Ο «σουλτάνος» και το οιονεί προτεκτοράτο

Γεώργιος Παπασίμος
11

του Γιώργου Παπασίμου  – 

Δεν είναι τόσο η εικόνα που εμφάνισε η ελληνική πολιτική ηγεσία τις ημέρες της παραμονής του Τούρκου προέδρου και επίδοξου «νεοσουλτάνου» στην Αθήνα. Είναι, κυρίως, η ουσία, που αφορά σε μια παγιωμένη φοβική στάση του ελληνικού κατεστημένου απέναντι στα μείζονα εθνικά θέματα, και ιδιαίτερα έναντι της Τουρκίας. Και αυτό, σε μια περίοδο που τα μνημόνια και η υποτέλεια, τείνουν να επιβάλλουν στην ηγεσία της χώρας μας μόνιμα χαρακτηριστικά αναξιοπιστίας, αναποτελεσματικότητας και αβεβαιότητας.

Γιατί, ποια άλλη χώρα στον κόσμο, θα προετοίμαζε με ζήλο την επίσκεψη ενός ξένου προέδρου, ο οποίος είχε προαναγγείλει ότι θα αμφισβητήσει την εδαφική της ακεραιότητα, ζητώντας επιμόνως την αναθεώρηση-«επικαιροποίηση» της Συνθήκης της Λωζάνης; Ποια άλλη χώρα θα τηρούσε τέτοια στάση, γνωρίζοντας ότι ο συγκεκριμένος ηγέτης, κατά πολύ μεγάλη πιθανότητα, όπως και τελικώς έγινε, θα μπορούσε να θέσει στην καρδιά της Αθήνας, το ζήτημα της μετάπτωσης της μειονότητας στη Δυτική Θράκη, από μουσουλμανική σε εθνική-τουρκική μειονότητα;

Διπλωματική ήττα

Η προσέγγιση του ζητήματος με βάση τον ιδιότυπο χαρακτήρα Ερντογάν, ο οποίος έχει προσβάλει τον τελευταίο καιρό πολλούς ηγέτες, καθώς και των αυτονόητων φραστικών απαντήσεων της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, μέσα στο «σπίτι της», δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ισοφαρίσει αυτή την διπλωματική ήττα. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Έχει ανοιχτά μείζονα εθνικά ζητήματα που απειλούνται από τον νεοοθωμανικό εξτρεμισμό.

Αποτελεί πραγματικά άσχημη εξέλιξη ότι πλέον η παλιότερη κομψή διπλωματική γλώσσα της Τουρκίας, που διαπιστώσαμε κατά τις προηγούμενες επισκέψεις Νταβούτογλου, αλλά και του ιδίου του Ερντογάν, ως πρωθυπουργού, έχει πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων. Εν όψει των σύγχρονων εσωτερικών και εξωτερικών αναγκών του «νεοσουλτάνου», μάλιστα, έχουν μετατραπεί σε ωμή επιθετικότητα.

Μείζονα ερωτήματα

Αυτό δημιουργεί μείζονα ερωτήματα για το γεγονός ότι του δόθηκε η δυνατότητα να αμφισβητήσει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Και -πολύ χειρότερα- του δόθηκε το βήμα να προωθήσει την διαδικασία «κυπροποίησης» της Θράκης με την παρουσία του εκεί.

Εάν, μάλιστα, τελικά επαληθευτούν οι σοβαρές ενδείξεις που υπάρχουν ότι δηλαδή η πρόσκληση Ερντογάν έγινε μετά από υπόδειξη Τραμπ, ως μέσο εξευμενισμού της Τουρκίας, κάτι, όμως που τελικά έχει ως αποδέκτη πιέσεων μόνο την Ελλάδα, στον ευαίσθητο άξονα Αιγαίου- Θράκης και Κύπρου, τότε οι ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας της χώρας μεγεθύνονται.

Εν μέσω της ολικής κρίσης, η Ελλάδα δίνει την εικόνα ενός «φοβικού παίκτη» απέναντι στον νεοοθωμανικό εξτρεμισμό, εικόνα που «φιλοτεχνήθηκε» με την επί χρόνια κατευναστική πολιτική «εξημέρωσης του θηρίου». Προκαλεί, συνεπώς, εντύπωση και ερωτήματα η κίνηση της κυβέρνησης να καλέσει στην παρούσα φάση τον Τούρκο πρόεδρο, βγάζοντας τον από το περιθώριο της διεθνούς απομόνωσης, που βρίσκεται σήμερα η Τουρκία.

Έναν ηγέτη που βρίσκεται εγκλωβισμένος σε δύο επίπεδα: στο εσωτερικό μέτωπο, από τη σύγκρουση του με το στρατό και τους κεμαλικούς και, στο εξωτερικό, από την «υπηρέτηση» του αφηγήματος της «Μεγάλης Τουρκίας», που τον αναγκάζει να επιζητά την πλήρη αναθεώρηση διπλωματικών και ιστορικών κεκτημένων, όπως είναι η Συνθήκη της Λωζάνης.

Νεοοθωμανισμός σε κρίση

Η βαθύτερη αιτία αυτού του διπλωματικού τουρκικού «εξτρεμισμού», που εκφράζει συστηματικά το τελευταίο διάστημα ο Τούρκος πρόεδρος, είναι η κρίση του ιδεολογικού αφηγήματος του Νεοοθωμανισμού, που διατυπώθηκε από τον Νταβούτογλου το 2002, όταν ξεκινούσε την κυριαρχία του στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας ο Ερντογάν. Κεντρικό στοιχείο αυτού του αφηγήματος ήταν η επιδίωξη αποκατάστασης της Τουρκίας στον ρόλο που έπαιζε η παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, διατηρώντας «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες».

Η πολιτική αυτή έχει καταρρεύσει, τόσο στη Συρία, όσο και στην Αίγυπτο, που προσπάθησε να εγκαθιδρύσει ένα «φιλικό» καθεστώς των αδελφών Μουσουλμάνων, καθώς και στην επιδιωκόμενη επίλυση του Κουρδικού, το οποίο βρίσκεται, πλέον, σε ανεξέλεγκτη όξυνση. Η κατάρρευση αυτής της στρατηγικής προκάλεσε έντονες εξελίξεις εντός της τουρκικής κοινωνίας, απόρροια των οποίων υπήρξε το αποτυχημένο πραξικόπημα. Τι πραξικόπημα αποτέλεσε, στην κυριολεξία, το «σωσίβιο δώρο» στον Ερντογάν για να προχωρήσει στο «ξήλωμα του Κεμαλισμού».

Ο τελευταίος έχει επιδοθεί, στο «ξήλωμα» του Κεμαλισμού, που αποτέλεσε ένα ανελεύθερο αυταρχικό καθεστώς, θεμελιωμένο επάνω στην καταπίεση «εσωτερικών εχθρών», εκείνων, δηλαδή, των πολιτισμικών και κοινωνικών ομάδων, που δεν εντάσσονταν στην δημιουργηθείσα κοσμική, σοβινιστική κρατική ιδεολογία περί «τουρκικότητας», ενός κράτους, δηλαδή, που διασφάλιζε την ενότητά του, εξάγοντας τις εσωτερικές του αντιθέσεις και παραμένοντας επιθετικό απέναντι στις υποτιθέμενες «εξωτερικές απειλές».

Προοπτική τουρκικού προτεκτοράτου

Αυτό, όμως, αποτελεί μείζονα κίνδυνο για την Ελλάδα, διότι βασικό στοιχείο της νεοοθωμανικής στρατηγικής, που είχε αρχίσει να εφαρμόζεται από τον Οζάλ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και εκφράζεται πλέον σήμερα επιθετικά από τον Ερντογάν, αποτελούν τα Βαλκάνια. Στα Βαλκάνια, η Τουρκία έχει τακτικά πλεονεκτήματα, λόγω της διαφοράς ισχύος μεταξύ αυτής και των υπόλοιπων χωρών της περιοχής και λόγω των μουσουλμανικών διάσπαρτων μειονοτήτων (Ελλάδα, Βουλγαρία, Κόσοβο, Βοσνία και, φυσικά, Αλβανία, που αποτελεί το «μακρύ της χέρι» στην ευρύτερη περιοχή).

Σε περίπτωση, δε, που παγιωθούν οι αποτυχίες της τουρκικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσει να «ισοφαρίσει» αυτές τις απώλειες, μέσω της επιθετικής ηγεμονικής-επεκτατικής πολιτικής, κυρίως έναντι της Ελλάδος. Αν κάτι θετικό μπορεί να βγει από αυτό το απίστευτο διπλωματικό «φιάσκο», είναι η διάλυση κάθε ψευδαίσθησης εξαιτίας της υπέρμετρης αλαζονείας του Ερντογάν, μέσα στην καρδιά της Αθήνας.

Έγινε πλέον ξεκάθαρο ότι, εάν η Ελλάδα και η ελληνική κοινωνία δεν αντιδράσουν πέραν της μετατροπής της σε «αποικία χρέους» στους δυτικούς δανειστές με τα μνημόνια, η χώρα κινδυνεύει να μεταβληθεί και σε οιονεί «τουρκικό προτεκτοράτο» στην ευρύτερη ρευστή γεωπολιτική περιοχή μας.