Κ. Βεργόπουλος: Διερευνώντας τη δυσμορφία του καπιταλισμού

Κώστας Μελάς
346
Κ. Βεργόπουλος: Διερευνώντας τη δυσμορφία του καπιταλισμού, Κώστας Μελάς

Όσο περισσότερο μελετά και εμβαθύνει κανείς το πλούσιο συγγραφικό έργο του Κώστα Βεργόπουλου, τόσο πιο ξεκάθαρα κατανοεί το βάθος, την επιστημονική εγκυρότητα και τη συνέπεια της μεθοδολογικής του προσέγγισης. Ο Βεργόπουλος αναζήτησε τις μεθόδους ανάλυσης και τους όρους της δυσμορφίας των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, καθώς και των συνθηκών διαμόρφωσης της αποανάπτυξης και της δυναμικής της κοινωνίας.

Η πρωτοποριακή αυτή και σύνθετη μεθοδολογική διερεύνηση των κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων, τοποθέτησε την οικονομική σκέψη του Βεργόπουλου στα αναλυτικά εργαλεία της κλασικής πολιτικής οικονομίας, στη μαρξιστική σκέψη, καθώς και στα πορίσματα της Γενικής Θεωρίας του Keynes. Γι’ αυτό ακριβώς ο Βεργόπουλος ήταν πεισματικά αρνητικός στην αποδοχή του ορισμού της οικονομικής επιστήμης ως Economics, θεωρώντας την ως γνήσια κοινωνική επιστήμη που κρύβει τη «γοητεία» της στην κεντρική της επιδίωξη: τη δυναμική ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.

Αυτές οι εννοιολογικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις προσέδωσαν στο έργο του Βεργόπουλου υψηλό επιστημονικό ήθος, με την έννοια των πρωτοποριακών και μεθοδολογικά αυστηρών αναλύσεών του, τόσο για τη διεθνή και την ευρωπαϊκή, όσο και για την ελληνική οικονομία.

Η δυσμορφία

Ο Βεργόπουλος εμφανίζεται στο δημόσιο χώρο της ελληνικής σκηνής στα μέσα της δεκαετίας του 1970 με δύο μελέτες, τον «Δύσμορφο καπιταλισμό», και το « Αγροτικό Ζήτημα της Ελλάδος». Και οι δύο μελέτες αποτέλεσαν πρωτοποριακές και διεισδυτικές αναλυτικές ερμηνείες. Αν και προκάλεσαν στην αρχή πολλές αντιρρήσεις, εντούτοις συνέβαλαν σημαντικά στον εμπλουτισμό του τρόπου διερεύνησης και κατανόησης των εξελίξεων του κοινωνικού σχηματισμού στην Ελλάδα.

Η πρώτη μελέτη, αποτελεί μια θεωρητική διερεύνηση δύο εννοιών: της έννοιας της δυσμορφίας, όπως αυτή εμφανίζεται στο καπιταλιστικό σύστημα, και παράλληλα της έννοιας του απρόσωπου κοινωνικού μηχανήματος. Η δυσμορφία αντιτίθεται τόσο στην ιδέα της κανονικότητας όσο και στην ιδέα της ταυτότητας. Από την άποψη αυτή, η καθαρότητα αποτελεί κάτι το αδύνατο και το ανώφελο: η κίνηση της πραγματικότητας είναι σύμφυτη με τη διαρκή νόθευσή της. Και τούτο διαπιστώνεται τόσο μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, όσο – και κυρίως- στο επίπεδο των θεωρουμένων ως «νόμων» και «τάσεων» του συστήματος.

Οι παρεκκλίσεις πάνω στο κοινωνικό σώμα του κεφαλαίου δημιουργούν νησίδες που επιδέχονται δύο διαφορετικές αναγνώσεις: αφενός οι νησίδες ερμηνεύονται σαν «καινούργια σύνορα» προς κατάκτηση, αφετέρου αποκρυπτογραφούνται σαν σημεία ρήξης των διαφορικών σχέσεων που συγκροτούν το κεντρικό σώμα του κεφαλαίου.

Και οι δύο ερμηνείες, μολονότι αντιτίθενται αναμεταξύ τους, έχουν ως κοινό στοιχείο τη διάγνωση της εξωτερικότητας του παρεκκλίνοντος χώρου, σε σχέση με την κανονικότητα του κεντρικού πεδίου: η πρώτη ερμηνεία εντοπίζει τα «όρια» προκειμένου να τα υπερβεί, όχι υπό την έννοια της κατάργησης-αφομοίωσης, αλλά υπό την έννοια της λειτουργικής υπαγωγής- αναγωγής στο σύστημα κάθε εξωτερικότητας.

Αντίθετα, η δεύτερη ερμηνεία υπογραμμίζει την εξωτερικότητα, προκειμένου να θεμελιώσει επάνω της την ιδέα της μετατροπής ολόκληρου του κοινωνικού σώματος. Ο Βεργόπουλος είναι υπέρμαχος της δεύτερης. Το κεφάλαιο αναπτύσσεται, μόνον, αναπτύσσοντας τις ανισότητες, τις ανισομέρειες, τις δυσμορφίες. Ο καπιταλισμός είναι εξ ορισμού δύσμορφος.

Η δεύτερη έννοια του απρόσωπου κοινωνικού μηχανήματος, που απλά σημαίνει καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές, εξάγεται ως συμπέρασμα από τη θεωρητική διερεύνηση της ενσωμάτωσης του γεωργικού τομέα στον σύγχρονο καπιταλισμό. Η διατήρηση σε μεγάλη κλίμακα της μικρής αγροτικής παραγωγής δεν αποτελεί ένα προκαπιταλιστικό υπόλειμμα, όπως υποστηρίζεται από πολλές θεωρητικές οπτικές.

Αποτελεί μια μορφή αναπαραγόμενη από τον σύγχρονο καπιταλισμό προκειμένου να αποφευχθεί η συνέχιση της παραγωγής γαιοπροσόδου, λόγω της στενότητας του εδάφους , και της καταβολής της σε ορισμένους καπιταλιστές, που μοιραία θα έπαιρναν τη θέση των γαιοκτημόνων. Η διαφοροποιημένη ενσωμάτωση της γεωργίας από το «κλασικό υπόδειγμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής φανερώνει το πόσο λειτουργικά αναγκαία είναι η ανομοιομορφία στο κοινωνικό σώμα του κεφαλαίου.

Η αποανάπτυξη

Την ίδια σύνθετη μεθοδολογική προσέγγιση και επιστημονική αναζήτηση συναντά κανείς, με ιδιαίτερη επιτυχία, στα βιβλία του «Κράτος και οικονομική πολιτική τον 19ο αιώνα» και «Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη». Σε αυτά, η σύζευξη της ενδογενούς βιομηχανικής ανάπτυξης με το πνεύμα του εθνισμού της εποχής στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, επιτυγχάνεται με μοναδική διεισδυτική ικανότητα και επιστημονική εγκυρότητα.Σε αντίθεση με την περίοδο αυτή, η αντίστοιχη μεταπολεμική περίοδος δεν χαρακτηρίζεται από ανάλογες προσπάθειες.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αναπτυξιακή διαδικασία είναι η «συνδεδεμένη ανάπτυξη». Από το 1960 η ελληνική οικονομία εισήλθε σε έναν κύκλο ευημερίας, προσκολλημένη πάνω στον κύκλο της ευρωπαϊκής οικονομικής επέκτασης. Το υπόδειγμα της συνδεδεμένης ανάπτυξης διαφέρει τόσο από το υπόδειγμα του κέντρου-περιφέρειας, όσο και από το αντίστοιχο των νέων βιομηχανικών χωρών. Δεν υπάρχει ούτε συμπληρωματικότητα ούτε ανταγωνιστικότητα.

Οι λεγόμενοι «άδηλοι πόροι» ήταν αυτοί που συνέδεσαν την ελληνική οικονομία με το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, δημιουργώντας συνθήκες μη εξωτερικού χρηματοδοτικού καταναγκασμού. Η οικονομική μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας, κατά τις δεκαετίες του 1960-70, δεν συνδέθηκε με οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές κατάλληλες να επιτρέψουν τη δόμηση και τη θεσμοθέτηση πραγματικών εθνικών παραγωγικών συστημάτων. Συνεπώς, το ελληνικό παραγωγικό σύστημα είναι ασυνεχές, προβληματικό και βαρύτατα υποθηκευμένο.

Στη μελέτη του «Αποανάπτυξη σήμερα», ουσιαστικά, ο Βεργόπουλος έδειξε με σαφήνεια τις δυσμενείς μελλοντικές εξελίξεις που συντελέστηκαν και συντελούνται, μέχρι σήμερα, στην ελληνική οικονομία. Στο «Η αρπαγή του πλούτου» βασική προκείμενη της σκέψης του παραμένει «η συνδεδεμένη ανάπτυξη», με τη διαφορά ότι τη θέση των άδηλων πόρων καταλαμβάνει ουσιαστικά το δάνειο χρήμα.