Τι λέει η Τουρκία για Αιγαίο, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο
20/01/2026
Με αυξανόμενη ένταση και σε πολλαπλά επίπεδα, από πρώην διπλωμάτες έως φιλοκυβερνητικούς σχολιαστές και μέσα ενημέρωσης, η Τουρκία εκπέμπει το τελευταίο διάστημα εκφράζει την παρακάτω θέση: το status quo στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο θεωρείται από την Άγκυρα ότι βρίσκεται σε φάση αναδιαμόρφωσης, όχι μέσω μιας μετωπικής σύγκρουσης, αλλά μέσω μιας μακρόχρονης διαδικασίας «σιωπηλών» τετελεσμένων.
Στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η άποψη ότι οι γεωπολιτικές ισορροπίες δεν αλλάζουν πλέον με πολέμους ή νομικές τομές, αλλά με τον χρόνο, τη συσσώρευση πρακτικών και την ανοχή της διεθνούς κοινότητας. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο πρώην Τούρκος διπλωμάτης Mehmet Öğütçü, πρόεδρος σήμερα του London Energy Club, «ο νόμος δεν δοκιμάζεται από τα κείμενα, αλλά από τις πρακτικές». Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, οι επαναλαμβανόμενες πρακτικές δημιουργούν συνήθειες, οι συνήθειες εδραιώνουν αντιλήψεις νομιμότητας και, τελικά, το de facto μετατρέπεται σε de jure.
Η κατηγορία περί «σαλαμοποίησης»
Στο επίκεντρο της τουρκικής κριτικής βρίσκεται η Ελλάδα, η οποία κατηγορείται ότι εφαρμόζει μια στρατηγική «σαλαμοποίησης» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά την Τουρκία, πρωτοβουλίες όπως τα θαλάσσια πάρκα, οι περιβαλλοντικές ζώνες προστασίας, οι επιστημονικοί ή διοικητικοί κανονισμοί και οι συζητήσεις περί επέκτασης των χωρικών υδάτων παρουσιάζονται ως τεχνικά ή περιβαλλοντικά ζητήματα, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούν σωρευτικά ως μηχανισμοί δημιουργίας νέων τετελεσμένων.
Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι τέτοιες κινήσεις, ακόμη κι αν δεν αλλάζουν άμεσα το νομικό καθεστώς, δημιουργούν με την πάροδο του χρόνου μια νέα «κανονικότητα», η οποία γίνεται αποδεκτή διεθνώς. Σε αυτό το πλαίσιο, απορρίπτεται η άποψη ότι μονομερείς ρυθμίσεις 6 ή 12 ναυτικών μιλίων σε μια ημίκλειστη θάλασσα όπως το Αιγαίο μπορούν να παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα χωρίς αμοιβαία συμφωνία.
Ενιαίο μέτωπο Αιγαίου– Κύπρου–Ανατολικής Μεσογείου
Ένα ακόμη βασικό στοιχείο του τουρκικού αφηγήματος είναι ότι δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται το Αιγαίο, η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος ως ξεχωριστά ζητήματα. Αντίθετα, παρουσιάζονται ως ένα ενιαίο στρατηγικό μέτωπο, στο οποίο –κατά την τουρκική οπτική– εξελίσσεται μια συντονισμένη προσπάθεια περιορισμού του στρατηγικού βάθους της Τουρκίας προς τις θάλασσες.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται, σύμφωνα με τουρκικές αναλύσεις, η άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων προς την Κυπριακή Δημοκρατία, η ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων Κύπρου–Ισραήλ, η αυξημένη στρατιωτική παρουσία της Γαλλίας στην περιοχή και οι τριμερείς και πολυμερείς ενεργειακές συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά, κατά την Άγκυρα, συνθέτουν μια σταδιακή αλλά συστηματική αναδιάταξη της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας εις βάρος της Τουρκίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται από τουρκικής πλευράς στο ζήτημα της Συνθήκης της Λωζάνης. Παρότι ορισμένες εσωτερικές φωνές στην Τουρκία αμφισβητούν ανοιχτά τη συνθήκη, πιο θεσμικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι τέτοιες τοποθετήσεις αποδυναμώνουν τη νομική βάση της χώρας στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, όμως, υποστηρίζουν ότι εάν –κατά την άποψή τους– υπονομεύεται στην πράξη το καθεστώς που θεμελιώνεται στη Λωζάνη και στις συμπληρωματικές συνθήκες των Παρισίων, τότε μπορεί να τεθεί εκ νέου στο τραπέζι και το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών. Η θέση αυτή παρουσιάζεται όχι ως απειλή, αλλά ως «ζήτημα ισορροπίας», με τη ρητή επισήμανση ότι η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων δεν μπορεί να γίνει ανεκτή στο διεθνές σύστημα.
Παράλληλα με τις θεσμικές αναλύσεις, στα τουρκικά φιλοκυβερνητικά μέσα και στα κοινωνικά δίκτυα κυριαρχεί ένας πολύ πιο επιθετικός λόγος. Σχολιαστές συνδέουν ανοιχτά την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία με το Ισραήλ, παρουσιάζοντας ένα υποτιθέμενο «μέτωπο» που, κατά την άποψή τους, επιχειρεί να περικυκλώσει την Τουρκία στη Μεσόγειο.
Σε αυτό το αφήγημα, η Ελλάδα εμφανίζεται να παίζει ρόλο αντίστοιχο με εκείνον οργανώσεων όπως το YPG στη Συρία, με σχολιαστές να προειδοποιούν ότι όσοι «ευθυγραμμίζονται με το Ισραήλ» θα πληρώσουν βαρύ τίμημα. Οι αναφορές σε «νύχτες ξαφνικά», σε αλλαγή κυριαρχίας νησιών και σε στρατιωτική υπεροχή της Τουρκίας εντάσσονται σε μια ρητορική ψυχολογικής πίεσης και αποτροπής.
Τα 12 μίλια και το Καστελόριζο
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται στην Τουρκία για τις ελληνικές δηλώσεις περί επέκτασης των χωρικών υδάτων, με σχολιαστές να συνδέουν χρονικά τις σχετικές τοποθετήσεις της ελληνικής κυβέρνησης με κινήσεις του τουρκικού ναυτικού στο πλαίσιο αποστολών του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, το Καστελόριζο αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά ως «κόκκινη γραμμή», με ισχυρισμούς –ανεπιβεβαίωτους– περί ισραηλινών προτάσεων για κοινή χρήση του νησιού.
Η τουρκική πλευρά εμφανίζεται, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής, να επιλέγει τη σιωπή και την αναμονή, υπογραμμίζοντας όμως ότι οι εξελίξεις «παρακολουθούνται στενά» και ότι οι κινήσεις της Άγκυρας θα γίνουν «την κατάλληλη στιγμή».
Το κοινό νήμα που διαπερνά όλες αυτές τις τοποθετήσεις είναι η αντίληψη ότι ο χρόνος αποτελεί το βασικό εργαλείο ισχύος. Όπως επαναλαμβάνεται σε διαφορετικές εκδοχές, «ο χρόνος δημιουργεί de facto καταστάσεις, μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα και αναδιαμορφώνει την αντίληψη». Στη συγκεκριμένη ανάγνωση, η γεωπολιτική στην περιοχή δεν εξελίσσεται με αιφνίδιες συγκρούσεις, αλλά με υπομονή, επιμονή και σταδιακή μετατόπιση ορίων.
Αυτό είναι, συνοπτικά αλλά καθαρά, το μήνυμα που εκπέμπει σήμερα η Τουρκία για το Αιγαίο, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο: μια προειδοποίηση ότι θεωρεί το παιχνίδι σε εξέλιξη – και τον χρόνο κρίσιμο σύμμαχο.
Η συζήτηση μετά τις δηλώσεις Γεραπετρίτη
Η πρόσφατη συζήτηση στην Τουρκία γύρω από τις δηλώσεις του Έλληνα ΥΠΕΞ Γιώργου Γεραπετρίτη για μελλοντική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο και τη δημιουργία νέου θαλάσσιου πάρκου σηματοδοτεί ποιοτική κλιμάκωση του τουρκικού δημόσιου λόγου. Δεν πρόκειται απλώς για επανάληψη πάγιων θέσεων, αλλά για ευρεία ενεργοποίηση σχεδόν ολόκληρου του φάσματος των τουρκικών ΜΜΕ – από αντιπολιτευόμενα και εθνικιστικά έως φιλοκυβερνητικά και αγγλόγλωσσα – καθώς και στρατιωτικών αναλυτών, απόστρατων αξιωματικών και πολιτικών σχολιαστών.
Κεντρικό νέο στοιχείο αποτελεί η ανοιχτή πλέον κριτική προς την ίδια την Άγκυρα για τη λεγόμενη «στρατηγική σιωπή». Μετριοπαθείς αναλυτές, όπως ο Mehmet Öğütçü και ο Murat Yetkin, προειδοποιούν ότι η παρατεταμένη απουσία αντίδρασης δημιουργεί «κενό ισχύος» στο Αιγαίο, το οποίο –κατά την τουρκική ανάγνωση– αξιοποιεί η Αθήνα για να διαμορφώσει σταδιακά νέες de facto καταστάσεις. Η σιωπή, τονίζουν, δεν μειώνει τον κίνδυνο, αλλά αυξάνει την πιθανότητα λανθασμένων υπολογισμών.
Παράλληλα, το casus belli του 1995 επανέρχεται στο προσκήνιο όχι απλώς ως ιστορική αναφορά, αλλά ως ενεργό και αδιαπραγμάτευτο δόγμα αποτροπής. Τουρκικά δημοσιεύματα και άρθρα υπογραμμίζουν ότι η απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης δεν πρόκειται να αρθεί και ότι συνιστά το βασικό ανάχωμα για να μην «μετατραπεί το Αιγαίο σε ελληνική λίμνη». Αξιοσημείωτο είναι ότι στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται πλέον όχι μόνο τα 12 ναυτικά μίλια, αλλά και τα θαλάσσια πάρκα, οι ελληνικοί εξοπλισμοί και οι πρόσφατες δηλώσεις στη Βουλή.
Νέα διάσταση προσδίδει και η σύνδεση του Αιγαίου με ευρύτερα σενάρια ασφάλειας. Αναλυτές και απόστρατοι αξιωματικοί μιλούν ανοιχτά για ενδεχόμενη μελλοντική σύγκρουση με επίκεντρο την Κύπρο, αλλά και για πιθανές χερσαίες απειλές από την Αλεξανδρούπολη ή τη Θράκη, εντάσσοντας τις ελληνοτουρκικές εντάσεις σε ένα ευρύτερο γεωστρατηγικό τόξο.
Τέλος, η παραλαβή της φρεγάτας Belharra από την Ελλάδα και οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ παρουσιάζονται ως παράγοντες που ενθαρρύνουν –κατά την τουρκική αφήγηση– την ελληνική αυτοπεποίθηση και επιτείνουν την ανάγκη για «αξιόπιστη αποτροπή». Το συνολικό μήνυμα που αναδύεται είναι σαφές: το θέμα ανεβαίνει επίπεδο στην τουρκική ατζέντα και η πίεση προς την Άγκυρα για πιο ενεργή στάση εντείνεται.





