Ο στρατηγός που αποδόμησε το αφήγημα Παπάγου για τον πόλεμο

Βαγγέλης Γεωργίου
2342
Ο στρατηγός που αποδόμησε το αφήγημα Παπάγου για τον πόλεμο, Βαγγέλης Γεωργίου

'Ηταν σίγουρα μια δραματική εικόνα για εκείνο το ζευγάρι, μετά από τόσα χρόνια γάμου. Δύσκολα θα μπορούσε να είναι αλλιώτικο το φθινόπωρο του 1946 σε έναν από τους θαλάμους του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μ.Τ.Σ, επί της Βασιλίσσης Σοφίας. Εκείνη θλιμμένη καθόταν δίπλα στον κλινήρη σύζυγό της, που ενώ οι γιατροί έδειχναν απαισιόδοξοι για τις αντοχές της καρδιάς του, εκείνος ήταν μανιακά προσηλωμένος στο γράψιμο ενός βιβλίου. Λες και ο φόβος να μην τελειώσει και να μην μάθει ο κόσμος αυτά που σκεφτόταν, υπερτερούσε της έγνοιας του επερχόμενου θανάτου. Ο απόστρατος πρώην Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Δημήτρης Καθενιώτης, γέννημα θρέμα της Χαλκίδας κρατούσε την πένα της «αμαρτίας» και αυτό το γνώριζαν τόσο η σύζυγός του όσο και κάποιοι συνάδελφοί του.

Τέσσερα μόλις χρόνια πριν, το 1942, όταν την κατοχική κυβέρνηση είχε αναλάβει ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, είχε ανατεθεί στον στρατηγό Δημήτριο Καθενιώτη και σε μια επιτροπή ανώτατων αξιωματικών- να συντάξει μια αναλυτική έκθεση που θα κατέγραφε τις ελλείψεις και τα επιτελικά λάθη του ελληνικού στρατού επί κυβέρνησης Μεταξά κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Δεν επρόκειτο για έναν τυχαίο αξιωματικό αλλά για έναν από τους πιο οργανωτικούς και ευρυμαθείς στρατιωτικούς εγκεφάλους των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Ο Καθενιώτης ήταν ο άνθρωπος που ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο παρελθόν συμβουλευόταν για ευαίσθητα εθνικά θέματα ενώ λίγοι αμφισβήτησαν την ιδιοφυία του. Το ογκώδες πόρισμα της επιτροπής, που βασίστηκε όμως σε μαρτυρίες, αν και ολοκληρώθηκε στα τέλη του 1943, εξαφανίστηκε αργότερα υπό περίεργες συνθήκες, δίνοντας την αίσθηση κάποιας συγκάλυψης.

Τρία χρόνια μετά, ο 63χρονος Καθενιώτης, πικραμένος και αηδιασμένος από την κατάληξη του πορίσματός του, επιχείρησε να συμπυκνώσει εκείνη τη μακροσκελή μελέτη σε μια σύντομη επιτομή για να μάθει ο κόσμος την αλήθεια για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Βέβαια, κάτι τέτοιο από το κρεβάτι και με κλονισμένη την υγεία του, ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα. Στις αρχές του 1947 ο στρατηγός "έφυγε" και η αγαπημένη σύζυγός του, Αριάδνη, δεσμεύτηκε να δημοσιεύσει το δραματικό χειρόγραφο του άνδρα της με τον τίτλο «Αι κυριώτεραι στρατηγικαί φάσεις του πολέμου 1940-1941».

Την Άνοιξη του 1947 όποιος μπορούσε να εξασφαλίσει κάποιο από τα σπάνια αντίτυπα είχε τη δυνατότητα να διαβάσει για χονδροειδή σφάλματα και εγκληματικές επιλογές της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας στον πόλεμο του 1940-41.

Η καταστροφική γαλλική μόδα

Σύμφωνα με την έκθεση Καθενιώτη η μεσοπολεμική εκπαίδευση των ανώτατων αξιωματικών δεν ακολουθούσε τις εξελίξεις στον σύγχρονο πόλεμο, αλλά είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τη γαλλική σχολή, η οποία παρουσίαζε τον πόλεμο των χαρακωμάτων ως υπόδειγμα του μάχεσθαι για το μέλλον. «Το γενικό τούτο πνεύμα της εκπαίδευσης μετεδόθη και εις το ιδικόν μας Σχολείον Πολέμου, το ιδρυθέν υπό της Γαλλικής Αποστολής, όπου δημιούργησε τελεία σύγχυσις (..) μεθόδων μάχης της Επιθέσεως αφενός και της Αμύνης αφετέρου». Με τέτοιο σαστισμένο κεφάλι «έφθασαν οι καλλίτεροι επιτελείς μας εις τον πόλεμον της Αλβανίας, όπου λαλούντες υπέρ της επιθέσεως, ουσιαστικώς ειργαζόμεθα υπέρ της αμύνης».

Οι στρατιωτικοί ιθύνοντες ήταν φαίνεται πεπεισμένοι για την επερχόμενη ήττα που στην εξάμηνη ελληνοϊταλική σύρραξη δεν φρόντισαν να εκδώσουν μια διαταγή ευρείας επιθέσεως, ακόμα και όταν οι ελληνικές δυνάμεις υπερείχαν συντριπτικά σε αριθμούς. Μεταπολεμικά, ο στρατηγός Δημήτριος Μαχάς, επιτελάρχης του Β’ Σώματος Στρατού την περίοδο του πολέμου, αν και υποστηρικτής του Παπάγου, πίστευε ότι ο ελληνικός στρατός δε διέθετε ηγεσία ολκής ώστε να εκτοξεύσει επιθέσεις. «Η Ανωτάτη Στρατιωτική διοικησίς μας, αιφνιδιασθείσα από τας αποτυχίας των Ιταλών, διέταξεν αντεπίθεσιν μετά πολλούς δισταγμούς και ούτως απωλέσθη πολύτιμος χρόνος. Αλλά και όταν διέταξε την αντεπίθεσιν, ο ελιγμός ήτο λανθασμένος».

Σχέδιο ΙΒ: Εγκαταλείψατε τη βορειοδυτική Ελλάδα

Όταν τον Απρίλη του 1939 η Ιταλία κατέλαβε την, ήδη από το 1927, υποτελή Αλβανία, οι Έλληνες επιτελείς επεξεργάστηκαν σχέδια για να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη επίθεση των Ιταλών, αλλά και των «παραδοσιακών εχθρών» Βουλγάρων. Δηλαδή, ένα αμυντικό σχέδιο προκειμένου να διεξαχθεί ένας διμέτωπος πόλεμος εναντίον της Βουλγαρίας και της Ιταλίας. Όπως αναφέρει ο στρατηγός Καθενιώτης, όμως, με το σχέδιο ΙΒ στην Ήπειρο, που ήταν και το πιο κρίσιμο σημείο, «...η μεν γραμμή μάχης μετεφέρετο εις τινα σημεία 200 χλμ εντεύθεν των συνόρων, παρεδίδετο δε εις τον εχθρόν σχεδόν αμαχητί ολόκληρος η Ήπειρος και η βορειοδυτική Μακεδονία και έτι περαιτέρω προεβλέπετο σύμπτυξις μέχρι της Όρθρυος».

Δηλαδή, το Γενικό Στρατηγείο αποφάσισε να συμπτύξει τις δυνάμεις τόσο νότια, διεξάγοντας παράλληλα επιβραδυντικό αγώνα, επειδή θεώρησε ότι ο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα. Ενώ οι Ιταλοί είχαν συγκεντρώσει ήδη στα ελληνοαλβανικά σύνορα 85.000 άνδρες έναντι των 35.000 Ελλήνων, το Γενικό Στρατηγείο αδυνατούσε να μεταφέρει ενισχύσεις από το εσωτερικό της χώρας στα σύνορα, λόγω ανεπαρκούς σιδηροδρομικού δικτύου και έλλειψης αυτοκινήτων.

Σε αυτές όμως τις σκέψεις των Ελλήνων επιτελών υπήρχε ένα πρόβλημα: Από τις 8 Μεραρχίες που υπολόγιζε το Γενικό Στρατηγείο να συγκεντρώσει στο αλβανικό μέτωπο, οι πέντε συγκροτούνταν από Ηπειρώτες και Μακεδόνες. Θα άφηναν οι Έλληνες της περιοχής δηλαδή τα σπίτια τους για να κατέβουν στο Μεσολόγγι ή στη Λαμία, προκειμένου να συνεχίσουν τον αγώνα; Παρατηρώντας τον χάρτη φαίνεται ότι το σχέδιο ΙΒβ έκτασης άνω των 200 χλμ. καλύπτει πολύ μεγαλύτερη έκταση συγκριτικά με το ΙΒα-150 χλμ., απαιτώντας περισσότερες δυνάμεις επάνδρωσης.

Επιπλέον, η λογική του Γενικού Στρατηγείου θα δημιουργούσε κύματα προσφύγων, ως αποτέλεσμα του πανικού που θα προξενούσε η εγκατάλειψη εκείνων των περιοχών. Ο Μεταξάς, είχε παρασυρθεί τόσο πολύ από το Γενικό Στρατηγείο ώστε δεν είχε αντιληφθεί τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της συμπτύξεως, όπως έγραψε και ο Επιτελάρχης του Β΄ΣΣ Δημήτρης Μαχάς. Τα ορεινά και δύσβατα εδάφη, όμως, είναι αυτά που ευνοούν τους ασθενέστερους και ολιγάριθμους στρατούς, ώστε να ενεργούν σε βουνά και δάση ιδιαίτερα τη νύχτα. Συνεπώς, «η άμυνα η οποία θα εγκατέλειπε τας ορεινάς γραμμάς δια να κατέλθη εις τα βάθη των κοιλάδων και εις τον κάμπον είναι αναμφισβήτητον ότι θα εζημιούτο τακτικώς..».

Ο επιτελάρχης του Β΄ ΠΠ Δημήτρης Μαχάς διέκρινε αρκετά λάθη στη μελέτη Καθενιώτη αλλά και πολλά ορθά σημεία.

Παραδόξως, ο τρόπος χάραξης της συνοριακής γραμμής μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας η οποία ξεκινούσε από το κόλπο των Φιλιατών και κατέληγε λοξά στις Πρέσπες, ευνοούσε εξαιρετικά τον αμυνόμενο ελληνικό στρατό. Ο επιτιθέμενος καθώς θα προχωρούσε νότια θα βρισκόταν συνεχώς εκτεθειμένος από τα αριστερά του θυμίζοντας τη λοξή φάλαγγα του Επαμεινώνδα. Ο κυρίαρχος παράγων έδαφος «επέτασσε ίνα η άμυνα του Αλβανικού μετώπου στηριχθή (…) εις λελογισμένον συνδυασμόν αμυντικών μετώπων και παραπλεύρων υπερκερωτικών επιθέσεων» από τον Τομέα Πίνδου ή Δ. Μακεδονίας που βρίσκονταν δεξιότερα και βορειότερα.

Εν τούτοις το Γενικό Στρατηγείο διέταζε ουσιαστικά τη Μεραρχία Ηπείρου: «τι σκοτώνεσθε επάνω στο Καλπάκι γυρίσετε πίσω από Μέτσοβο». Μολονότι το ΓΣ διέταζε τον διοικητή της Μεραρχίας Ηπείρου, Κατσιμήτρο να υποχωρήσει καλύπτοντας τη Δυτική Μακεδονία και προστατεύοντας τις διαβάσεις προς Αιτωλοακαρνανία, ο τελευταίος επέμενε πεισματικά να παρατάξει τις δυνάμεις του στη τοποθεσία ΙΒα.

Ο στρατηγός Κατσιμήτρος έχοντας μεριμνήσει με τον συνταγματάρχη Μαυρογιάννη να οχυρώσει τη περιοχή Ελαίας-Καλπακίου αποφάσισε να ανακόψει εκεί τον εχθρό και να μη παραχωρήσει αμαχητί εθνικό έδαφος επαληθεύοντας την αθεράπευτη στρατηγική μυωπία του Γενικού Στρατηγείου.

Τα φαραωνικά οχυρά του Μεταξά

Αν δει κανείς τα σύνορα της Ελλάδος από την Αδριατική μέχρι την Ανατολική Θράκη θα αντιληφθεί ότι απλώνεται μπροστά του μια εντυπωσιακή γραμμή μήκους σχεδόν 1230 χλμ. Το πιο επικίνδυνο σημείο παρ' όλα αυτά, βρίσκεται στη συνοριακή γραμμή με τη Βουλγαρία, καθότι η Βουλγαρία είχε την ικανότητα να επιστρατεύσει σε χρόνο ρεκόρ πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις απ’ ότι η Ελλάδα, απειλώντας τη Μακεδονία και τη Θράκη, οι οποίες δε διέθεταν στρατηγικό βάθος.

Με άλλα λόγια, εκείνες οι περιοχές έχουν το πρόβλημα που έχει το Ισραήλ: σε περίπτωση επίθεσης δεν υπάρχει χώρος για υποχώρηση. Έτσι έπρεπε να βρεθεί μια φόρμουλα για να καθυστερήσουν οι βουλγαρικές δυνάμεις. Όταν ο Καθενιώτης διατελούσε Αρχηγός ΓΕΣ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930, είχε προτείνει στην κυβέρνηση Τσαλδάρη μια οικονομική κατασκευή οχυρών για την επιβράδυνση των βουλγαρικών στρατευμάτων. Ωστόσο, με το που κατέλαβε ο Μεταξάς την κυβέρνηση, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπάγο την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και διέταξε την κατασκευή φαραωνικών οχυρωματικών έργων. Οι δικτάτορες ανέκαθεν επένδυαν σε τσιμέντο και έπαρση.

Από το 5ετές εξοπλιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Μεταξά (1936-1941), οι στρατιωτικοί και πολιτικοί κύκλοι ήταν περισσότερο περήφανοι για την οχυρωματική «γραμμή Μεταξά» στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Οι οχυρώσεις αν και είχαν προδιαγραφές αντιμετώπισης ενός βαλκανικού στρατού ωστόσο άντεξαν σθεναρά στην επίθεση του ισχυρότερου στρατού της περιόδου προκαλώντας τα κολακευτικά σχόλια του Γερμανού συνταγματάρχη Στράϋμπερ. Και; Μέσα σε λίγα 24ωρα οι Γερμανοί τα παρέκαμψαν. Ο Καθενιώτης -βαθύς γνώστης της οχυρωματικής τέχνης- αμφισβήτησε τα οχυρά Μεταξά, καθώς δεν ανταποκρίνονταν στη σύγχρονη οχυρωματική, κόστιζαν δυσανάλογα πολλά χρήματα, ήταν ακατάλληλα για το σκοπό που κατασκευάστηκαν, ενώ μέχρι και τη γερμανική επίθεση δεν είχαν καν ολοκληρωθεί καθώς χρειάζονταν άλλα δύο χρόνια.

Για παράδειγμα, το 1914 η οχυρωματική γραμμή Ριβιέρ, συμπεριλαμβανομένου του Βερντέν, εκκενώθηκε από τους Γάλλους καθώς οι αμυνόμενοι κινδύνευαν να κυκλωθούν από τα γερμανικά στρατεύματα. Το 1940 η περίφημη «γραμμή Μαζινώ» αχρηστεύθηκε με έναν αριστοτεχνικό ελιγμό των Γερμανών από το βορρά. Τα δύο προαναφερθέντα γαλλικά παραδείγματα μολονότι αφορούν μόνιμες οχυρώσεις που είχαν σαν αντικειμενικό σκοπό τη παρατεταμένη άμυνα ωστόσο έπεσαν σαν να ήταν από χαρτόνι. Το καθεστώς Μεταξά επιδόθηκε στη κατασκευή ανάλογων μόνιμων οχυρώσεων σαν να επρόκειτο να συγκρατήσει τον βουλγαρικό κίνδυνο μόνο με αυτά.

Σύμφωνα με την Έκθεση Καθενιώτη εφόσον αντικειμενικός σκοπός ήταν να κερδίσει η Ελλάδα χρόνο προς ολοκλήρωση της επιστράτευσης αρκούσαν επιφανειακά πολυβολεία καθώς και παρατηρητήρια από σκυρόδεμα αντοχής για πυροβόλα των 220 χιλ., έργα δηλαδή που παρουσιάζουν την ίδια αντοχή με τη μόνιμη οχύρωση. Μια τέτοια οχύρωση εναντίον ενός εχθρού(Βούλγαροι) που δεν διέθετε καν βαρύ πυροβολικό ήταν κάτι παρά πάνω από αρκετή. «Αι νεώτεραι οχυρώσεις δεν γίνονται πλέον είς τας κορφούλες όπως άλλοτε αλλ’ εις τα αβαθή των κοιλάδων και ότι τα οχυρά είναι τυφλά προς τα εμπρός χρησιμοποιούντα μόνον την πλαγιοφύλαξιν των παρακειμένων έργων, και αι πολυόροφοι κατασκευαί είναι χρήσιμοι εφ όσον καταλήγουν εις ισοπέδωσιν, άλλως είναι επιβλαβείς» .

Το Μάιο του 1940 το ΓΕΣ εξέδωσε συμπληρωματικές οδηγίες σχετικά με τη παθητική αντιαρματική άμυνα μετά το σοκ της κατάρρευσης της γραμμής Μαζινό συνειδητοποιώντας ίσως ότι στην Ελλάδα δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί το γαλλικό οχυρωματικό πρότυπο σαν την «παρισινή μόδα» («Ακρόπολις» 15 Αυγούστου-11 Νοεμβρίου 1972) .

Παράλληλα το Γενικό Στρατηγείο δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στην υπεράσπιση των ηπειρωτικών εδαφών παρά τις αντίθετες εισηγήσεις της διοίκησης της 8ης Μεραρχίας (Ηπείρου). Όταν ο Αρχηγός Πυροβολικού της Μεραρχίας συνταγματάρχης Παναγιώτης Μαυρογιάννης μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να πείσει τη Διοίκηση να του χορηγήσει το απαραίτητο ποσό για τη περάτωση των οχυρώσεων, το μόνο που κατάφερε ήταν να αποσπάσει ένα εκατομμύριο δραχμές. Την περίοδο 1939-1940 το ΓΕΣ διέθεσε συνολικά για την οχύρωση Ελαίας μόνο 1,4 εκατομμύριο δραχμές, δηλαδή μόλις το 1,3% των δαπανών για τις οχυρώσεις Μακεδονίας-Θράκης, δυσχεραίνοντας απελπιστικά το έργο της 8ης Μεραρχίας.

Το κόστος των μόνιμων οχυρώσεων ήταν εξαιρετικά δυσβάστακτο ενώ το αποτέλεσμά τους(όχι των μαχητών) πενιχρό όπως απέδειξε η ιστορία. Πέραν όμως της επιμονής του καθεστώτος να κατασκευάσει μόνιμες οχυρώσεις αντί προκαλύψεως σκανδαλίζει και ο τρόπος που αυτές κατασκευάστηκαν. Ο Παπάγος, ως υπεύθυνος του Ταμείου Εθνικής Αμύνης, ανεχόταν την ύπαρξη νόμου που καταργούσε τους προβλεπόμενους ελέγχους για τα έργα παραδίδοντας την εκτέλεση τους σε τεχνικές εταιρείες οι οποίες ξεκινούσαν από τις εκσκαφές, τα πιο προσοδοφόρα κομμάτια. Πολύ πριν το πόλεμο ο Καθενιώτης είχε υπολογίσει για λογαριασμό της κυβέρνησης Τσαλδάρη ότι χρειαζόταν γύρω στα 200 εκ. δρχ. για να οχυρώσει επαρκώς τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Η Θεσσαλονίκη ανοχύρωτη

Όπως είναι γνωστό οι γερμανικές φάλαγγες διέρρηξαν το μακεδονικό μέτωπο με ελιγμό μέσω γιουγκοσλαβικού εδάφους, αιφνιδιάζοντας τις στρατιές Μακεδονίας και Ηπείρου. Το ΓΣ επι μήνες δεν μερίμνησε για να καλύψει τα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία καθώς περίμενε την έκβαση των πολιτικών εξελίξεων στη γειτονική χώρα. Όπως αναφέρει ο Καθενιώτης «αι αποφάσεις του Γεν Στρ. προσωμοίαζον μάλλον προς διπλωματικήν βίβλον με διάφορες νότες και κόντρα νότες, παρά προς στρατιωτικήν ιστορία».

Οι πολιτικές εξελίξεις στην αμφιταλαντευόμενη σλαβική χώρα φαίνεται ότι καθόριζαν υπέρ του δέοντος το σχέδιο άμυνας ενώ ακόμα και η γνωστοποίηση της καθόδου των γερμανικών δυνάμεων δεν ευαισθητοποίησε το Γενικό Στρατηγείο ώστε να προστατεύσει τη Θεσσαλονίκη η οποία κινδύνευε από δυτικά μέσω Εγνατίας και από βόρεια μέσω του διαδρόμου του Αξιού.

Έστω και μετά την έναρξη του πολέμου η ελληνική ηγεσία διέθετε το χρόνο και τα μέσα για να οχυρώσει επαρκώς τον Αξιό, με «μια μεγάλη αντιαρματική τάφρο μελετηθείσα και πασσαλωθείσα, και μια ζώνη επιφανειακών πολυβολείων διατεταγμένων πεσσοειδώς εις αρκετάς κατά βάθος σειράς εντός διαδρόμου του Αξιού. Δοθέντος ότι μεταξύ των πολυβολείων τούτων διαστήματα επι του επιπέδου σχεδόν εκείνου εδάφους δύνανται να είναι περι τα 1000 μέτρα, ο αριθμός των πολυβολείων δεν δύνανται να υπερβεί τα 100».

Ο Καθενιώτης ήταν πεπεισμένος ότι τέτοια οργάνωση του εδάφους με ένα «δάσος» από τσιμεντένιους θόλους πάχους 1,5 μέτρου θα ήταν αδιάβατη από άρματα μάχης και άτρωτη από τα στούκας. Μόνο με πρωτοβουλία του επιτελάρχη της Ομάδας Μεραρχιών συνταγματάρχη Στεργιόπουλου έγιναν κάποιες ενέργειες οχύρωσης του Αξιού και των Κρουσίων ορέων(Βόρειο τμήμα Ν. Κιλκίς). Ωστόσο τον Απρίλη του 1941 η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να συγκρατηθεί καθώς δεν υπήρχε καμία οχύρωση για να προστατεύσει τη Θεσσαλονίκη και τις μαχόμενες μονάδες στην Ανατολική Μακεδονία.

Διευθύνοντας πόλεμο από το πολυτελές «Μεγάλη Βρετανία»

Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος σε όλη τη διάρκεια του πολέμου διοικούσε τις μάχιμες μονάδες από τα υπόγεια του Ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», μεταβαίνοντας σπάνια στο μέτωπο, παραβαίνοντας τον κανονισμό του 1940 που όριζε ότι ο Διοικητής οφείλει να βρίσκεται πλησίον των μαχόμενων στρατευμάτων, λόγω της ανεκτίμητης επίδρασης του σε αυτά, όπως αναφέρει ο συνταγματάρχης Κορόζης.

Επίσημα, η επιλογή αυτή δικαιολογήθηκε από την έλλειψη Ανώτατης Διοίκησης που θα συντόνιζε όλα τα όπλα και από τις άριστες διαβιβάσεις και επικοινωνίες που παρείχε η Αθήνα, η οποία εξάλλου ήταν η μοναδική τοποθεσία που παρείχε επαρκή εποπτεία σε αυτό το υπερανεπτυγμένο μέτωπο. Τέλος, στο ξενοδοχείο δινόταν η δυνατότητα στον Παπάγο συνεχούς επαφής με τους Βρετανούς. Όπως είπε αργότερα ο στρατηγός Καραβιάς, ο Αρχιστράτηγος «δεν ήταν δεκανέας να βρίσκεται συνεχώς στο μέτωπο».

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Καθενιώτη: «Η θέσις του Αρχιστρατήγου εις τας επιχειρήσεις είναι όπισθεν της πτέρυγος ήτις έχει την κύριαν προσπάθειαν είτε επιθετικήν είτε αμυντικήν». Τα καθήκοντα του αρχιστρατήγου τον καλούσαν στο μέτωπο, οπότε οι Άγγλοι ήταν αυτοί που θα έπρεπε να τον επισκέπτονται στο «πτωχόν καταφύγιoν» που θα εγκαθιστούσε στο μέτωπο και όχι από τη «Μεγάλη Βρετανία» να ρωτά διαρκώς τον Άγγλο σύνδεσμο αν έχει τίποτα νεώτερο από τη στάση της Γιουγκοσλαβίας.

Εξάλλου αυτές οι επαφές, αναφέρει ο Καθενιώτης, ήταν έργο του Γενικού Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων που ήταν ο Βασιλιάς και της αρμόδιας κυβέρνησης, όχι του Παπάγου. Έτσι, πολλές από τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου, αν και ορθές, «ανετρέποντο και εξεφυλίζοντο υπό των εκτελεστών, ενώ άλλαι ελάμβανον τελείως άλλην εκδοχήν. Οι μεγάλες αύται αποστάσεις υπεθοήθουν τα μέγιστα την συνεχή ανάμιξην των επιτελών εις τα εν τω μετώπω διατρέχοντα...»

Το ίδιο λάθος έπραξε το Ελληνικό Επιτελείο το 1921-1922 στη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ όταν βρισκόταν 420 χλμ από το πεδίο της μάχης ενώ ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ(Ατατούρκ) απείχε μόλις 20 χλμ. από τις ελληνικές γραμμές. Η επιλογή αυτή είχε σαν επακόλουθο οι διαταγές να φτάνουν παράκαιρα στο προορισμό τους. Ομολογουμένως ο Παπάγος καλείτο να διοικήσει 2 μέτωπα, Ηπείρου και Μακεδονίας, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι έπρεπε να είναι κάπου στη μέση(Αθήνα) αλλά να βρίσκεται εγγύτερα αυτού του μετώπου που συγκέντρωνε τη Κύρια προσπάθεια δηλαδή του Ηπειρώτικου.

Συνθηκολόγηση Τσολάκογλου

Όταν μετά την γερμανική επίθεση, τον Απρίλιο του 1941, το ηθικό των μαχόμενων μονάδων και πολλών διοικητών είχε τσακιστεί, ο Παπάγος που βρισκόταν στην Αθήνα έστελνε διαταγές: «πολεμήστε για την τιμή των όπλων μέχρι να φύγουν οι φίλοι μας οι Άγγλοι». Τα προβλήματα, όμως, δεν άργησαν να έρθουν, τη στιγμή που ο Αρχιστράτηγος περίμενε να «γίνει ακουστός», ευρισκόμενος 500-600 χλμ. μακριά από το μέτωπο, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις τραγικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρα.

Όταν ο στρατηγός Τσολάκογλου έβλεπε το στράτευμα -δηλαδή το μισό ελληνικό στρατό- να διαλύεται, υπέγραψε ανακωχή μάλλον με ευνοϊκούς όρους. Ο Ιωάννης Μεταξάς, όπως και ο Παπάγος, είχαν δεσμευτεί καιρό πριν πως ακόμα και αν κινδύνευαν οι ελληνικές δυνάμεις στην Αλβανία να κυκλωθούν από τους Γερμανούς δεν θα διέταζαν υποχώρηση από την Αλβανία μόνο και μόνο για να διατηρήσουν τον τίτλο του νικητή απέναντι στους Ιταλούς. Τα πάντα είχαν τελειώσει.

Ανεξαρτήτως των πολιτικών σκοπιμοτήτων που συνόδευαν την επιλογή του Τσολάκογλου να βλάψει τον Αλέξανδρο Παπάγο, η Έκθεση Καθενιώτη, σύμφωνα με τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο(1951-1952), αποτελεί τη μόνη επίσημη αμερόληπτη έκθεση, όχι μόνο λόγω της προσωπικότητας αυτών που τη συνέταξαν, αλλά και του χρόνου αναγραφής των γεγονότων που ήταν ζωντανά ακόμα. Ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης είχε την άποψη ότι παρόλη τη συντηρητικότητα της επιτροπής φαίνονται τα σφάλματα της κυβέρνησης και του επιτελείου στην προπαρασκευή της επιστράτευσης και τα πρώτα μέτρα για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης εχθρικής εισβολής.

Ακόμα και ο θαυμαστής του Μεταξά, στρατηγός και αργότερα υπουργός Δημήτρης Μαχάς, σε μετέπειτα κριτική μελέτη εντοπίζει σε πολλά σημεία την ορθότητα των παρατηρήσεων Καθενιώτη, όπως στον χειρισμό των Εφεδρειών και στα σχέδια αμύνης(ΙΒ). Είναι γεγονός ότι οι στρατηγοί και αρχηγοί ΓΕΣ, Στυλιανός Κιτριλάκης και Κωνσταντίνος Δόβας αν και προσκείμενοι στο Παπάγο δεν επιχείρησαν ποτέ να διαψεύσουν το Καθενιώτη και να έρθουν σε σύγκρουση μαζί του.

Υπήρξαν αξιωματικοί που επιχείρησαν να εμποδίσουν τη δημοσίευση του έργου, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο Παπάγος, μάλιστα, ζήτησε εξηγήσεις για την έκθεση από έναν πιστό του αξιωματικό, που επισκεφτόταν όμως τον Καθενιώτη στο νοσοκομείο. Είναι αλήθεια ότι ο στρατηγός χρησιμοποιούσε σκληρή γλώσσα για τον Παπάγο και το Γενικό Στρατηγείο. Διαβάζοντας κανείς την εν λόγω έκθεση πρέπει να αναλογιστεί το κλίμα της εποχής και πόλωση στην οποία οδηγούσαν τα πολιτικά πάθη και οι προσωπικές πικρίες. Πάντως, μεταπολεμικά ο ελληνικός έντυπος τύπος γέμισε με εμετικά δημοσιεύματα απόστρατων αξιωματικών ρίχνοντας το μπαλάκι των ευθυνών αλλού.

Πάντως, ο Καθενιώτης παραδέχτηκε στο πόνημά του ότι φέρει και ο ίδιος ευθύνες. Για τα επιτελικά λάθη κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο έγραψε ότι «βεβαίως ταύτα επιβαρύνον και τον γράφοντα. Το δέχομαι μετά πικρίας!! Χρηματίσας ο πρώτος διοικητής Σχολείου Πολέμου, δεν κατόρθωσα να το κάμω να αλλάξει δρόμο».

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.