Εικονική πραγματικότητα σε σκοτεινή εποχή

Κώστας Βεργόπουλος (1942-2017)
11

του Κώστα Βεργόπουλου  – 

H εποχή μας συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του παραλόγου σε βαθμό παροξυσμού. Εύλογη συνέπεια είναι να στερείται κάθε προοπτικής, να μην είναι διατηρήσιμη ούτε βιώσιμη μεσομακροπρόθεσμα. Με αβάστακτη ελαφρότητα παράγει, ενεργοποιεί και επισπεύδει όλους τους κινδύνους που θα μπορούσε να αποφεύγει. Παραμένει εκτεθειμένη σε αυτούς με τις αντιφάσεις που εκτρέφει και πολλαπλασιάζει, παραδίδεται στο απόλυτο έλλειμμα κάθε ορατότητος σε βάθος χρόνου.

Ενόσω η πραγματικότητα δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του νεοφιλελευθερισμού, που εγκαταστάθηκε ως άρχουσα και κυβερνώσα φιλοσοφία από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, χρησιμοποιήθηκε η ορολογία της «εικονικής» πραγματικότητος, προκειμένου να καλύπτεται η αδυναμία αντιστοίχησης των πραγμάτων με τις ιδέες. Αφού η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στη νεοφιλελεύθερη κατανόηση του κόσμου, εφευρέθηκε μια δεύτερη «πραγματικότητα», αυτό που επιπόλαια ονομάσθηκε «εικονική». Δηλαδή, αυτή προς την οποία η πραγματική προορίζεται δήθεν να συμμορφωθεί σε βάθος χρόνου.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η μοναδική αντίληψη στην ιστορία που δεν αποδέχεται να κρίνεται από τα αποτελέσματά του, επικαλούμενος ότι απαιτείται βάθος χρόνου για να κριθεί. Ωστόσο, μετά την μεγάλη κρίση και κατάρρευση των πληροφορικών αξιών του 1999-2000, τα αποτελέσματα δεν τείνουν διόλου να συμμορφώνονται με τις επαγγελίες της εικονικής πραγματικότητος. Αντίθετα, αποκλίνουν από αυτήν, διαψεύδοντάς την όλο και περισσότερο.

Χρειάσθηκε η στρατιωτική επιλογή του προέδρου Μπους για να κρατηθεί η οικονομία μετά την χρηματιστηριακή κρίση στο τέλος του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου. Ωστόσο, και αυτό το κράτημα αποδείχθηκε προσωρινό. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την επταετία. Το 2008  ξέσπασε η ακόμη μεγαλύτερη κρίση και συνεχίζεται αξεπέραστη μέχρι σήμερα.

Μετάβαση στην «μεταπραγματικότητα»

Η διαβεβαιούμενη «εικονική» πραγματικότητα, που βρισκόταν στο στόμα όλων κατά τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, έχει σήμερα εξαφανισθεί ακόμη και από τα πιο προπαγανδιστικά ιδεολογικά ραντάρ της εποχής μας. Αντ’ αυτής, ανέρχεται τον τελευταίο καιρό η έννοια της «μεταπραγματικότητος», με την αυτή, όμως, φιλοδοξία: την συγκάλυψη των πραγματικών γεγονότων, την απομάκρυνση από την σημερινή οδυνηρή και αβάστακτη πραγματικότητα.

Στη θέση της προβάλλεται και πάλι το υποθετικό και ιστορικά ατεκμηρίωτο δόγμα ότι «η ευημερία των πολλών προϋποθέτει την ευημερία των ολίγων». Φυσικά και αυτό περιορίζεται σε απλές διαβεβαιώσεις σχετικά με το απώτερο μέλλον, χωρίς να αποδέχεται καμία αξιολόγηση με βάση τα αποτελέσματά του στο παρόν

Όμως, με αυτό το δόγμα αντιστρέφεται ολόκληρη η προηγούμενη θεωρητική και πρακτική εμπειρία της ανθρωπότητος. Δεν υπάρχει Σχολή της Οικονομικής Θεωρίας που προτάσσει την ευημερία ορισμένων ατόμων, των επιχειρηματιών, ως προϋπόθεση εκείνης των υπόλοιπων πολιτών.

Ακόμη και ο Άνταμ Σμιθ, ιδρυτής της Πολιτικής Οικονομίας, όπως βέβαια και οι Δαβίδ Ρικάρντο και Τζων Στιούαρτ Μιλ, είχαν ξεκαθαρίσει ότι η ευημερία των επιχειρηματιών δεν προηγείται της κοινωνικής ευημερίας, αλλά αμφότερες συμβαδίζουν. Και μάλιστα κατά κανόνα η ζήτηση προηγείται της προσφοράς, αφού η προσφορά αναπτύσσεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι προϋπάρχει η ζήτηση.

Οι επαγγελίες του νεοφιλελευθερισμού

Στην οικονομική ιστορία, οι επιχειρήσεις ιδρύονται με στόχο την κατάκτηση αγορών που ήδη προϋπάρχουν. Δεν συνηθίζουν να ιδρύονται με στόχο την κατάκτηση των αγορών που δεν προϋπάρχουν. Επιχειρηματίες που ξεκινούν την επιχείρησή τους βασιζόμενοι στην ζήτηση που οι ίδιοι θα δημιουργήσουν εκ των υστέρων υπάρχουν μόνον στην φαντασία. Εξάλλου, από την ζήτηση που κάθε επιχείρηση δημιουργεί μέσω της διανομής μισθών και εισοδημάτων στους εργαζόμενούς της, δεν επωφελείται ποτέ κατ’ αποκλειστικότητα η ίδια, αλλά ένας πλήθος άλλων επιχειρήσεων.

Υπάρχει κάτι το τελείως παράλογο και αντιιστορικό στις επαγγελίες της νεοφιλελεύθερης εποχής μας. Το μέγα πρόβλημα της εποχής μας είναι η επιθετική συσσώρευση εισοδήματος και πλούτου που δεν προέρχεται από την αύξηση της παραγωγής, αλλά από την αρπαγή και την μεταφορά του πλούτου εις βάρος της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών και προς όφελος της μικρής μερίδας των κύκλων του μεγάλου χρήματος.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο αντιληπτό όταν συνειδητοποιηθεί ότι η αρπαγή και οι συστηματικές μεταβιβάσεις πλούτου λαμβάνουν χώρα σε συρρικνούμενο μακροοικονομικό πλαίσιο. Όπως σημειώνει ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς, η παγκόσμια οικονομία άγεται σήμερα με επιτάχυνση σε συνθήκες κατάρρευσης. Άμεση αιτία για αυτό είναι η ραγδαία πτώση και εξάντληση της παγκόσμιας ζήτησης, η οποία αποθαρρύνει νέες επενδύσεις και αύξηση της παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα.

Όμως, ο ίδιος διευκρινίζει, επίσης, ότι η κάμψη της παγκόσμιας ζήτησης δεν αποτελεί πρωτογενές φαινόμενο, αλλά προκύπτει από την όξυνση της ανισοκατανομής των εισοδημάτων. Όσο οι ανισότητες οξύνονται, όσο συσσωρεύεται ο πλούτος στην κορυφή της παγκόσμιας εισοδηματικής πυραμίδας, τόσο περισσότερο κάμπτεται η ροπή προς κατανάλωση στις οικονομίες και επαυξάνεται αντίστοιχα η ροπή προς αποταμίευση. Με την επιδείνωση της ανισοκατανομής, η συνολική ζήτηση δεν αυξάνεται, αλλά μειώνεται. Από την εποχή του Κέυνς είναι γνωστό ότι τα υψηλά εισοδήματα καταναλώνουν αναλογικά μικρότερο μέρος τους από ότι καταναλώνουν τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.

Η επέλαση του μεγάλου χρήματος

Η σύγχρονη πόλωση στην κατανομή των εισοδημάτων και του πλούτου δεν αποτελεί πρωτογενές φαινόμενο, αλλά προκύπτει ως αποτέλεσμα από τις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις του μεγάλου χρήματος εις βάρος του κράτους γενικά και των κοινωνικών δαπανών ειδικότερα. Στην εποχή μας, διαβάλλονται και υπονομεύονται όλες οι προϋποθέσεις που εστήριξαν την μεταπολεμική κοινωνική και οικονομική ευημερία.

Με απροκάλυπτο άγριο ιδεολογικό πρόσωπο, η επέλαση του μεγάλου χρήματος καταλύει την κοινωνική συνοχή, αποδομεί τις κοινωνίες, όχι μόνον στο οικονομικό πεδίο, αλλά επίσης στο πολιτιστικό, επικαλούμενη το εκτός κάθε ελέγχου μοτίβο σύμφωνα με το οποίο η ευημερία των ολίγων συνιστά απαράκαμπτη προϋπόθεση για την ευημερία των πολλών. Το αξίωμα αυτό βρίσκεται στους αντίποδες κάθε οικονομικής θεωρίας, ακόμη και της φιλελεύθερης –όπως αυτή διατυπώθηκε από τους ιδρυτές της, αλλά και σε αντίφαση με κάθε ιστορική εμπειρία από το παρελθόν.

Ουδείς επιχειρηματίας, όσο παράτολμος και αν είναι, δεν αναλαμβάνει επενδυτικό κίνδυνο σε συρρικνούμενο οικονομικό πλαίσιο. Και εάν κάποιος από αυτούς είναι πρωτοπόρος, σύμφωνα με τον Τζόζεφ Σουμπέτερ, βασίζεται σε καινοτομίες, που του εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του. Ωστόσο, οι καινοτομίες εκτοπίζουν τους ανταγωνιστές, αλλά πάντως σε καμία περίπτωση δεν αυξάνουν την συνολική ζήτηση και ευημερία της κοινωνίας.

Η εποχή μας δύσκολα θα αποτελούσε την αρχή μετάβασης σε κάποιο νέο πλαίσιο, αφού κάθε πλαίσιο διαβάλλεται, εκ των άνω αποσταθεροποιείται και εκρήγνυται στα εξ ων συνετέθη. Σε τελευταία ανάλυση, η εποχή μας δεν αποτελεί παρά τον αντίποδα, τον αντίλογο σε ότι προϋπήρξε, χωρίς αυτό να οδηγεί κατ’ ανάγκην σε κάποιο νέο πλαίσιο, σε κάποια νέα σταθερότητα. Όσοι σήμερα υστερικά εγκωμιάζουν το εγχείρημα της δεν προωθούν έτσι την μετάβαση σε κάποια νέα εποχή, αλλά απλώς εκδικούνται με χρονική υστέρηση την προηγούμενη.

Δεν συμβάλλουν στην αναγκαία νέα εκκίνηση της κοινωνίας προς κάποια νέα σταθερότητα, αλλά οπωσδήποτε συμβάλλουν στην ιστορική αναστροφή του σήμερα έναντι του χθες. Σκοτεινή η εποχή μας, χωρίς προοπτική για το αύριο και αυτό καταγράφεται σε όλα τα πεδία, όχι μόνον στο οικονομικό, αλλά και ακόμη περισσότερο στο πολιτιστικό. Όποιος σήμερα αναδεικνύει τον αδιέξοδο και πεισιθάνατο χαρακτήρα της, σε όλα τα πεδία, συμβάλλει στη συνειδητοποίηση της παρούσας ιστορικής στιγμής και συνεπώς στην υπέρβαση της.