Τι κρύβουν οι κυβερνητικές μεθοδεύσεις για τους «οκτώ»

4

του Ιωάννη Σαριδάκη*  – 

Κανένα, μα απολύτως κανένα, έρεισμα δεν προκύπτει ότι έχει η (νομότυπη κατά τα λοιπά, αλλά κατά τα φαινόμενα χωρίς προηγούμενο) «αίτηση ακύρωσης» κατά της τεκμηριωμένης απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών για την χορήγηση ασύλου στους «οκτώ» Τούρκους αξιωματικούς εκ μέρους της κυβέρνησης. Σε έναν ρητορικό συλλογισμό, ωστόσο, ας προσπαθήσουμε να εικάσουμε κάποιες θετικές «παραδοχές» ή «στοχεύσεις» που ίσως έγιναν πίσω από τους τοίχους του Μαξίμου, πριν από την εσπευσμένη αντίδρασή του.

Ας εικάσουμε, λοιπόν, πως όλο αυτό είναι ένας πολιτικός τακτικισμός έναντι της Τουρκίας, με σκοπό η κυβέρνηση να κερδίσει κάποιον χρόνο και να επιδιώξει κάποιο άλλο όφελος, σε άλλο πεδίο. Ας εικάσουμε, ακόμη, ότι έχει ήδη έτοιμο το τελικό επιχείρημα: «εξαντλήσαμε κάθε δυνατό μέσο, επιδείξαμε όλη την καλή πολιτική διάθεση, αλλά η ανεξάρτητη ελληνική Δικαιοσύνη έτσι αποφάσισε». Με άλλα λόγια, ας υποθέσουμε ότι στο Μαξίμου προσφεύγουν κατά της απόφασης, συνειδητώς και εν γνώσει τους ότι η αίτηση ακύρωσης δεν θα έχει καμία τύχη.

Δεν γνωρίζω ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να την κρίνει, αλλά θα ήταν τουλάχιστον ακραίο το δικαστήριο αυτό να αποφασίσει αντίθετα στο σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου, του περασμένου Ιανουαρίου: «η πιθανότητα ακυρώσεως ή περιστολής του πλαισίου δικαιωμάτων όλων των εκζητουμένων, ανεξαρτήτως του βαθμού ενοχής ή βαρύτητας των αδικημάτων, δεν επιτρέπει την εφαρμογή διατάξεων που ρυθμίζουν την έκδοσή τους, αφού αυτές υποχωρούν έναντι των υπέρτερης σημασίας κανόνων που προστατεύουν τα δικαιώματα του ανθρώπου».

«Παραδεκτή», ίσως, και πάντοτε στο πλαίσιο ενός υποθετικώς υψηλού στρατηγικού σχεδιασμού, θα ήταν και η δημόσια αποσιώπηση των προσδοκώμενων οφελών από μια τέτοια ενέργεια. Με άλλα λόγια, στο πολύ εμπνευσμένο αυτό υποθετικό σενάριο, η ομάδα του Μαξίμου αναλαμβάνει a priori το πολιτικό κόστος μιας πολύ δύσκολης απόφασης, εν όψει άμεσου και συγκεκριμένου άλλου οφέλους.

Έστω και «εργαλειοποιώντας» προσωρινά τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς και τα αναγνωρισμένα ήδη δικαστικώς (από τον Άρειο Πάγο) δικαιώματά τους. Ποιο είναι, όμως, αυτό το (υποθετικό) όφελος; Κι αν αυτό δεν είναι αντικείμενο προς δημοσιοποίηση, γιατί δεν ενημερώνονται οι πολιτικοί αρχηγοί, σε συμβούλιο υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Από πού αντλεί η κυβέρνηση το δικαίωμα να διασύρει την χώρα διεθνώς; Έχει -και πώς;- σταθμίσει την επίπτωση που θα έχει η δημόσια χλεύη σε βάρος του κύρους της χώρας;

Αμφιβάλλει κανείς ότι η χλεύη, και θα υπάρξει, και θα είναι ηχηρή, σε όλη την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, παρά τις γνωστές ολιγωρίες των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έναντι του ισλαμοφασίστα Ερντογάν; Και, τέλος, εάν πρόκειται για μια τόσο λεπτή απόφαση, ποια είναι η επικοινωνιακή διαχείρισή της; Η ολιγόλογη διατύπωση περί πολιτικής «συνέπειας»(sic) και η «διαβεβαίωση» του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι η δευτεροβάθμια Αρχή Προσφυγών αποτελεί διοικητική αρχή, ό,τι κι αν είναι, οπωσδήποτε δεν είναι επικοινωνιακά αποτελεσματική.

Ποιο το σκεπτικό του Μαξίμου

Παρεμπιπτόντως, πέραν της θολής ανακοίνωσής του, η κυβέρνηση δεν μας είπε ακόμη λέξη για το νομικό σκεπτικό της αίτησης ακύρωσης. Μας είπε, όμως, (μέσω δηλώσεως «ανώτατης κυβερνητικής πηγής») ότι για τους «οκτώ» υπάρχουν «υπόνοιες» περί συμμετοχής τους σε απόπειρα πραξικοπήματος. Ανυπομονώ να δω πώς θα στοιχειοθετήσουν τις «υπόνοιες» και με ποια φραστικά τερτίπια θα προσπαθήσουν να ανατρέψουν το δεδικασμένο του Αρείου Πάγου!

Άκουσα και τούτο, από έναν καλό συνάδελφο, γι’ αυτό και το παραθέτω εδώ: Πως, αν η κυβέρνηση δεχθεί επισήμως ότι η Τουρκία είναι μια μη ασφαλής χώρα, υπό την έννοια ότι καταπατά τα δικαιώματα των πολιτών της στο έδαφός της, τότε ο Ερντογάν θα μας στείλει ορδές μεταναστών, τους οποίους δεν θα μπορούμε να επαναπροωθήσουμε στην «μη ασφαλή» Τουρκία. Κατά συνέπεια, καλόν είναι η κυβέρνηση να κάνει τα αδύνατα δυνατά, ώστε να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο.Δεν αποκλείεται, στο βάθος αυτής της «προσέγγισης», να υπήρξε και αυτό το σενάριο.

Στην υποθετική αυτή περίπτωση, όμως, πάλι η «πολιτική» της κυβέρνησης είναι υποτελής, κοντόφθαλμη και ανερμάτιστη: άλλο πράγμα η παραδοχή πως οι υποτιθέμενοι πραξικοπηματίες, Τούρκοι πολίτες, διώκονται για τα πολιτικά τους φρονήματα και δεν θα τύχουν δίκαιης δίκης στην πατρίδα τους, κι άλλο πράγμα η υπόθεση πως αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι εκτείνεται και σε πολίτες τρίτων χωρών που ζητούν καταφύγιο στην Τουρκία για να ξεφύγουν από τα δεινά του πολέμου.

Στο κάτω-κάτω της γραφής, εάν θέλουμε να λεγόμαστε σοβαρό και ισχυρό κράτος, πολλώ δε μάλλον σύγχρονο κράτος δικαίου, ας διαχωρίσουμε το μεν από το δε, ασκώντας κυριαρχική πολιτική κατά την δική μας και κατά την κοινή ερμηνεία του διεθνούς δικαίου – εν προκειμένω της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας του 2016. Οπωσδήποτε, εν όψει ενός τέτοιου ενδεχομένου, έχουμε και το επιστημονικό δυναμικό να στηρίξει νομικά έναν τέτοιο διαχωρισμό και την αντίστοιχη διοικητική πρακτική, αλλά (υποτίθεται) και υπόσταση και λόγο στα διεθνή fora για την πολιτική στήριξή του.

Η Ευρώπη εθελοτυφλεί

Στο αντεπιχείρημα, που επίσης άκουσα από τον ίδιο συνάδελφο, πως η Ευρώπη εθελοτυφλεί μπροστά στις διώξεις δεκάδων χιλιάδων αντιφρονούντων στην Τουρκία, δεδομένων των οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών κρατών, η απάντηση είναι η εξής: Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη (τουλάχιστον ο κύκλος των διανοουμένων, εντός κι εκτός εισαγωγικών) θεωρεί τον Ερντογάν τριτοκοσμικό δικτάτορα, έστω κι αν παραμένει ακόμη αμήχανη μπροστά στους τακτικισμούς των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έναντί του.

Και η Ελλάδα θα είχε μόνον να κερδίσει, και στην κοινή γνώμη, και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της Ευρώπης εάν στήριζε και προέβαλε uribi et orbi αυτή τη θέση. Τι κάνει η «προοδευτική» μας κυβέρνηση που κατά τα άλλα «σέβεται τις διεθνείς συνθήκες και προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα»; Με ποιους ακριβώς συντάσσεται; Με την «συντηρητική Ευρώπη» των «επιχειρηματικών συμφερόντων», την οποία κατά τα άλλα ο Τσίπρας στηλιτεύει εκ του ασφαλούς, στις ανελλήνιστες συνεντεύξεις του, ή με την «Ευρώπη των λαών και του ευρωπαϊκού ουμανισμού»; Με ποιους είναι; Μου θυμίζει το καβαφικό: «Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής στην Aλεξάνδρεια• επί βασιλείας αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίουεν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων)».

Σε τελευταία ανάλυση, ακόμα και τελείως κυνικά να αντιμετώπιζε κανείς το ζήτημα της προστασίας των «οκτώ», από πουθενά δεν προκύπτει ότι οι παραπάνω εικασίες/παραδοχές κατατείνουν σε κάποιο θετικό για την χώρα αποτέλεσμα. Δεν είναι το αντικείμενό μου η διεθνοπολιτική ανάλυση και ειλικρινά, θα χαιρόμουν πολύ να διάβαζα κάπου κάποια σοβαρά αντεπιχειρήματα στα όσα γράφω (και που δεν είναι μόνον δικές μου σκέψεις…).

Η αντιπολίτευση ρητορεύει

Παρεμπιπτόντως, το ερώτημα της αντιπολίτευσης «πού είναι το Υπουργείο Εξωτερικών σε όλο αυτό;», είναι μάλλον ρητορικό. Σε τελευταία ανάλυση, τα πράγματα φαίνεται ότι είναι πολύ απλά. Μας τα είπε ο σουλτάνος κατά την πρόσφατη επίσκεψή του (κι ας κάναμε πως δεν τα ακούσαμε): η ομάδα του Μαξίμου έχει τη δική της, στενά σπεκουλαδόρικη, στόχευση και έχει υποσχεθεί στον σουλτάνο την έκδοση των «οκτώ», από την πρώτη στιγμή. Εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, δεν είχαν τα αντανακλαστικά που επιδεικνύουν σήμερα, δηλαδή να τους φορέσουν κουκούλες και να τους στείλουν με βάρκα απέναντι.

Δεν είναι πιστευτό, καν, ότι έχουν κάποια μυστική ατζέντα με τον Ερντογάν. Πρόκειται, απλώς, για πολιτικούς που φοβούνται για την καρέκλα τους. Βρυχάται το θηρίο, κι αυτοί βάζουν το κεφάλι μέσα στην άμμο (των επισήμων ανακοινώσεων και των non papers), μην τυχόν και το θηρίο αποφασίσει να ορμήσει. Προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο, για να χειριστούν το θέμα οι επόμενοι, όταν θα τελεσιδικήσει η απόφαση της Δικαιοσύνης. Καταπατούν κι ευτελίζουν θεσμούς, αξίες, ανθρώπινα δικαιώματα.


*Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων
Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.