Η δύναμη του νου και η κατάρριψη του μεταφυσικού υλισμού
28/04/2026
Γενικώς, στον άνθρωπο, εκ παραλλήλου προς μια απρόσωπη ή κοινή εσωτερική ζωή (αναγώγιμη στη βιολογία), υπάρχει και μια εσωτερική ζωή σε πρώτο πρόσωπο, η οποία, ενώ συνδέεται με τον εγκέφαλο, “σφραγίζεται” από την υποκειμενικότητα των συνειδησιακών καταστάσεων του υποκειμένου.
Η κατάρριψη της απόλυτης αιτιοκρατίας στο πλαίσιο του ίδιου του υλισμού έχει οδηγήσει σε μια σειρά επιστημονικώς επικυρωμένων διαπιστώσεων σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχουν μόνο επιδράσεις από τον εγκέφαλο στον νου, αλλά υπάρχουν επίσης επιδράσεις από τον νου στον εγκέφαλο (π.χ., πολιτιστικοί παράγοντες επιδρούν σε εγκεφαλικές λειτουργίες).
Για παράδειγμα, εξαιτίας των διαφορετικών πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους, δηλαδή, εξαιτίας διαφορετικών “πνευματικών” παραγόντων (όπως η παιδεία), οι εγκέφαλοι ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές πολιτιστικές κατηγορίες (π.χ., ένας προϊστορικός άνθρωπος σε αντιδιαστολή προς έναν σύγχρονο Ευρωπαίο αστό, ένα φιλελεύθερο νεωτερικό υποκείμενο σε αντιδιαστολή προς έναν φανατικώς θρησκευόμενο, ένας δεισιδαίμων αμόρφωτος μεσαιωνικός άνθρωπος σε αντιδιαστολή προς έναν νεωτερικό ορθολογικό επιστήμονα κ.ο.κ.) μπορεί να αντιδράσουν με σημαντικά διαφορετικό τρόπο (δηλαδή μπορεί να παράξουν πολύ διαφορετικά βιοχημικά γεγονότα) απέναντι στα ίδια κοινωνικά, τεχνολογικά, αισθητικά, ή φυσικά γεγονότα. Ακριβώς επειδή διαφέρουν ως προς την εκπαίδευση, την κουλτούρα, που έχουν λάβει, δηλαδή εξαιτίας ενός ζητήματος πνευματικής τάξης.
Η αυθεντική επιστημονική εκπαίδευση, εκτός από πληροφορίες, παρέχει εκλέπτυνση της σκέψης, ισχυρές ικανότητες ανάλυσης, μεθοδολογία και πειθαρχία στην άσκηση γνωσιακών δραστηριοτήτων. Ιδιαιτέρως στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του ChatGPT και της έκδοσης συλλογών τσιτάτων, ακόμα και ένα άτομο χωρίς επιστημονική συνείδηση μπορεί να αραδιάζει πληροφορίες και ονόματα σημαντικών διανοουμένων. Αυτά που κυρίως διαφοροποιούν μια επιστημονική συνείδηση από ένα κοινό υποκείμενο με πρόσβαση σε πληροφορίες είναι η μεθοδολογία, η ποιότητα της ανάλυσης και των συλλογισμών και η διανοητική πειθαρχία. Είναι ένα θέμα να έχουμε δεδομένα, αλλά είναι ένα εντελώς άλλο θέμα το πώς τα επεξεργαζόμαστε.
Η δύναμη της συνείδησης και ο μεταφυσικός υλισμός
Ο ισχυρισμός του μεταφυσικού υλισμού ότι η συνείδηση αποτελεί μια κατάσταση του εγκεφάλου (ή του κεντρικού νευρικού συστήματος) με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου, ή με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τα κύτταρα του ήπατος εκκρίνουν χολή, ή με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η αστραπή αποτελείται από ηλεκτρικές εκκενώσεις, ή με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η θερμότητα είναι μοριακή κινητική ενέργεια κ.ο.κ. παραθεωρεί τη λειτουργικότητα της συνείδησης.
Η λειτουργικότητα (functionality) της συνείδησης είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με ένα δικό της υπολογιστικό σύστημα (computational system), υπερβαίνοντας έτσι οποιοδήποτε είδος ύλης, με τον ίδιο τρόπο που, λ.χ., οι αριθμητικές πράξεις και, γενικώς, τα αριθμητικά συστήματα είναι ανεξάρτητα από οποιοδήποτε είδος ύλης και υπερβατικά ως προς οποιοδήποτε είδος ύλης.
Όπως μια υπολογιστική μηχανή ανήκει στον υλικό κόσμο, αλλά, λόγω του λογισμικού της προγράμματος (με το οποίο, λ.χ., κάνει μαθηματικές πράξεις), η ουσία της δεν εξαντλείται στον υλικό κόσμο, έτσι και η συνείδηση – από την προοπτική της λειτουργικότητάς της – δεν εξαντλείται στον υλικό κόσμο (εν προκειμένω, στον εγκέφαλο), παρότι βεβαίως είναι οντολογικώς συνδεδεμένη με τον εγκέφαλο και υπάρχει σημαντικός βαθμός συσχέτισης μεταξύ των λειτουργιών της συνείδησης και των λειτουργιών του εγκεφάλου.
Για παράδειγμα, το νερό αποτελεί ουσιαστικώς τμήμα του υλικού κόσμου διότι αποτελείται μόνο από φυσικές ουσίες (ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου), ενώ μια μαθηματική πράξη δεν ανήκει ουσιαστικώς στον υλικό κόσμο αφού θα μπορούσε να υπάρχει και ένας άυλος υπολογιστής που να μπορεί να κάνει την εν λόγω μαθηματική πράξη, αρκεί να λειτουργούσε σύμφωνα με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Όταν η ίδια η λειτουργικότητα, δηλαδή το πρόγραμμα λειτουργίας ενός όντος ή πράγματος, ανεξαρτήτως του αν το ον ή το πράγμα καθ’ εαυτό είναι υλικό ή άυλο, μπορεί να παράγει αποτελέσματα, τότε υπερβαίνεται ο μεταφυσικός ή αφελής υλισμός.
Ο μεταφυσικός υλισμός εκκινεί από την ορθή θέση ότι ο νους βασίζεται στον εγκέφαλο (υλική βάση της συνείδησης), αλλά ενστερνίζεται έναν απόλυτο αναγωγισμό, που παραθεωρεί (και αντιφάσκει προς) όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου το λειτουργικό πρόγραμμα, και όχι η ύλη καθ’ εαυτή, παράγει αποτελέσματα. Όμως η γνώση του ίδιου του εαυτού μας δεν εξαντλείται σε αισθητηριακές εντυπώσεις, αφού βιώνουμε τον εαυτό μας ως έναν αυτεξούσιο δρώντα και ως ένα συνειδητό υποκείμενο κατά έναν άμεσο τρόπο. Ο μεταφυσικός υλισμός οδηγεί, τελικώς, στο συμπέρασμα ότι εμείς οι ίδιοι ως πρόσωπα δεν υπάρχουμε ή έστω ότι είμαστε γνωσιακώς ασήμαντοι.
Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τον κόσμο των μεταφυσικών υλιστών ως έναν κόσμο όπου ομάδες κυττάρων επιχειρηματολογούν και γράφουν βιβλία (ή posts στα social media) για να πείσουν άλλες ομάδες κυττάρων ότι ουσιαστικώς δεν υπάρχουν πρόσωπα. Σε αντίθεση προς όσα διατείνονται οι οπαδοί του μεταφυσικού υλισμού, η ίδια η έννοια της φυσικής επιστήμης είναι ασυμβίβαστη με έναν τόσο απόλυτο και περιοριστικό υλισμό, αφού οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι δεν είναι υλικά αντικείμενα, η αναζήτηση του λόγου των όντων είναι κάτι που υπερβαίνει την ύλη, η ιδέα της γνώσης δεν είναι υλικό αντικείμενο, και η ιδέα ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν την ικανότητα να αποκτήσουν αληθή γνώση περί του υλικού κόσμου και να διακρίνουν την αλήθεια ως ορθότητα από την πλάνη, τον παραλογισμό και το ψεύδος είναι επίσης κάτι που υπερβαίνει την ύλη. Όπως έχω γράψει σε προηγούμενο άρθρο, η συνείδηση βασίζεται απαραιτήτως στον εγκέφαλο (βιολογικό υπόβαθρο) και εξαρτάται από τον φυσικό κόσμο, αλλά υπερβαίνει την ύλη και, έτσι, παράγει ιστορία.





