Ο Αχαιός οπλίτης στον Τρωικό Πόλεμο

Παντελής Καρύκας
492

Γράφει ο Παντελής Καρύκας

Θεωρείται, λανθασμένα, ότι ο τύπος του οπλίτη πολεμιστή, που κυριάρχησε στα πεδία μαχών των κλασικών χρόνων, ήταν απόρροια της δημιουργίας του θεσμού της πόλης- κράτους. Στην πραγματικότητα ως πρώτο-οπλίτες πολεμούσαν και οι Υστερομηκυναίοι βαρέοι πεζοί.

Ως και τον Τρωικό Πόλεμο (μέσα 13ου αι. π.Χ.) ο βασικός τύπος πεζικού των μυκηναϊκών στρατών ήταν ο εξοπλισμένος με οκτώσχημη ή ποδήρη ασπίδα και μακρύ δόρυ (έγχος, μήκος άνω των 3μ.) στρατιώτης, που πολεμούσε ταγμένος σε βαθύ σχηματισμό, τύπου φάλαγγας. Ο τύπος αυτός πεζού εξακολούθησε να βρίσκεται σε υπηρεσία – βάσει της Ιλιάδας – και στα Τρωικά.

Αλλαγή οπλισμού

Τα κρατίδια της Πύλου, της Κρήτης και της Σαλαμίνας φέρονται να διατήρησαν τον παλαιό τρόπο μάχης ακόμα και στον τρωικό κάμπο. Τα λοιπά μυκηναϊκά κρατίδια όμως μετέβαλλαν τις τακτικές μάχης τους, εκτός ορισμένων τα οποία εξαρχής ακολουθούσαν μια πιο ευέλικτη τακτική μάχης.

Η αιτία αλλαγής του οπλισμού και του τρόπου μάχης του πεζικού έχει σαφώς να κάνει με τις αλλαγές οι οποίες συντελέστηκαν στον οπλισμό και στις τακτικές χρήσης των αρμάτων, αλλά και στη νέα ευρύτερη θεώρηση του πολέμου καθαυτού.

Ο Αχαιός βαρύς πεζός, της περιόδου, προσέγγισε πλέον το πρότυπο του οπλίτη των κλασικών χρόνων ελαφρύτερο, πολεμώντας με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των «Εκδρόμων» (ελαφρά εξοπλισμένων) οπλιτών της κλασικής περιόδου.

Το μακρύ έγχος αντικαταστάθηκε από ένα κοντύτερο και ελαφρύτερο δόρυ, που ήταν ικανό να χρησιμοποιηθεί και ως ακόντιο και τα μακρά ξίφη της πρώτης περιόδου έδωσαν τη θέση τους σε κοντύτερα ίσια σπαθιά μήκους λεπίδας, κατά μέσο όρο, 60 εκατοστών (υπάρχουν μεγαλύτερα και μικρότερα υποδείγματα).

Πιθανόν να διέθετε και επιπλέον ακόντια, όπως οι πρώιμοι οπλίτες των Γεωμετρικών χρόνων, τα οποία εξακόντιζε πριν την επαφή με τον αντίπαλο, πολεμώντας κατόπιν με το δόρυ και το σπαθί.

Πεζικό πολλαπλού ρόλου

Ο Αχαιός οπλίτης της περιόδου μπορούσε τώρα να μάχεται σε κάθε τύπο εδάφους, είτε σε πυκνό σχηματισμό φάλαγγας, είτε σε χαλαρότερη τάξη, «πελταστικώς», αναλόγως του αντιπάλου και του εδάφους, όπως ακριβώς πολεμούσαν οι Έκδρομοι οπλίτες των τελών του 5ου και του 4ου αι. π.Χ. και οι Πεζέταιροι και οι Υπασπιστές του Μ. Αλεξάνδρου, αναλόγως της τακτικής κατάστασης.

Εκτός από τα έγχη και οι οκτώσχημης και οι ποδήρεις ασπίδες αντικαταστάθηκαν από μικρότερες, στρογγυλές ή ελαφρώς ελλειψοειδείς, όπως αυτές που εικονίζονται στο περίφημα αγγείο των πολεμιστών, πρώιμα πρότυπα βοιωτικού τύπου οπλιτικών ασπίδων.

Ακριβώς αυτόν τον τύπο πολεμιστή κυρίως περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα να ακοντίζει, να ξιφομαχεί, να πλήττει με το δόρυ του. Οι μάχες στην περίοδο αυτή ήταν πολύ πιο «ρευστές» και είχαν τον χαρακτήρα ενός συνόλου ατομικών συγκρούσεων περισσότερο. Οι άνδρες πύκνωναν τους ζυγούς μόνο όταν επρόκειτο να δεχτούν επέλαση εχθρικών αρμάτων.

Στους πίσω ζυγούς μπορούσαν να λάβουν θέση και πάλι θέση τοξότες, οι οποίοι με υπερκείμενες βολές υποστήριζαν τον σχηματισμό. Αντίθετα όταν πολεμούσαν κατά πεζικού, ιδιαίτερα αν αυτό διέθετε εκηβόλα όπλα, οι Αχαιοί οπλίτες «άνοιγαν» τους ζυγούς τους, για να περιορίσουν τις απώλειες από τα εχθρικά βλήματα και πλησίαζαν τον εχθρό ταχύτητα.

Οι άνδρες των πρώτων ζυγών, που ονομάζονταν «Πρόμαχοι» (οι πρώτοι στη μάχη), έφεραν σχεδόν πάντα θώρακα-παρόμοιο με τον κωδονόσχημο των γεωμετρικών χρόνων. Οι δε ασπίδες τους έφεραν και λαβή και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και επιθετικά.

Μυρμιδόνες και ελαφρύ πεζικό

Τον Αχαιό οπλίτη υποστήριζαν – όπως αργότερα οι πελταστές – αποσπάσματα από συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές που πολεμούσαν «πελταστικά». Ήταν κυρίως τα αποσπάσματα με άνδρες από ορεινές περιοχές της Ελλάδας, οι οποίες παραδοσιακά παρήγαγαν εξαίρετο ελαφρύ πεζικό.

Τέτοια τμήματα ήταν των Λοκρών, των Φωκέων, των Αιτωλών, αλλά και των Ηπειρωτών και των Πυλίων, όπως αποδεικνύεται από τις τοιχογραφίες του λεγομένου ανακτόρου του Νέστορα στην Πύλο. Οι Πύλιοι ελαφροί πεζοί εικονίζονται με κράνος, κοντό δόρυ-ακόντιο και σπαθί να τρέπουν σε φυγή ορεσίβιους βαρβάρους.

Εξαίρεση αποτελούσαν οι περίφημοι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα. Οι Μυρμιδόνες ήταν επίσης οπλισμένοι, με στρογγυλή ασπίδα, δόρυ, ακόντιο και σπαθί. Κράνη και θώρακες έφεραν σίγουρα οι Πρόμαχοι. Οι Μυρμιδόνες ήταν επίλεκτο τμήμα, όχι γιατί έφεραν πρωτοποριακά για την εποχή όπλα, αλλά λόγω της επιθετικής τακτικής που χρησιμοποιούσε.

Πολεμούσαν όπως και οι λοιποί Αχαιοί οπλίτες, αλλά αιφνιδίαζαν τον αντίπαλο με την ορμή τους, στηριζόμενοι στην ταχεία, ορμητική επίθεση για να διασπάσουν τους αντιπάλους. Αν οι τελευταίοι δεν διέθεταν την απαραίτητη εκπαίδευση, συνοχή και ψυχραιμία ήταν βέβαιο ότι θα παρασύρονταν από την έφοδο των Μυρμιδόνων.

Στην Ιλιάδα άλλωστε γίνεται εύκολα αντιληπτό το πόσο εκτιμούσαν και πόσο έτρεμαν οι Τρώες τους Μυρμιδόνες και των αρχηγό τους, τον Αχιλλέα, παρά το γεγονός ότι ήσαν λίγοι -μόλις 2.500 άνδρες, βάσει της Ιλιάδας.

Ο Αχαιός οπλίτης της εποχής υπήρξε ο απευθείας πρόγονος του εξοπλισμένου με δόρυ και ακόντιο οπλίτη των Γεωμετρικών χρόνων και ο «προπάππος» των οπλιτών που έγραψαν σελίδες δόξας τον 5ο και 4ο αι. π.Χ.