Το Μακεδονικό και η τουρκική απειλή

Θοδωρής Καρναβάς
5

του Θοδωρή Καρναβά  – 

Ξαφνικά είδαμε την ελληνική κυβέρνηση να εμφανίζεται επισπεύδουσα όσον αφορά τη «λύση» του Μακεδονικού. Επίσημη δικαιολογία είναι ότι το πρόβλημα αυτό δεν είναι σοβαρό και πρέπει επιτέλους να διευθετηθεί άμεσα, επειδή κοστίζει στην Ελλάδα η επί δεκαετίες εκκρεμότητα. Είναι όμως έτσι; Ποια η σημασία μιας διευθέτησης με ελληνική υποχώρηση και δικαίωση της σκοπιανής αδιανόητης προπαγάνδας;

Λέγεται ότι το γειτονικό μας κράτος, ένα κράτος μικρό, αδύναμο, ετερογενές, δεν συνιστά ρεαλιστική απειλή για την Ελλάδα. Συνεπώς, δεν θα ήταν κόστος για την Ελλάδα να υποχωρήσει. Όμως, το μικρό μέγεθος και η αδυναμία των Σκοπίων θα ήταν λόγος υποχώρησης από τη δική τους μεριά και όχι από τη μεριά της Ελλάδας. Και είναι τουλάχιστον ειρωνεία ότι αυτά τα ισχυρίζονται κυρίως αυτοί που στα ελληνοτουρκικά υποστηρίζουν την ενδοτικότητα, διότι «η Τουρκία είναι ισχυρή». Και επιπλέον, κανένα κράτος δεν μπορεί να πολιτεύεται στις διεθνείς του σχέσεις με γνώμονα απλά τον εφήμερο συσχετισμό δυνάμεων.

Τι θα μπορούσε να συμβεί άραγε, αν η επιχειρούμενη περιφερειοποίηση της Ελλάδας στο πλαίσιο της ΕΕ και αλλοίωση της δημογραφικής της σύνθεσης με τα μεταναστευτικά κύματα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα ολόκληρες περιφέρειες της χώρας σε φυγόκεντρες τάσεις από τον εθνικό κορμό; Και αν, εν τω μεταξύ, η «μακεδονική» προπαγάνδα αφεθεί να υποσκάψει για χρόνια το ελληνικό εθνικό φρόνημα των βόρειων περιφερειών;

Ακόμα, είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ότι τα Σκόπια είναι πολύ πιθανό να μην επιβιώσουν ως κράτος. Αν ο «Μακεδονισμός» επιβιώσει χάριν της δικής μας ενδοτικότητας, τότε σε περίπτωση διαμελισμού του κράτους μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας, η «μακεδονική» ταυτότητα θα περιέλθει ως εργαλείο στη διάθεση της Βουλγαρίας. Στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με την κληρονόμο του «Μακεδονισμού», ένα κράτος πιο μεγάλο και ισχυρό, με ιστορικές βλέψεις στο Αιγαίο.

Εθνική ήττα

Επιπρόσθετα, μια υποχώρηση της Ελλάδας στο ζήτημα αυτό απέναντι σε ένα εμφανώς πιο αδύναμο κράτος, θα δώσει το σύνθημα ότι η Ελλάδα είναι ευάλωτη σε οποιαδήποτε πίεση. Θα αποδυναμώσει τη διεθνή της θέση, από τη στιγμή που δε θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί θεμελιώδη δικαιώματά της. Και αυτό θα ανοίξει, παρά θα κλείσει, την όρεξη επίδοξων επεκτατικών γειτόνων.

Υπάρχει και η άποψη ότι η Ελλάδα οφείλει να κλείσει άμεσα, έστω και με κόστος, το ζήτημα αυτό, προκειμένου να επικεντρωθεί στην εξ ανατολών απειλή. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει. Για να επικεντρωθεί η Ελλάδα στην εξ ανατολών απειλή, οφείλει να σβήσει όποια άλλη εστία διεκδίκησης εναντίον της. Με την υποχώρησή της, η Ελλάδα δεν σβήνει την εστία του φαντασιακού «μακεδονικού» αλυτρωτισμού, αλλά επικυρώνει την αναζωπύρωσή της.

Τέλος, αποδοχή της εξωφρενικής προπαγάνδας των Σκοπίων δεν σημαίνει απλά μια υπογραφή εκ μέρους μας. Σημαίνει σε βάθος χρόνου την ανοχή όλου του πλέγματος των δράσεων που στηρίζουν το σφετερισμό της ιστορίας μας. Σημαίνει, μεταξύ άλλων, την ανοχή εκδηλώσεων «μακεδονικού» πολιτισμού και αλυτρωτισμού. Σημαίνει τελικά τον εθνικό και πολιτισμικό μας αυτοακρωτηριασμό. Οι συνέπειες μιας ελληνικής υποχώρησης απέναντι στην πολιτική των Σκοπίων επιφέρει μακροπρόθεσμα πολύ σοβαρές συνέπειες. Δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για το μέλλον.

Η Ελλάδα δεν αντέδρασε στην πολιτική Τίτο περί «μακεδονικού» έθνους επί 45 χρόνια και αυτό μας έφερε μπροστά στο κράτος των Σκοπίων το 1990. Ο λόγος ήταν μάλλον ότι δεν έπρεπε να ενοχληθεί ο Τίτο, σύμμαχος της Δύσης εναντίον των Σοβιετικών. Έπειτα, η Ελλάδα δεν αντέδρασε απέναντι στην 25ετή προπαγάνδα του κράτους των Σκοπίων και αυτό μας έφερε εδώ σήμερα. Ο λόγος ήταν μάλλον ότι δεν ήθελε η πολιτική ελίτ μας να ενοχλήσει τους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς. Αν η Ελλάδα δεν αντιδράσει αποτελεσματικά τώρα, θα έχει επαναλάβει το ίδιο σφάλμα. Κι αργότερα οι συνέπειες θα είναι πιθανά μη αντιστρεπτές.