Πόση πραγματικότητα μπορούν να αντέξουν οι Έλληνες, Οράτιε;

Κώστας Λάβδας
1708
Πόση πραγματικότητα μπορούν να αντέξουν οι Έλληνες, Οράτιε;, Κώστας Λάβδας

«Το ανθρώπινο είδος δεν μπορεί ν’ αντέξει πάρα πολλή πραγματικότητα», έγραφε ο Τ. Σ. Έλιοτ στα Τέσσερα Κουαρτέτα. Αφήνοντας το ανθρώπινο είδος ασχολίαστο προς το παρόν, βέβαιο φαίνεται ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν μπορούν να αντέξουν «πάρα πολλή πραγματικότητα». Ίσως, οι αλλεπάλληλες απογοητεύσεις από πολιτικούς απατεώνες κάθε είδους συνέβαλαν καταλυτικά σε αυτό. Όμως, όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, το περιβάλλον σχετικής απάθειας, μέσα στο οποίο η κυβέρνηση «έλυσε» το Σκοπιανό αποκαλύπτει μια εθνική και πολιτική κοινότητα κουρασμένη, αμήχανη και, πιθανότατα, παραιτημένη.

Και τι πειράζει που οι πολίτες της Ευρώπης και του κόσμου θα γνωρίζουν στο μέλλον και επίσημα, πια, δυο χώρες γειτονικές που θα λέγονται Ελλάδα («Ελληνική Δημοκρατία») και "Μακεδονία" («Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»); Το ευρωατλαντικό μέλλον του βόρειου γείτονα θα εγγυηθεί ειρήνη, ευημερία και ασφάλεια. Στην εποχή της pop κουλτούρας, της pop τέχνης, της pop ψυχολογίας, εσχάτως και της pop διεθνολογίας, αποτελεί παραφωνία η επισήμανση της επικίνδυνης ελαφρότητας μιας αστήρικτης αισιοδοξίας.

Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι το 2018 μας άφησε τη Συμφωνία των Πρεσπών, ένα κείμενο-σταθμό στην κατασκευή μιας νέας πολιτικής κοινότητας, εσωτερικά ασταθούς και εξωτερικά παζαρευομένης μεταξύ δυνάμεων περιφερειακών (Τουρκία, Αλβανία, Βουλγαρία) και διεθνών (ΝΑΤΟ, Ρωσία).

Γιατί εγκαταλείφθηκε το Βουκουρέστι; Μας έχει αφήσει πίσω η Ιστορία; Θα χαθεί κάποιο τρένο; Στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο θέμα της ονομασίας και των χαρακτηριστικών της ΠΓΔΜ αποτελεί ένα από τα τελευταία κατάλοιπα της τραυματικής διαδικασίας διάλυσης της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας από το 1991.

Η ομιχλώδης αναγωγή σε πρωτόλειες διαδικασίες σχηματισμού ταυτοτήτων τον 19ο αιώνα είναι ανούσια στο μέτρο που η πρόσφατη θεσμική αρχιτεκτονική της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και οι στρατηγικές βλέψεις του Τίτο ήταν οι παράγοντες που εξηγούν την πολιτική-θεσμική διάσταση του σύγχρονου σλαβομακεδονικού μορφώματος με την ανήσυχη αλβανική μειονότητα του 25%.

Όπως εξήγησα αναλυτικά από τον Ιούνιο 2018, η Συμφωνία των Πρεσπών περιλαμβάνει αρκετά καλοδουλεμένα, θετικά επιμέρους στοιχεία. Στο σύνολό της, όμως, αποτελεί ένα εξόχως προβληματικό κεφάλαιο για την εξωτερική πολιτική και τη διεθνή πορεία της Ελλάδας.

Δυσάρεστη πραγματικότητα

Αν αναλογιστούμε καταρχήν τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για να διαμορφωθεί το τελικό κείμενο, αυτές διάβρωσαν περαιτέρω την εθνική συνεννόηση στην Ελλάδα, εντείνοντας και τις διαφορές Βορρά-Νότου. Παράλληλα, η συμφωνία μετακυλίει στο τερέν της εσωτερικής πολιτικής της ΠΓΔΜ τις δυνατότητες πρωτοβουλιών στο διηνεκές. Βάσει των εκεί εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, θα έχουμε κάθε τόσο αμφισβητήσεις, διεκδικήσεις και αστάθεια.

Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα αναγνώρισε για πρώτη φορά «μακεδονική» ιθαγένεια και, έμμεσα αλλά σαφώς, εθνότητα. Επίσης «μακεδονική» γλώσσα συνδεόμενη με αυτή (στο άρθρο 1). Με την αναγνώριση της ιθαγένειας ως «μακεδονικής» και όχι παραδείγματος χάρη –έστω– «βορειομακεδονικής» ή «νεομακεδονικής», παραχωρείται για πρώτη φορά από την πλευρά της Ελλάδας ο όρος. Με την αναγνώριση ως επίσημης γλώσσας της «μακεδονικής» ανοίγει ο δρόμος για την περαιτέρω χρήση της γλώσσας ως οχήματος του Μακεδονισμού.

Σε συνδυασμό με τις αναφορές στη «Μακεδονία του Αιγαίου», αντιλαμβανόμαστε τη σημασία αυτού του οχήματος σε μελλοντικές κρίσεις. Υπάρχουν, βεβαίως, τα άρθρα 3 και 4 που δεσμεύουν τα δυο μέρη να μην προβάλλουν διεκδικήσεις αναφορικά με τα σύνορά τους, να απέχουν από αλυτρωτικές δηλώσεις και να μην παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις το ένα του άλλου.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι δυσάρεστη. Οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν όχι από το κείμενο της Συμφωνίας. ούτε από το εάν το Διεθνές Δίκαιο των Συμβάσεων υπερέχει του Εθνικού Δικαίου, αλλά από την πορεία της εσωτερικής πολιτικής στη γείτονα και τις ισορροπίες στις διεθνείς σχέσεις της ευρύτερης περιοχής. Έτσι παραδείγματος χάρη, μπορεί να υπάρξουν διεκδικήσεις, εάν δυνάμεις εντός της ΠΓΔΜ προβάλλουν υποτιθέμενες ανάγκες των «Σλαβομακεδόνων» στη Βόρεια Ελλάδα.

Όλα αυτά είναι επικίνδυνα και λόγω του γεγονότος ότι η εσωτερική πολιτική της ΠΓΔΜ είναι επιρρεπής σε τουρκικές και αλβανικές επιρροές, κάτι που ορισμένοι ελπίζουν ότι θα πάψει να ισχύει ως δια μαγείας με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την έναρξη συνομιλιών ένταξης σε ΕΕ. Με δυο λόγια, με τη Συμφωνία η ΠΓΔΜ κερδίζει «μακεδονική» εθνότητα, γλώσσα, πρόσβαση στο ΝΑΤΟ και προοπτική ένταξης στην ΕΕ.

Τι ακριβώς κερδίζουν οι Έλληνες;

Τι ακριβώς κερδίζει η Ελλάδα; Η γνωστή ρήση του Οράτιου από τις Σάτιρες, "mutato nomine, de te fabula narratur" («άλλαξε μόνο το όνομα και σε σένα θα αναφέρεται ο μύθος»), που έχει βέβαια αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως, αποκτά εδώ μια διάσταση σκοτεινά επίκαιρη. Γίναμε μήπως όλοι τόσο μεταμοντέρνοι; Αποδεχόμαστε, λοιπόν, ότι δεν είναι τα έθνη που ονοματίζουν τα κράτη, αλλά είναι, αντίθετα, οι πολιτικές κατασκευές που τα σχηματίζουν και τους δίνουν πνοή;

Αν το νέο κράτος της «Βόρειας Μακεδονίας» εκπροσωπεί μια «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα, τι εμποδίζει τις κατασκευές να πολλαπλασιαστούν; Σε τελική ανάλυση, τι σημαίνει η επιστημολογική στάση που συνεπάγεται η Συμφωνία των Πρεσπών για τα συλλογικά υποκείμενα της πολιτικής και μάλιστα σε μια Ευρώπη που –ευτυχώς ή δυστυχώς– δεν βρίσκεται σε τροχιά πολιτικής ένωσης; Η περαιτέρω διάλυση των εθνικών κοινοτήτων και των πεποιθήσεων που τις συγκροτούν σε δημοκρατικά πλαίσια δεν ενθαρρύνει μια γνήσια ενωσιακή–ομοσπονδιακή διαδικασία. Αντίθετα, συμβάλλει στις τάσεις που διαμορφώνουν πολιτικές σπασμωδικές, πολιτικές χωρίς πυξίδα.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.