Ανδρέας, ο ένδοξος "μονομάχος" υπηρέτης του Βελισάριου

Καρύκας Παντελής
1404

Ο Ανδρέας ήταν υπηρέτης του μεγάλου στρατηγού Βελισάριου. Ήταν σχεδόν συνομήλικος με τον Βελισάριο και μεγάλωσαν ουσιαστικά μαζί, αφού ο Ανδρέας ακολούθησε τον μετέπειτα ένδοξο στρατηγό από τα προγονικά κτήματα στη Θράκη, στο σχολείο όπου φοίτησε στην Ανδριανούπολη, κατόπιν στην Πόλη και σε όλες τις εκστρατείες του. Ο Ανδρέας υπήρξε κάτι περισσότερο από υπηρέτης του Βελισάριου.

Ήταν φίλος του στρατηγού και τον υπηρέτησε πιστά, από τους σχολικούς καυγάδες στην Ανδριανούπολη, μέχρι τον μαρτυρικό του θάνατο, αρνούμενος να εκστομίσει το παραμικρό κατά του φίλου του. Το απόγειο της δόξας του Ανδρέα (κατά αγαθή σύμπτωση, όπως και του Βελισάριου) σημειώθηκε στη μάχη του Δάρας το 530 π.Χ.

Έχοντας εκστρατεύσει στην Ανατολή με διαταγή του Ιουστινιανού, ο Βελισάριος πήρε φυσικά μαζί του και τον Ανδρέα. Πριν την έναρξη της μάχης και ενώ οι δύο στρατιές, η βυζαντινή και η περσική ήταν αντιμέτωπες, ξεπετάχτηκε ανάμεσα από τους ζυγούς ένας Πέρσης ιππέας ο οποίος προκάλεσε, στα ελληνικά, όποιον αντίπαλο τολμούσε να μονομαχήσει μαζί του. Κανείς δεν εμφανίστηκε, όχι γιατί δεν τολμούσε, όπως αναφέρει ο Προκόπιος, αλλά γιατί είχε δοθεί ρητή διαταγή να μην διασπασθεί η παράταξη για κανένα λόγο.

Ο Πέρσης όμως άρχισε, πάντα στα ελληνικά, να κοροϊδεύει τους Βυζαντινούς φωνάζοντας τους ότι ήσαν δειλοί. Τότε εμφανίστηκε ένας υπηρέτης, ο Ανδρέας, ο οποίος παρακάλεσε τον Βελισάριο να του επιτρέψουν να μονομαχήσει αυτός με τον Πέρση. Ακόμα και αν σκοτώνονταν, του είπε, δεν θα δημιουργούνταν πρόβλημα, αφού δεν ήταν στρατιώτης και όλοι το γνώριζαν αυτό. Με βαριά καρδιά ο Βελισάριος το επέτρεψε και ο Ανδρέας, εξοπλίσθηκε, ίππευσε σε ένα άλογο και όρμησε κατά του Πέρση ευγενή, με τα βαρύτιμα όπλα. Ο Πέρσης όρμησε και αυτός καταπάνω στον αντίπαλό του. ο Ανδρέας όμως απεδείχθη ταχύτερος και με ένα επιδέξιο κτύπημα με τη λόγχη έριξε τον Πέρση κάτω από το άλογο.

Ο θώρακας του Πέρση άντεξε στο πλήγμα. Κατά την πτώση όμως ο Πέρσης έπεσε με το κεφάλι και ζαλίστηκε. Πριν προλάβει να συνέλθει, ο Ανδρέας αφίππευσε δίπλα του και τον αποκεφάλισε, όχι με σπαθί, αλλά με ένα μαχαίρι, όπως σφάζουν τα ζώα, δηλώνοντας με τον τρόπο του ξεκάθαρα πόσο εκτιμούσε τους Πέρσες!

Μια ουρανομήκης κραυγή ακούστηκε από όλον τον Βυζαντινό Στρατό, μια ζητωκραυγή για τον ήρωα, ο οποίος ανενόχλητος, υπό τα βλέμματα των κατάπληκτων Περσών, φόρτωσε το νεκρό σώμα του αντιπάλου του στο άλογο του Πέρση, φόρτωσε επάνω και τα πολυτελή του όπλα και κινήθηκε αμέριμνα προς την βυζαντινή παράταξη! Ο Βελισάριος τίμησε τον Ανδρέα χαρίζοντας του ένα ασημένιο κράνος και μια λόγχη με μια άσπρη σημαιούλα επάνω, όπως αυτές που κρατούσαν κάποτε στα κτήματα τους στη Θράκη.

Οι Πέρσες, πάντως, συγκλονίστηκαν από το αποτέλεσμα της μονομαχίας και ο Πέρσης στρατηγός Περόζης αποφάσισε να στείλει επειγόντως αγγελιαφόρο στην γειτονική περσική πόλη της Νίσιβις, για να ζητήσει την αποστολή ακόμα 10.000 ανδρών για τη μάχη που θα δίδονταν την επομένη. Την ίδια ώρα ένας άλλος Πέρσης ευγενής ιππέας, όχι νεαρός αλλά άνδρας ώριμος και άξιος στα πολεμικά, όπως έδειχναν οι κινήσεις του, βγήκε και πάλι από τις περσικές γραμμές για να προκαλέσει σε μονομαχία τον ίδιο τον Βελισάριο.

Ο Βελισάριος φυσικά αγνόησε την πρόκληση. Λέγεται πάντως πως είπε στους βουκελαρίους του: «Αν επιθυμεί τον θάνατο γιατί δε πάει να κρεμαστεί και ζητά να γίνω εγώ το εκτελεστικό όργανο του χάροντα»; Ο Πέρσης πάντως εξακολούθησε να προκαλεί για λίγη ώρα και όταν κανείς δεν φαινόταν να απαντά στην πρόκληση κίνησε και πάλι για τις γραμμές του. Ξαφνικά όμως εμφανίστηκε και πάλι ένας ιππέας να περνά μέσα από τις ατάραχες γραμμές του Βυζαντινού Στρατού και να καλπάζει εναντίον του θρασύτατου εχθρού. Ο ιππέας φορούσε ένα ασημένιο κράνος και κρατούσε σφικτά στο χέρι μια λόγχη με μια μικρή λευκή σημαία επάνω. Ήταν και πάλι ο Ανδρέας.

Αμέσως ο Πέρσης στράφηκε κατά του Ανδρέα προτάσσοντας τη λόγχη του. Οι δύο ιππείς χύθηκαν ο ένας καταπάνω του άλλου. Οι λόγχες τους έσπασαν καθώς προσέκρουσαν με δύναμη πάνω στους ισχυρούς τους θώρακες. Τα άλογα τους όμως έπεσαν επίσης το ένα πάνω στο άλλο και οι δύο αντίπαλοι βρέθηκαν ξαπλωμένοι άνω στο χώμα. Μια κραυγή αγωνίας αντήχησε και από τα δύο στρατεύματα. Οι δύο άνδρες, τραυματισμένοι και οι δύο κατέβαλαν την ύστατη ικμάδα της δύναμης τους για να σηκωθούν και πάλι όρθιοι και να αρπάξουν τα όπλα τους.

Και πάλι ο Ανδρέας απεδείχθη ταχύτερος. Την ώρα που ο Πέρσης επιχειρούσε να σηκωθεί δέχθηκε μια γροθιά στο πρόσωπο και ξαναέπεσε στο έδαφος. Πριν προλάβει να συνέλθει από το κτύπημα ο Ανδρέας, τον άρπαξε από το πόδι και τον έριξε στο έδαφος με κρότο και με το ίδιο μαχαίρι τον σκότωσε. Αυτή τη φορά οι ζητωκραυγές ακούστηκαν πολύ εντονότερες, αφού ακόμα και οι κάτοικοι του Δάρας είχαν ανέβει στα τείχη και παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα την μονομαχία ανάμεσα στον Έλληνα υπηρέτη και στον Πέρση αξιωματικό.

Ο Ανδρέας μετέφερε και πάλι τον νεκρό Πέρση στις βυζαντινές γραμμές, την ώρα που οι στρατιώτες έψαλλαν τον νικητήριο παιάνα. Ύστερα από αυτό οι Πέρσες αποσύρθηκαν κατηφείς για να διανυκτερεύσουν. Οι Βυζαντινοί αποσύρθηκαν επίσης τραγουδώντας εντός των τειχών της πόλης για να περάσουν με ασφάλεια τη νύκτα.

Η δημοσιογραφία για να είναι αδέσμευτη-ανεξάρτητη πρέπει να χρηματοδοτείται κυρίως από τους αναγνώστες. Πρόκειται για κανόνα αποδεδειγμένης ισχύος. Εάν πιστεύετε ότι το SLpress.gr προσφέρει κάτι ξεχωριστό, ότι αξίζει να επιβιώσει και να βελτιωθεί, ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ το.