Από το σκότος στο φως κι από το χάος στην τάξη
24/08/2026
H συζήτηση για το σύγχρονο κόσμο καθίσταται κυρίαρχη, καθότι σήμερα όλα τα στοιχεία συγκλίνουν πως αναδύεται μια μορφή ενός χάους παγκόσμιας διάστασης. Όμως τι είναι κόσμος; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί την ανθρώπινη σκέψη αρχήθεν. Είναι η οδός, η δίοδος στην τάξη της φύσης, της ζωής και των όντων;
Το πρόβλημα της φιλοσοφίας ως σκέψη και στάση ζωής, ήταν, είναι και θα παραμείνει σημαντικό για τον άνθρωπο τόσο ως άτομο, όσο και ως συλλογική οντότητα. Με την εργασία αυτή τίθεται εισαγωγικά κυρίως το ζήτημα του κόσμου και της τάξεως, ως πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου, το οποίο αφορά κυρίως το χώρο, το χρόνο και την κατάσταση*. Οι προβληματισμοί μας στην μελέτη αυτή, έχουν ως σκοπό να δημιουργήσουν πεδίο φιλοσοφικού διαλογισμού, ως “συνέχεια της ασυνέχειας της ανθρώπινης σκέψης”, μια πορεία από το σκότος προς το φως!
Η πλούσια μυθολογική διάπλαση, η κυριαρχία του μύθου, η κοσμογονία, οφείλεται στο ερώτημα τι είναι κόσμος ώσπου, ο κυρίαρχος λόγος θα αποδώσει την κατά νόον υψίστη σκέψη δια του φιλοσοφικού λόγου, τον κατά τον λόγο κόσμο. Σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή κόσμος είναι ο λόγος που αποτελεί την ενότητα των διηρεμένων υπό του νείκους και των συγκλινόντων από τη φιλότητα.
Κατά τούτο δεν μπορεί να είναι άλλο από την διμορφούμενη κατάσταση στη φύση: «[…]υπό του νείκους και της φιλότητος» . Σύμφωνα με τις θέσεις του Ηράκλείτου, τον κόσμο “… ούτε τις Θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν αλλ ην αεί έσται πύρ”, ενώ κατά τον Δημόκριτο στον κόσμο κυριαρχεί η μοίρα, ο λόγος δηλαδή που θέτει αυτό εδώ και εκείνο εκεί, κατά τη δυναμική του να είναι έτσι κι’ όχι αλλιώς. Θεωρώ ότι, στο Δημόκριτο, περισσότερο παρουσιάζεται η μοίρα ως αιτιοκρατική δύναμη, και όχι με την μοιρολατρική έννοια.
Στη λογική των ανωτέρω θα μπορούσε να καταλήξουμε στην άποψη ότι το πεδίο του κόσμου αποτελούν το είναι και το γίγνεσθαι μέχρι που, τη διαμόρφωση μιας κατάστασης θα διαδεχτεί μια άλλη υπό τη δυναμική και των δικών της νέων στοιχείων που την απαρτίζουν και τα οποία ταυτόχρονα προσδιορίζουν την επόμενη φάση και φύση αυτής.
Τι είναι κόσμος; Παράσταση του κόσμου
Η κυριαρχία επομένως του λόγου αυτού, θέτει τον ίδιο τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου και κατά τούτο ο φιλοσοφικός λόγος καθίσταται λόγος ανθρωποκεντρικός, ήτοι λόγος τραγικός, λόγος στον οποίο αναζητείται ο κόσμος του όντος και της κοινωνίας. Ένας λόγος δια του οποίου ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα πράγματα και προσδίδει νόημα σ’ αυτά, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος. Η πορεία επομένως από το χάος στην τάξη και από το σκότος στο φως διαμορφώνει για τον άνθρωπο τον τραγικό λόγο του τι αληθές και τι ψευδές, μια πορεία ανάμεσα στο είναι και το αντίθετο του, ως μη είναι.
Η παράσταση του κόσμου αυτή, στον Γοργία, λαμβάνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε μια τροχιά ανάμεσα στο τι είναι κόσμος και τι το αντίθετό του, ως ακοσμία. Στο Γοργία το εκπληκτικό στοιχείο είναι ότι ενώ προσδιορίζει τον κόσμο ως σύνθεση πολλών στοιχείων που του προσδίδουν μορφή, τα αντίθετα στοιχεία συλλήβδην τα ορίζει ως “ακοσμία”. Κατά την άποψή μας θα μπορούσαν να ταυτίζονται με την έννοια του χάους, όπου η τάξη είναι η αναγκαιότητά του και ο κόσμος η έκφραση αυτής της τάξης. Έτσι εάν το χάος συνδυασθεί με το σκότος τότε ο κόσμος δεν μπορεί παρά να είναι το φως, η θέα αυτής της τάξης και τα στοιχεία του κόσμου η αλήθεια τού ίδιου του κόσμου και το αντίθετο αυτού η ακοσμία ως το ψεύδος αυτού.
Στο κέντρο της φιλοσοφικής αναζήτησης περί τον κόσμο επομένως και δη της πόλεως, τίθεται το “ευ”, γιατί η ανδρεία δεν αρκεί, αφού το νόημα στον κόσμο της πόλης προσδίδεται με την ευανδρεία, ο απλός αγώνας δεν μπορεί να σηματοδοτήσει το νόημα του κόσμου παρά ο καλός αγώνας. Ούτε η απλή ζωή αρκεί, παρά ο ευδαίμων βίος. Ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνει την άποψη αυτή στον επιτάφιο όταν λεει “.. το ευδαίμον το ελεύθερον το δε ελεύθερον το εύψυχον..”, όπως και ο Πλάτων, ο οποίος επαγγέλλεται τον ευδαίμονα βίον.
Τα παραπάνω θα μπορούσε να αποτελούν και επιβεβαίωση της απόψεώς μας ότι, ο άνθρωπος στην πορεία του από το χάος προς την τάξη και από το σκότος προς το φως, ένα μόνο σύμμαχο έχει τον αέναο αγώνα του ανάμεσα στο τι αληθές και το τι ψευδές των όντων. Τούτο σε μια κατάσταση συνεχώς ευμετάβλητη και απροσδιόριστη προς εξασφάλιση της εαυτού και αλλήλων ευδαιμονίας, με τον μοναδικό τρόπο τη συνεύρεση και τη συζήτηση. Αυτή η συζήτηση δεν μπορεί πουθενά αλλού να λάβει χώρα παρά μόνο στο κοινόν. Εκεί δηλαδή που συναντάται το “τ’ αυτόν και έτερον” με παρουσία και παρρησία.
Εκεί ακριβώς μόνο μπορεί να αναδειχθεί του λόγου η τραγικότητα, παρουσιάζοντας παράλληλα και την τραγική διάσταση της περατότητάς του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο χώρος στον οποίο άνθισε η τραγωδία ως μορφή τέχνης είναι ο αιώνας της μεγάλης αναζήτησης, ο 5ος Αιών της Δημοκρατίας, αφού το τι αληθές και τι ψευδές είναι και του Δήμου αγωνία, η οποία στον πυρήνα της εμπεριέχει αυτή την τραγικότητα.
Η ελληνική εμπειρία της έννοιας του Κόσμου
Το ζητούμενο επομένως για τον κόσμο είναι η πόλις, πολιτεία, ο πολίτης. Η πολιτεία, κατ΄ άλλους η ιδανική πόλις και ο ρόλος του ανθρώπου ως ζώον πολιτικόν. Στην πόλη αυτή, ο πολίτης καθίσταται στο κέντρο της αναζήτησης του λόγου και η Αιδώς και η Δίκη αποτελεί το βάθρο των πόλεων, “… Αιδώ τε και δίκην ιν ειεν κόσμοι πόλεων κόσμοι τε και δεσμοί φιλίας συναγωγοί”.
Έτσι υπό την έννοια αυτή, μπορεί να θεωρηθεί η Αθήνα κεκοσμημένη πόλις, κέντρο των αυτόνομων Ελληνίδων πόλεων. Από τον κόσμο αυτόν της Πόλεως και του μορίου αυτής τον Πολίτη, διαβαίνουμε στην πόλη του κόσμου, την Κοσμόπολη, τον κόσμο της οικουμένης κατά την οποία: “Ανδρών επιφανών πάσα γη βατή, Ψυχής γαρ αγαθής Πατρίς ο ξύμπας κόσμος..” .
Η απεικόνιση, η κοινωνικά κατεστημένη εικόνα του κόσμου δεν είναι ο κόσμος, παρά η απόσταση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, ανάμεσα στη γνώμη και την αλήθεια που γίνεται ανυπέρβλητη και ξαναγεννιέται διαρκώς. Η απόσταση αυτή δεν έχει τις ρίζες μόνο μέσα στην ατομική υποκειμενικότητα, αλλά κυρίως μέσα στην συλλογική υποκειμενικότητα, όπου η γνώμη καθίσταται εναρκτήρια απόφαση που καθιστά την αλήθεια μέσα από την εμπειρία του σκοτεινού ερέβους, μεταμορφώνοντας το χάος, προσδιορίζοντας το είναι του, με τη θέσπιση αξιών και τον ορισμό της τάξης.
Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που η θεμελιώδης ελληνική εμπειρία αποτελεί παρουσίαση όχι του είναι και της νόησης, μάλλον, αλλά του αντιθέτου αυτών. Κατά τον πλέον ορθό τρόπο, τούτο τονίζει ο Αναξίμανδρος όταν λέει ότι, γιατί να υπάρχει “το τι” και μόνο, είναι αδικία, υπερβολή, βιαιότητα, επειδή με μόνο το γεγονός της ύπαρξης προσβάλλεται η τάξη του είναι, η οποία τελικώς κατ’ ουσίαν είναι επίσης, τάξη “του μη” – είναι . Άρα το είναι του κόσμου θεμελιώνεται μόνο μέσα από το “μη είναι” αυτού. Κατά τούτο η ιστορική εμπειρία μπορεί να αποτελέσει την έξοδό του ως μια πορεία ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, όχι όμως ως ιστορική αναγκαιότητα!.
Η δίοδος, ο δίαυλος του κόσμου
Και Σήμερα ο κόσμος οδηγείται στην Κοσμόπολη, όμως από την κρύπτη των ερωτημάτων:
- Ποιος κόσμος;
- Για ποιον κόσμο; με ποιον άνθρωπο, σε ποια πόλη.
- Πάν-Κόσμον το παγκόσμιον; χάος ή εν δυνάμει τάξις στον κόσμο αυτό;
- Ποια πόλις- πολιτεία και ποιος πολίτης;
- Των ανθρώπων τα άστεα θα έχουν Θεσμούς – τεθμούς η θα είμαστε αθέμιστες και ανέστιοι; και
- Τους θεσμούς, Ποιος θέτει και για ποιόν;, σε ποιόν τόπο;
Κατά τον Αριστοτέλη “…… ο άπολις δια φύσιν και ου δια τύχην ήτοι φαύλος εστίν, ή κρείττων ή άνθρωπος ώσπερ και ο υφ’ Ομήρου λοιδορηθείς “αφήτωρ αθέμιστος ανέστιος ..” . Αποκτά επομένως μεγάλη σημασία και πολύ μεγάλο νόημα ακόμα και σήμερα η θέση του Αριστοτέλη, κατά την οποία: “…πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον η τω μετέχειν κρίσεως και αρχής…” . Πολίτης δηλαδή δεν είναι άλλος παρά εκείνος που μετέχει κρίσεως (δίκης) και αρχής, διοίκησης.
Στον κόσμο αυτόν που διαμορφώνεται εμπροσθέν μας στον Παν – Κοσμον, στον Παγκόσμιο, εκ νέου τίθεται το πρόβλημα της συμπαντικής τάξης του κόσμου. Η πόλις τίθεται εκ νέου στο κέντρο της αναζήτησης με το ερώτημα ποία πόλις (πολιτεία), με ποίον πολίτη;. Η τάξη οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τη διαμόρφωση της αρχής του μοιράζεσθαι, της συμμετοχής στη διαμόρφωσή της, που άπτεται τόσο αισθημάτων, ευθυνών, υποχρεώσεων όσο και ελπίδων.
Μέσω αυτής γεννιέται η μοίρα στην ευτυχία ή στη δυστυχία της πόλεως, αφού τα μέλη της πόλεως και του κόσμου μοιράζονται τα καθήκοντα που επιβάλλει και τα προνόμια που παρέχει. Η Jacqueline de Romilly** αυτή την αρχή την ονόμασε “κατανομή” και όπως ορθά τόνισε, είναι στην ουσία συνεργασία, κοινότητα και φιλία αδελφότητα. Το μοιράζεσθαι, η κατανομή αφορά και υλικά αγαθά που σχετίζεται όχι μόνο με την αριθμητική ισότητα στον κόσμο αυτό, αλλά και τη γεωμετρική ισότητα.
Η απόδοση ίσου πράγματος στον καθένα “το προσήκον εκάστω αποδιδόναι”, αφορά την πρώτη, το μοιράζεσθαι και η δεύτερη, η “κατανομή”, δηλώνει την απόδοση περισσοτέρων πραγμάτων με βάση την ανάγκη και την αξία, καθότι το αναγκαία άνισο, πιστοποιεί το όντως ίσο.
Για τη συνοχή του κόσμου ιδιαίτερα στην εφαρμογή των ανωτέρω αρχών κυρίαρχος είναι ο ρόλος του κλήρου, στοιχείο εξαιρετικά κρίσιμο στην διαμόρφωση της εξουσίας του κόσμου. Αυτό το στοιχείο αποτελούσε το σκληρό πυρήνα της πόλεως των Αθηνών σε πάρα πολλούς θεσμούς της και εξασφάλιζε την ισορροπία στην κατανομή της εξουσίας, με τη συμμετοχή τους σ’ αυτή και τη συγκρότηση του κόσμου της πόλεως.
Ως συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης και έναυσμα για περαιτέρω συζήτηση τι θα μπορούσε να διατυπωθεί; Μόνο ένα ερώτημα: Σήμερα μπορεί να δομηθεί ξανά η πόλις, ως πόλις του κόσμου πλέον; και ποιός θα ήταν ο τρόπος λειτουργίας της έννοιας: “κοινόν”, στο οποίο “το τ’ αυτόν” θα καθίσταται ανήμπορο να ρευστοποιεί την αντικειμενική υπόσταση του ετέρου; ώστε, να συνεχίζει ο άνθρωπος την πορεία του από το σκότος προς το φως, θέτοντας τάξη στο χάος;
Αυτά είναι μερικά από τα αμείλικτα ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να δοθεί απάντηση, λόγω και έργω, ως αντίσταση στην ειμαρμένη και στη φθορά, στο πλαίσιο της τραγικής διάστασης της περατότητας μας.
*Κείμενα της μελέτης αυτής αποτέλεσαν μέρος της ομιλίας μου στο 5ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας της Διεθνούς Εταιρείας Οικουμενικού Διαλόγου, στην μεγάλη Αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών 19-23 Μαΐου 2003, με τον τίτλο: “Κόσμος , Παν – Κόσμον, Παγκόσμιον”. Ο συγγραφέας τότε ήταν Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΚΠΑ.
**Paris. Στην ανάλυσή της η Romilly εύστοχα δανείζεται το παράδειγμα των Διοσκούρων Κάστορα και Πολυδεύκη (Πινδάρου Νεμεονίκαι, 10ος) κατ’ αντίθεση των Ετεοκλή και Πολυνίκη για την κατάκτηση της εξουσίας, Ευριπίδη Φοίνισσες , στοιχ. 531, επ.





