Ο πολιτικός αυτισμός της Λευκωσίας

Ανδρέας Θεοφάνους
1

του Ανδρέα Θεοφάνους  – 

Μετά το ναυάγιο του τελευταίου κύκλου διαπραγματεύσεων, υπήρξαν πληροφορίες ότι η Τουρκία σχεδιάζει, πέραν του υφιστάμενου πλαισίου των διακοινοτικών συνομιλιών, κάποιες κινήσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Σε αυτές περιλαμβάνονται η επιστροφή Μαρωνιτών στα χωριά τους και πιθανό άνοιγμα των Βαρωσίων υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση.

Και ενώ η Τουρκία λειτουργεί στα πλαίσια ενός καλά οργανωμένου σχεδίου το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο αρνείται να προβληματισθεί για την αναγκαιότητα ενός Σχεδίου Β. Σε θεωρητικό επίπεδο υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση εθνοτικών προβλημάτων. Τις περισσότερες φορές τα προβλήματα είναι σύνθετα. Όταν προκρίνεται η φιλοσοφία της εφ’ όλης της ύλης επίλυσης μιας διένεξης, συνήθως αυτό αποδεικνύεται πολύ δύσκολο εγχείρημα.

Επικίνδυνο σταυροδρόμι

Όταν παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες πολλών ετών μια διένεξη δεν επιλύεται, χαρακτηρίζεται μη επιλύσιμη (intractable). Υπάρχουν, μάλιστα, περιπτώσεις όπου προκρίνεται η προσπάθεια διαχείρισης αντί επίλυσης του προβλήματος (from conflict management to conflict resolution). Είναι επίσης δυνατό τα εμπλεκόμενα μέρη να προβούν κατά καιρούς σε μονομερείς κινήσεις για να διαφοροποιήσουν τα δεδομένα. Ας τονισθεί, επίσης, η σημασία μιας δομημένης εξελικτικής διαδικασίας.

Είναι σημαντικό να διδασκόμαστε από τη θεωρία των συγκρούσεων, αλλά πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Επιπρόσθετα η ένταση και το ιστορικό υπόβαθρο σε μια διένεξη διαφέρουν. Και αυτό σχετίζεται με την έκβαση ενός προβλήματος. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να αξιολογηθούν τα δεδομένα στο Κυπριακό και πάνω απ’ όλα να χαραχθεί μια νέα πορεία.

Είναι εκ των αποτελεσμάτων προφανές ότι η μέχρι τώρα πολιτική απέτυχε, παρά τις πολύ σοβαρές διαχρονικές ελληνοκυπριακές υποχωρήσεις. Όχι μόνο δεν υπήρξε διευθέτηση, αλλά το υπό συζήτηση πλαίσιο έχει καταστεί επικίνδυνο. Πέραν του ανισοζυγίου δυνάμεων υπάρχει και ένα σοβαρό πρόβλημα κατανόησης διαφόρων εννοιών από το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία, γεγονός που συνέτεινε στη συνεχή διολίσθηση του Κυπριακού.

Αγκυλώσεις στην Κυπριακή πλευρά

Ενώ υποτιμήθηκε η εξελικτική διαδικασία, η ελληνοκυπριακή πλευρά ακολουθούσε και δεν διαμόρφωνε τις εξελίξεις. Ας πάρουμε για παράδειγμα την κίνηση της τουρκικής πλευράς να ανοίξει τα οδοφράγματα τον Απρίλιο του 2003. Μεταξύ άλλων, εγείρεται το ερώτημα: κατά πόσον οι ταυτότητες, τα διαβατήρια, οι θέσεις εργασίας, τα επιδόματα και ούτω καθ’ εξής θα μπορούσαν να ήταν μέρος μιας επί μέρους συμφωνίας, από την οποία να είχαν επωφεληθεί και οι Ελληνοκύπριοι;

Σήμερα, πέραν των ενδεχόμενων κινήσεων για τους Μαρωνίτες και για το άνοιγμα των Βαρωσίων υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, πιθανότατα θα υπάρξουν μεθοδευμένες κινήσεις για την περαιτέρω αναβάθμιση του κατοχικού μορφώματος και την εξίσωσή του με το νόμιμο κράτος. Και η πλευρά μας; Δυστυχώς παραμένει προσκολλημένη σε πολιτικές που έχουν οδηγήσει σε επιδείνωση των δεδομένων.

Παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες, η Λευκωσία διστάζει να προσεγγίσει τα νέα δεδομένα ευέλικτα στο πλαίσιο μιας νέας πολιτικής. Το χειρότερο είναι ότι τυχόν εμμονή στην υφιστάμενη διαδικασία και φιλοσοφία είναι πιθανό να οδηγήσει σε μια διευθέτηση χειρότερη από τη διχοτόμηση, την οποία προσπαθούμε να αποφύγουμε.

Αλλαγή προσέγγισης

Οφείλουμε να συζητήσουμε διεξοδικά μεταξύ μας και να καταλήξουμε μακριά από δογματισμούς και με πραγματισμό. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το ψηλό επίπεδο δυσπιστίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, τα διαφορετικά αφηγήματα και πάνω απ΄ όλα τους σχεδιασμούς της Άγκυρας που μέχρι σήμερα δυστυχώς παραμένουν αναλλοίωτοι.

Όταν απροκάλυπτα ο Ερντογάν παρεμβαίνει στις εκλογές στη Γερμανία, καθίσταται προφανές ότι η Άγκυρα θα προσπαθήσει να ελέγχει το πολιτικό γίγνεσθαι στην Κύπρο και μετά από μια λύση.

Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος που πρέπει να υπάρξει απεμπλοκή από καταστροφικές πρόνοιες, οι οποίες θα συντηρούν και θα επισφραγίζουν τον τουρκικό έλεγχο της Κύπρου.

Είναι δυνατό να υπάρξουν συνταγματικές πρόνοιες που αφ΄ ενός να κατοχυρώνουν τα συμφέροντα και την αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διακυβέρνηση της χώρας, αφ΄ ετέρου να διασφαλίζουν ένα φυσιολογικό κράτος. Είναι, λοιπόν, η δύναμη των πραγμάτων που μας ωθεί να υιοθετήσουμε μια νέα προσέγγιση στο Κυπριακό. Εάν δεν το πράξουμε, οι συνέπειες θα είναι βαρύτατες…