Πράξη αντίστασης η εθνική επέτειος!

Βασίλης Ασημακόπουλος
608
Πράξη αντίστασης η εθνική επέτειος!, Βασίλης Ασημακόπουλος

«...καλύτερα, καλύτερα διασκορπισμένοι οι Έλληνες να τρέχωσι τον κόσμον με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες παρά προστάτας νάχωμεν...»

Ανδρέας Κάλβος, Αι Ευχαί, 1825

Η Μελίνα Σεραφετινίδου, μια εξαιρετική καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, επηρεασμένη θεωρητικά από τον ιστορικό Νίκο Ψυρούκη, αναλύοντας τα κοινωνικά φαινόμενα σε μια διαλεκτική σχέση μεταξύ των σχημάτων κοινωνικής-νοητικής κατασκευής και υλικών συνθηκών ή μεταξύ υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων, ανεφέρει σ’ ένα από τα βιβλία της ότι η κοινωνική πραγματικότητα είναι ανθρώπινο δημιούργημα με διττή έννοια.

Αφενός ότι ο ίδιος ο άνθρωπος τη δημιουργεί, είναι δηλαδή προϊόν της πράξης του και συμπληρώνουμε εμείς ως συλλογικό δημιούργημα είναι το αποτέλεσμα της αριστοτελικής προέλευσης ετερογονίας των σκοπών μέσα στην ιστορική διαδικασία, δηλαδή της απρόσωπης συνισταμένης των ενεργειών των ανθρώπων. Αφετέρου του τρόπου που ο άνθρωπος, οι κοινωνίες, τα συλλογικά μορφώματα βιώνουν ή νοηματοδοτούν υποκειμενικά την κοινωνική πραγματικότητα.

Η κουλτούρα που διαμορφώνει τους ερμηνευτικούς κώδικες κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας, δεν είναι αμετάβλητη στο χρόνο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά, καθοριζόμενη σε τελευταία ανάλυση από τις υλικές συνθήκες της ύπαρξης στο ατομικό και το συλλογικό επίπεδο.

Το εθνικό φαινόμενο και ειδικότερα το ελληνικό έθνος, ως ιστορική-κοινωνική πραγματικότητα, η πρόσληψη και κατανόησή του αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης μεταξύ θεωρητικών ρευμάτων, κομμάτων, διανοουμένων, έκφραση- μέσα από τη σχετική αυτονομία των μορφών του εποικοδομήματος- των ανταγωνιστικών ιστορικών προοπτικών της κοινωνικής κίνησης-πάλης.

Βασικά επίδικα ζητήματα στη συζήτηση περί έθνους αναδεικνύονται τα θέματα της συνέχειας ή ασυνέχειας του ελληνικού έθνους, της εθνικής ύπαρξης πριν από την επανάσταση του 1821 ή της κατασκευής του έθνους από το κράτος που δημιουργήθηκε το 1830, της σχέσης εθνικής ενότητας και βασικής-κυρίαρχης αντίθεσης, της δυτικής ομοιογένειας και της ελληνικής ιδιαιτερότητας, του ρόλου της θρησκείας ως διαιρετικής ή όχι τομής του κοινωνικού σχηματισμού κ.α.

Σε επίπεδο θεωρητικής ανάλυσης σε σχέση με το εθνικό φαινόμενο έχουν διαμορφωθεί δύο κατευθύνσεις- σχολές. Η μία σχολή θεωρεί το έθνος μια κατασκευή, μια επινόηση της αστικής τάξης και γέννημα της κυρίαρχης ιδεολογίας της κατά την εποχή της αυγής της νεωτερικότητας, του εθνικισμού. Πρόκειται για μια ιδεαλιστική και υποκειμενική θεώρηση, με έντονα τα στοιχεία μιας ακραίας εκδοχής της κοινωνικής κατασκευής (κονστρουξιονισμός).

Η σχολή που ακολουθούσε ο Φαλμεράυερ

Η άλλη σχολή σκέψης θεωρεί το έθνος μια ιστορική κατηγορία, μια υπαρκτή κοινωνική οντότητα που εξελίσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση υλικών όρων και ιδεών, από τη διαλεκτική σχέση αντικειμενικών συνθηκών και υποκειμενικού παράγοντα. Στην πρώτη περίπτωση η εθνογέννηση, το έθνος, συνδέεται με όρους αποκλειστικότητας με το καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα και το κρατικό φαινόμενο. Στη δεύτερη περίπτωση το έθνος ως ιστορικό κοινωνικό φαινόμενο-οντότητα, έχει μια χωρο-χρονική πολλαπλότητα ως προς τις μορφές του, τους υλικούς και ιδεολογικούς όρους διαμόρφωσής του και προδήλως δεν είναι αναλλοίωτη ουσία, αλλά εξελίσσεται μέσα από την κίνησή του.

Σε επίπεδο ιστορικής εξέλιξης των απόψεων περί του ελληνικού έθνους, τόσο η διανόηση της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, όσο και οι διανοούμενοι του αριστερού κινήματος μέχρι και τη δεκαετία του ’30, συνέπιπταν στο καινοφανές του ελληνικού έθνους. Η διανόηση της άρχουσας τάξης εισάγει τα βικιανής προέλευσης σχήματα των «κατ’ανάγκην επαναληπτικών διαδικασιών», που υιοθετούσε τον 19ο αιώνα και η Γερμανική Ιστορική Σχολή.

Ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της σχολής αυτής ήταν ο Βαυαρός Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ με την αποικιοκρατική, αλλά και ρατσιστικού χαρακτήρα, οπτική του για το ζήτημα της μη συνέχειας του ελληνικού έθνους. Απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη της άρχουσας τάξης της εποχής του διαμορφώθηκε το ιστορικό έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, αλλά και του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, που προέκριναν τα στοιχεία της πολύμορφης ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους.

Οι διανοούμενοι του αριστερού κινήματος, από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και την περίοδο του Μεσοπολέμου, μέσα από την αυτούσια μεταφορά του κωδικοποιημένου μαρξισμού - αντίθετα στο μαρξικό έργο υπάρχουν πολλές ανταγωνιστικές προσεγγίσεις και ερμηνείες των ιστορικών διαδικασιών - στην ελληνική ιστορική-κοινωνική πραγματικότητα, υπό τις επιρροές είτε των θεωρητικών της 2ης Διεθνούς (Πλεχάνωφ και Κάουτσκι), είτε των σχημάτων της 3ης Διεθνούς, υιοθέτησαν τη θεώρηση της γραμμικής εξέλιξης της ιστορικής διαδικασίας, την ανελαστικού χαρακτήρα θεωρία των σταδίων (Γ. Σκληρός, Γ. Κορδάτος, Π. Πουλιόπουλος, Γ. Ζεύγος, Π. Ρούσσος).

Η ΕΑΜική εμπειρία

Το σημείο σύγκλισης τόσο της κυρίαρχης άποψης της διανόησης της αστικής τάξης, όσο και των θεωρητικών του εργατικού κινήματος ήταν η έμφαση στην δυτικής προέλευσης ομοιογένεια της ιστορικής διαδικασίας και όχι η ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας εντός των γενικότερων όρων κίνησης ενός διεθνοποιούμενου συστήματος. Μια θαυμάσια εισαγωγή στα ζητήματα της διαμόρφωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας, περιλαμβάνεται στο τελευταίο κεφάλαιο του γνωστού βιβλίου του Κώστα Βεργόπουλου, Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα (Εξάντας, 1975).

Για τον χώρο του αριστερού κινήματος μια ριζική κριτική των σχημάτων του καινοφανούς χαρακτήρα του ελληνικού έθνους, της μη ιστορικής συνέχειας του, της δυτικού τύπου εθνογεννετικής και κοινωνικής ομοιογένειας και αντίθετα εστιασμού στα στοιχεία της ιδιαιτερότητας, δηλαδή στην ιστορικότητα ως συγκεκριμένη μορφή ύπαρξης, αποτέλεσε η ΕΑΜική εμπειρία όπως προκύπτει από την πολιτική γραμματεία εκείνης της περιόδου (Δημήτρης Γληνός, 1942, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, Άρης Βελουχιώτης, 1944, Ο Λόγος της Λαμίας), τη διαμόρφωση αναλυτικών σχημάτων σημαντικών ιστορικών όπως ο Νίκος Σβορώνος στη βάση της συνέχειας, αλλά και της ιδιαιτερότητας, στην παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στα καλλιτεχνικά πράγματα και τον δημόσιο βίο.

Καθόλου τυχαία η μελοποίηση των στίχων των Ευχών του Κάλβου από τον Μίκη Θεοδωράκη πραγματοποιείται στη ριζοσπαστικοιημένη αντιιμπεριαλιστική ατμόσφαιρα του 1974. Ακόμα, την πρωτομεταπολιτευτική περίοδο η νεομαρξιστική θεώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου και του αρχικού ΠΑΣΟΚ θεμελιώνεται στη βάση της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους και των όψεων της ιδιαιτερότητας απέναντι στην τάση της δυτικής-καπιταλιστικής ομοιογενοποίησης, ως στοιχείων της εθνικο-λαϊκής πάλης απέναντι στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και της ανάγκης οικοδόμησης μιας εθνικής λαϊκής ενότητας.

Δηλωμένες κατευθύνσεις αυτής της στρατηγικής είναι η απόφαση της 2ης Συνόδου της ΚΕ ΠΑΣΟΚ «Εθνική Λαϊκή Ενότητα-Ανοιχτή Δημοκρατική Δράση» (1978) και η ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στην Βουλή κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης (1982). Ενδεικτική της συγκεκριμένης ιδεολογικο-πολιτικής ατμόσφαιρας ως έκφρασης της κρατικής πολιτικής είναι η επιλογή του ποιήματος Αι Ευχαί του Κάλβου στο σχολικό βιβλίο Γλώσσας της Στ΄ Δημοτικού που γράφτηκε τη δεκαετία του ’80.

Διεθνοπολιτικές ανατροπές του 1989

Στη νέα συγκυρία που ανοίγει με τις διεθνοπολιτικές ανατροπές του 1989 και κατά την περίοδο 1990-1995, είναι χαρακτηριστικές οι αναφορές του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ορθοδοξία ως βασικό συνεκτικό ιστό της συλλογικής υπόστασης και ιδιοπροσωπίας του ελληνικού έθνους. Η αριστερά όταν γίνεται μαζική λαϊκή δύναμη και δυνητικά πολιτική δύναμη κοινωνικής ανατροπής εστιάζει στα στοιχεία της ιστορικής συνέχειας, της εν αντιθέσει ενότητας, της εθνικής-κοινωνικής ιδιαιτερότητας εντός του διεθνοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος, της πάλης απέναντι στην ομοιογενοποιητική διαδικασία.

Η διανοητική και πολιτική συγκυρία στη σημερινή ιστορική περίοδο της παγκοσμιοποίησης, του υπεριμπεριαλισμού, είναι διαφορετική. Η αριστερά, είτε στην κεντροαριστερή της εκδοχή, είτε στη ριζοσπαστική-ανανεωτική, ως αποτέλεσμα της διεθνούς της ήττας και του ιδεολογικο-πολιτικού μεταμορφισμού της γίνεται μια συστημική απολογητική δύναμη. Μεταβάλλεται δηλαδή καταστατικά σε μια αποεθνικοποιημένη και μη λαϊκή δύναμη. Στις επίσημες εκδοχές της. Γι’ αυτό κινείται στην κατεύθυνση της δυτικής-καπιταλιστικής εθνογεννετικής και κοινωνικής ομοιογένειας.

Είναι μια εκσυγχρονιστική – σοσιαλφιλελεύθερη δύναμη με την τρέχουσα έννοια και όλο το σχετικό δικαιωματικό αστικό ρεπερτόριο. Γι’ αυτό και στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο στα ζητήματα αυτά εκδηλώνεται με φανατισμό απέναντι σε διαστάσεις ή όψεις μιας εθνικο-λαϊκής ιδιαιτερότητας. Πρόσφατες εκδηλώσεις αυτού του φονταμενταλισμού ήταν οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί αλλά και ο ελιτισμός που επέδειξε η κυβέρνηση απέναντι στο λαϊκό αίσθημα μιας μεγάλης μερίδας των Ελλήνων πολιτών που κινητοποιήθηκαν ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και η απόρριψη του δημοκρατικού αιτήματος για Δημοψήφισμα.

Η γραμμή της κυβερνώσας αριστεράς

Άλλη εκδήλωση ήταν οι θεωρητικές παραδοχές της πρότασης αναθεώρησης του Συντάγματος από πλευράς της κυβερνητικής πλειοψηφίας, όπως αυτές προκύπτουν στο άρθρο 3 περί του ουδετερόθρησκου ή μη χαρακτήρα του κράτους, αλλά και του επανορισμού της επικρατούσας θρησκείας, καθώς και του αρ. 21 περί της αποσυσχέτισης της οικογένειας ως θεμελίου και προαγωγής του έθνους, με την απαλοιφή από τη συγκεκριμένη διάταξη του έθνους.

Φαίνεται τελικά ότι η κυβερνώσα αριστερά υπερβαίνει τις δύο αντιπαραθετικές προσλήψεις του εθνικού φαινομένου όπως διαμορφώθηκαν στη συζήτηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας των αρχών του 20ου αιώνα, δηλαδή τόσο ως αντικειμενικό φαινόμενο-θεώρηση (Ι. Στάλιν, Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, 1913), όσο και ως πολιτισμική κατηγορία (Ο.Μπάουερ, Η σοσιαλδημοκρατία και το εθνικό ζήτημα, 1907).

Η γραμμή της ομοιογένειας, της υπεριμπεριαλιστικής ομογενοποίησης που συντρίβει τις εθνικο-κοινωνικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες όχι μόνον υποβαθμίζονται, αλλά απαλείφονται. Αυτή φαίνεται να είναι η επικρατούσα τάση στη διαδικασία της καπιταλιστικής ενοποίησης. Στις συνθήκες αυτές ο μαζικός εορτασμός των εθνικών επετείων, ιδίως όταν αφορούν ενάρξεις εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, όπως είναι η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου, που υπογραμμίζουν το στοιχείο της ιδιαιτερότητας, της απόφασης του έθνους να επαναστατήσει απέναντι στον τύραννο ή να αποκρούσει τον εισβολέα, αποτελούν πρακτικές ιδεολογικο-πολιτικής και πολιτισμικής αντίστασης ενός λαού.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.