Ο Μακεδονισμός ως λόγος ύπαρξης

Θοδωρής Καρναβάς
17

του Θοδωρή Καρναβά  – 

Η δέουσα στάση απέναντι σε ένα πολιτικό πρόβλημα εξαρτάται πρωτίστως από την πλήρη αναγνώριση της διάστασης και ουσίας του προβλήματος. Με αφορμή την κρίση στο Μακεδονικό, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι στην Ελλάδα συνεχώς παριστάνουμε ότι αγνοούμε την ουσία των προβλημάτων. Όπως στο Κυπριακό ξεχνάμε ότι είναι βασικά πρόβλημα εισβολής και κατοχής, έτσι και στο Μακεδονικό ξεχνάμε ότι είναι πρόβλημα ιστορικής και πολιτισμικής κλοπής και κατ’ επέκταση αστήρικτου αλυτρωτισμού – επεκτατισμού.

Λέγεται συχνά ότι το γειτονικό κράτος ανήκει στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και συνεπώς έχει δικαίωμα στη χρήση του όρου Μακεδονία με γεωγραφικό ή άλλο προσδιορισμό. Αγνοείται ότι μόνο ένα μικρό, νότιο κομμάτι του γειτονικού κράτους ανήκει στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Ούτε καν η πρωτεύουσά του δε βρίσκεται σε αυτό το κομμάτι. Η άποψη αυτή θα ήταν έστω λογικοφανής, μόνο αν όλη η επικράτειά του κράτους ανήκε στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.

Όμως ακόμα κι αν ίσχυε αυτό, το πρόβλημα δεν είναι γεωγραφικό. Οι Σκοπιανοί δεν προσδίδουν στον όρο Μακεδονία γεωγραφική ή χρονική σημασία, ούτε τον χρειάζονται για γεωγραφικούς λόγους. Οι Σκοπιανοί ανοιχτά παραδέχονται ότι αυτό που διεκδικούν είναι αρχικά η ιστορική μακεδονική κληρονομιά και όχι ο χώρος. Γιατί η διεκδίκηση της κληρονομιάς τους είναι απαραίτητη, όχι απλά για να διεκδικήσουν εδάφη αλλά, για να σταθούν ιδεολογικά ως έθνος.

Η διεκδίκηση εδαφών έπεται ως άμεση συνέπεια του εθνικού σφετερισμού. Διεκδικούν τη μακεδονική πολιτισμική κληρονομιά, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής. Μακεδονική ιστορία και κληρονομιά είναι μόνο μία. Άρα, εκείνοι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως απόγονοι των Μακεδόνων και της μακεδονικής κληρονομιάς, διεκδικούν όχι απλώς μέρος αυτής, αλλά το σύνολό της. Για αυτό και οι εδαφικές – ανεδαφικές διεκδικήσεις τους αφορούν το σύνολο του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας.

Συνεπώς, με δεδομένη την πολιτική των Σκοπίων, η θεωρία της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό ή άλλο προσδιορισμό, ως τίμιου συμβιβασμού, πρακτικά δε στέκει. Και γι’ αυτό τελικά οποιαδήποτε αναφορά στον όρο Μακεδονία παράγει τελικά τις ίδιες συνέπειες αλυτρωτισμού. Το πρόβλημα προφανώς δεν αφορά αποκλειστικά στο όνομα του κράτους. Οι Σκοπιανοί αναπτύσσουν συστηματικά πολυκάναλη προπαγάνδα αλυτρωτισμού. Όμως το όνομα συνοψίζει τη διεκδίκηση των Σκοπίων και αποτελεί απαραίτητο όχημα για αυτή.

Η αντιμετώπιση ενός γεωπολιτικού προβλήματος

Μια χώρα επιδιώκει συστηματικά να σφετεριστεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας μιας άλλης χώρας. Και να θεμελιώσει πάνω στο σφετερισμό την εθνική της ύπαρξη και να προβάλλει τελικά ανυπόστατες αλυτρωτικές διεκδικήσεις. Το πρωτοφανές της επιδίωξης των Σκοπιανών δεν είναι τόσο η διεκδίκηση εδαφών όσο η επιχείρηση θεμελίωσης της ίδιας τους της ύπαρξης εις βάρος κάποιου τρίτου. Το Μακεδονικό καθίσταται όμως δευτερογενώς γεωπολιτικό πρόβλημα, εξαιτίας ακριβώς της πολιτισμικής – ιστορικής του διάστασης.

Και τελικά ως γεωπολιτικό πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπίζεται από την Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να διευθετήσει απλά το πρόβλημα άρον άρον χάριν της σπουδής των ευρωατλαντικών σχεδιασμών. Έχει συμφέρον να λύσει το πρόβλημα το συντομότερο προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης των εθνικών δικαίων. Που σημαίνει πρακτικά ότι οφείλει να απαιτήσει από τους Σκοπιανούς την ακύρωση του ψευδεπίγραφου «Μακεδονισμού» και τη μη χρήση του ελληνικού όρου Μακεδονία ή παράγωγου του. Η χώρα μας δεν έχει δικαίωμα να υπαγορεύσει στους Σκοπιανούς την ονομασία τους.

Έχει όμως αναφαίρετο δικαίωμα και υποχρέωση έναντι του εαυτού της να τους απαγορεύσει να ονομάζονται με τρόπο που θα θίγει την ίδια και κυρίως να ασκούν ανυπόστατη αλυτρωτική πολιτική εναντίον της. Τα γεωπολιτικά προβλήματα επανέρχονται δριμύτερα, όταν δεν λύνονται αποτελεσματικά. Η ιστορία του ίδιου του Μακεδονικού το αποδεικνύει. Είναι σαφές ότι καμία αξιοπρεπής χώρα που σέβεται τον εαυτό της και επιθυμεί να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα από τη διεθνή κοινότητα δεν μπορεί να δεχτεί την αδιανόητη πολιτική των Σκοπίων.

Η Ελλάδα διαθέτει τη δύναμη του δίκαιου των επιχειρημάτων της και της γεωπολιτικής και οικονομικής ισχύος της έναντι των Σκοπίων, προκειμένου να επιβάλλει το δίκαιο. Διαθέτει, ακόμα, τη συμπαγή βούληση της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού. Το ερώτημα είναι αν η πολιτική της τάξη είναι ικανή και έχει τη βούληση.