεβαίως, ως εκ της φύσεως του θεσμού, η Προεδρία στην ΕΕ δεν προσφέρεται για «εθνικοποίηση» της ατζέντας της, ωστόσο μπορεί να αποτελέσει μια μοναδική ευκαιρία συγκροτημένης προσπάθειας πρόσδεσης των ελληνικών επιδιώξεων της χώρας στα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα και προτεραιότητες (οι οποίες σκιαγραφούνται και στο θεσμικό προγραμματισμό του «τρίο» των διαδοχικών Προεδριών Ιρλανδίας-Λιθουανίας-Ελλάδας).
Ειδικότερα, το ελληνικό αποτύπωμα μπορεί να αποδειχθεί ισχυρό και επωφελές για το εθνικό συμφέρον σε μια εποχή που η ΕΕ επιζητεί προσδιορισμό στρατηγικής αυτονομίας/γεωπολιτικής δυνατότητας, στο πλαίσιο ανασυγκρότησης της ευρωατλαντικής συμμαχίας, προτεραιοποιώντας την ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή/ψηφιακή ασφάλεια και μετάβαση, τη διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια, την κοινή άμυνα και την ευρύτερη περιφερειακή ασφάλεια. Ενώ, στο ίδιο πλαίσιο, δρομολογεί και την επαναδιατύπωση της Ευρω-Τουρκικής εταιρικής σχέσης, με άξονες την επικαιροποίηση της Τελωνιακής Ενωσης+ των δύο μερών και την (περιπλοκότερη) συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Το προηγούμενο της “Ατζέντας της Θεσσαλονίκης”
Κατά το προηγούμενο της “Ατζέντας της Θεσσαλονίκης”, που υιοθετήθηκε επί Ελληνικής Προεδρίας (Ιούνιος 2003) και αποτέλεσε σταθμό για την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, η προσεχής Προεδρία θα ήταν σκόπιμο να αναδείξει την Ανατολική Μεσόγειο σε κεντρικό πυλώνα διασύνδεσης της ΕΕ με την ΝΑ Ευρώπη και την Μέση Ανατολή-Βόρεια Αφρική (ΜΕΝΑ).
Προς τούτο, παράλληλα με τη μέριμνα για την ενταξιακή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων, προτείνεται η επεξεργασία ολοκληρωμένης στοιχειοθέτησης ενός τύπου «Συμφώνου Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας για την Ανατολική Μεσόγειο» (το οποίο θα απαντούσε, κατά τρόπο άρτιο, και στη μονομερή τουρκική απαίτηση περί «σύμφωνης γνώμης» της επί «οιοδήποτε ενεργειακού project» στην περιοχή, αλλά και στην υποκρυπτόμενων προθέσεών της πρόταση διοργάνωσης σχετικής Διάσκεψης).
Η σχετική συνεργασία μεταξύ ευρωπαίων και τρίτων μεσογειακών εταίρων θα μπορούσε να καλύψει ουσιαστικότερα στους τομείς της ενεργειακής και κλιματικής ασφάλειας, της στήριξης κρίσιμων υποδομών και εφοδιαστικών αλυσίδων, της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών και της περιφερειακής σταθερότητας.
Και αυτό στη βάση του συντονισμού, αλλά και εμπλουτισμού, των υφιστάμενων σημαντικών μέσων και εργαλείων της ΕΕ, όπως τα υψηλού ελληνικού ενδιαφέροντος προγράμματα του REPowerEU (όπου εντάσσεται και ο Κάθετος Διάδρομος), της Ατζέντας Συνδεσιμότητας και του νέου πακέτου δικτύων ενέργειας και μεταφορών [όπου προτάσσονται και οι ηλεκτρικές συνδέσεις GSI (με Ισραήλ) και GREGY (με Αίγυπτο)], καθώς και άλλων σχετικών χρηματοδοτικών δυνατοτήτων της ευρύτερης Ευρω-Μεσογειακής συνεργασίας.
Οι καιροί ού μενετοί
Συγχρόνως, η σύνδεση με το σκέλος της περιφερειακής σταθερότητας, μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί με την εισαγωγή αυστηρών κριτηρίων συμμετοχής των ενδιαφερομένων τρίτων μεσογειακών εταίρων στους τόσο αναγκαίους για την αναπτυξιακή τους προοπτική οικείους πόρους.
Εν προκειμένω, ως προϋπόθεση συμμετοχής, θα μπορούσε να τεθεί ο σεβασμός του κοινοτικού κεκτημένου και των ειδικότερων προνοιών της UNCLOS (ως εθιμικό πλέον Δίκαιο της Θάλασσας για όλες τις χώρες), αλλά και η παραπομπή των –ανεπίλυτων διμερώς- διαφορών οριοθετησης θαλασσίων ζωνών στη διεθνή δικαιοσύνη, με πρόσθετη πρόβλεψη τη διακοπή της συνεργασίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (αρχή αναστρεψιμότητας) και της επιβολής αυστηρών κυρώσεων για ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα.
Μεταξύ δε των αρμοδίων ευρωπαϊκών θεσμών για την υιοθέτηση του εγχειρήματος, προκρίνεται η κατ’ εξοχήν γεωπολιτικού χαρακτήρα Σύνοδος της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας (των 27 κ-μ + 21 τρίτων εταίρων, υπό τη συμπροεδρία του Έλληνα Πρωθυπουργού και του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου), με προηγούμενο συντονισμό των κ-μ στο πλαίσιο του σχήματος Med-9.
Συμπερασματικά, καθότι οι καιροί ού μενετοί, η εκμετάλλευση κάθε συγκριτικού πλεονεκτήματος της χώρας συνιστά εθνική επιταγή. Εν προκειμένω, η εκπόνηση ανάλογου στρατηγικού σχεδίου για την Ανατολική Μεσόγειο, με την κατάλληλη οργανωτική προετοιμασία και τη μεθοδική υποστήριξη του πολιτικοδιοικητικού συστήματος, θα αναδείκνυε, αφενός, την ευρωπαϊκή υπευθυνότητα της χώρας, αφετέρου, την ορθή αξιοποίηση του ευρωπαϊκού παράγοντα στην αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων της, προσθέτοντας κύρος στην προσπάθεια ισχυροποίησης του Εθνικού μας Πυλώνα περιφερειακής σταθερότητας, αλλά και του ευρύτερου πλαισίου συνεργασίας Δύσης-Ανατολής.





