Φον Σιλ: Οι Γερμανοί «παρτιζάνοι» κατά του Ναπολέοντα

Παντελής Καρύκας
514

Η εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων φαντάζει σήμερα ως μια περίοδος όπου άψογα ντυμένοι στις φανταχτερές τους στολές τακτικοί στρατιώτες ελίσσονταν και πολεμούσαν σε τέλειους σχηματισμούς, όπου οι στρατοί των βασιλέων αγωνίζονταν αποκλειστικά στα πεδία των μαχών και όπου δεν υπήρχαν αυτά που σήμερα ονομάζουμε κινήματα αντίστασης, με εξαίρεση την Ισπανία.

Η αλήθεια είναι φυσικά πολύ διαφορετική. Αντιστασιακά κινήματα εμφανίστηκαν σε όλη την κατεχόμενη από τους Γάλλους Ευρώπη. Πρωτοπόροι δε και στην μορφή αυτή ένοπλου αγώνα ήταν οι πειθαρχικοί Πρώσοι.

Αφετηρία της πρωσικής αντίστασης κατά των Γάλλων ήταν οι μάχες της Ιένα και του Άουερσταντ, στις 14 Οκτωβρίου 1806. Η διπλή αυτή ήττα σηματοδότησε την πλήρη καταστροφή του τακτικού Πρωσικού Στρατού ως οργανωμένης δύναμης.

Μόνο υπολείμματα μονάδων ξέφυγαν από την καταστροφή. Υπό εμπνευσμένους ηγέτες όμως τα υπολείμματα αυτά, με τα οποία ενώθηκαν και εθελοντές πολίτες, πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση στους Γάλλους εισβολείς, κυρίως στην Πομερανία και τη Σιλεσία (Κόλμπεργκ και Μπρέσλαου αντίστοιχα). Μετά την οριστική κατάπαυση των εχθροπραξιών και την υπογραφή της συνθήκης του Τιλσίτ, βάσει της οποίας η Πρωσία έχανε τα μισά της εδάφη και τον μισό της πληθυσμό, η αντίσταση δεν έπαψε.

Φλογεροί πατριώτες όπως ο φον Σιλ συνέχισαν τον αγώνα, αν και χωρίς ελπίδα επιτυχίας, μέχρι το τέλος, ελπίζοντας να δοθεί η ευκαιρία και ο πρωσικός αετός να απλώσει ξανά τα φτερά του.
Φον Σιλ.

Ο Γερμανός αρχιπαρτιζάνος

Ο επίλαρχος Φερδινάνδος Βαπτιστής φον Σιλ ήταν σίγουρα μια ξεχωριστή προσωπικότητα της εποχής, πραγματικό δημιούργημα του ρεύματος του Ρομαντισμού. Ο φον Σιλ γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1776 κοντά στη Δρέσδη της Σαξωνίας.

Αν και δεν ήταν Πρώσος κατατάχθηκε στον Πρωσικό Στρατό σε ηλικία μόλις 12 ετών. Όραμά του, κληρονομιά από τον πατέρα του, ήταν η ένωση της Γερμανίας, η οποία την εποχή εκείνη ήταν χωρισμένη σε δεκάδες κρατίδια. Κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου ο πατέρας του φον Σιλ είχε συγκροτήσει με δικά του έξοδα ένα εθελοντικό σώμα που πολεμούσε υπέρ του Μεγάλου Φρειδερίκου.

Ο φον Σιλ έζησε από κοντά την μεγαλύτερη ταπείνωση της Πρωσίας, πολεμώντας στη μάχη του Άουερσταντ με τον βαθμό του υπιλάρχου, στα τάξεις του συντάγματος Δραγώνων της Βασίλισσας. Τραυματίστηκε μάλιστα στη μάχη, αλλά κατάφερε να ξεφύγει και να φτάσει στην Πομερανία, καταφέρνοντας μάλιστα στην πορεία να απελευθερώσει αιχμαλώτους στρατιώτες του, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τη συγκρότηση του Ελεύθερου Σώματος φν Σιλ, που έμελλε να γράψει τη δική του σελίδα στη γερμανική ιστορία.

Στις 13 Ιανουαρίου έλαβε επίσημη έγκριση από τον στρατηγό και μετέπειτα στρατάρχη Μπλύχερ να οργανώσει ένα σώμα που θα δρούσε στα νώτα των γαλλικών δυνάμεων. Ο ίδιος ο Μπλύχερ κλείστηκε με όσους άνδρες διέθετε στην οχυρωμένη πόλη Κόλμπεργκ στις ακτές της Βαλτικής και με τη βοήθεια των κατοίκων της πόλης αμύνθηκε σθεναρά στις γαλλικές επιθέσεις από τις 26 Απριλίου, μέχρι τις 2 Ιουλίου 1807.

Ο φον Σιλ έχοντας ήδη συγκροτήσει δύο ίλες ιππικού και ετοιμάζοντας και μια τρίτη, είχε αρχίσει, παρά την απόλυτη σχεδόν έλλειψη όπλων, να εκτελεί παράτολμες επιδρομές στα νώτα των γαλλικών δυνάμεων που πολιορκούσαν την πόλη. Αφού στρατολόγησε και έναν επίσης φλογερό πατριώτη, απλό ξυλοκόπο της περιοχής, τον Γιόχαν Ότο, του ανέθεσε να οργανώσει ένα τάγμα εθελοντών κυνηγών από τους κατοίκους της περιοχής.

Οι πρώτες μάχες

Μαζί κατάφεραν να ενδυναμώσουν το σώμα, το οποίο έφτασε να αριθμεί περίπου 420 ιππείς και πάνω από 300 πεζούς. Οι άνδρες του φον Σιλ σύντομα άρχισαν να καθιστούν την παρουσία τους έντονη. Οι γαλλικές εφοδιοπομπές και κάθε μεμονωμένο απόσπασμα δέχονταν συντριπτικά πλήγματα. Ο φον Σιλ δεν δίστασε μάλιστα να αντιμετωπίσει σε κανονική μάχη τους Γάλλους στο Νάουγκαρντ, στις 18 Φεβρουαρίου 1807.

Στη μάχη το σώμα υπέστη σημαντικές απώλειες, αλλά το γεγονός και μόνο ότι στάθηκαν ως ίσοι απέναντι στους βετεράνους του Ναπολέοντα εξύψωσε το ηθικό των ανδρών κατακόρυφα. Παράλληλα μεγάλωσε και η φήμη του σώματος και του γενναίου αρχηγού του, με αποτέλεσμα να κατατάσσονται σε αυτό συνεχώς νέου άνδρες. Στις 4 Ιουνίου 1807 το σώμα ήταν συγκροτημένο ως εξής:

– Επιλαρχία Δραγώνων, των δύο ιλών με 200 άνδρες
– Επιλαρχία Ουσάρων, των δύο ιλών με 200 άνδρες
– Ουλαμός εφίππων κυνηγών, με 34 άνδρες
– Τάγμα ελαφρού πεζικού με 300 άνδρες
– Λόχος ακροβολιστών κυνηγών με 217 άνδρες
– Πυροβολαρχία υποστήριξης με 2 πυροβόλα των 3 και 2 των 6 λιβρών

Με την λήξη των εχθροπραξιών το σώμα αναδιοργανώθηκε. Οι ιππείς του φον Σιλ συγκρότησαν το 2ο Σύνταγμα Ουσάρων του Βρανδεμβούργου φον Σιλ. Το δε ελαφρύ τάγμα του φον Σιλ εντάχθηκε στο νέο Σύνταγμα Βασιλικής Σωματοφυλακής και ο λόχος κυνηγών εντάχθηκε στο Τάγμα Κυνηγών της Βασιλικής Φρουράς.

Εξέγερση

Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά οι άνδρες του Σώματος δεν διέθεταν καν όπλα και φορούσαν διάφορες στολές και πολιτικά ενδύματα, δίνοντας την εντύπωση ότι το σώμα δεν ήταν παρά συμμορία ληστών. Πολλοί εθελοντές στερούμενοι μουσκέτων είχαν οπλιστεί με αυτοσχέδιες σάρισσες και δρεπάνια τα οποία έδεναν σε ξύλινους στειλεούς.

Η γαλλική ειρήνη πάντως δεν ταίριαζε στον φον Σιλ. Το 1809 ξέσπασε ο πόλεμος Αυστρίας Γαλλίας και ο φον Σιλ αποφάσισε να πολεμήσει ξανά τους Γάλλους. Σκόπευε να εισβάλει στο νεοπαγές βασίλειο της Βεστφαλίας, ένα κράτος δημιούργημα του Ναπολέοντα στο οποίο είχε στέψει βασιλιά τον ανίκανο αδελφό του Ιερώνυμο, με σκοπό να ξεσηκώσει του επανάσταση κατά των Γάλλων.

Με την πρόφαση πως θα πήγαινε για ασκήσεις, ο φον Σιλ πήρε το σύνταγμά του και αναχώρησε από το Βερολίνο. Λίγο έξω από την πόλη ύψωσε τη σημαία της δικής του επανάστασης. Σε λίγο τάχθηκαν στο πλευρό του και αρκετοί άλλοι αξιωματικοί, μεμονωμένοι στρατιώτες και ένας λόχος πεζικού. Ο μικρός στρατός του φον Σίλ βάδισε τότε προς τη Σαξωνία.

Εκεί κατάφερε να νικήσει τα τμήματα που στάλθηκαν εναντίον του, στρατολογώντας μάλιστα μεγάλο αριθμό από τους αιχμαλώτους Μαγδεμβούργιους και Βεστφαλούς στρατιώτες. Με το σώμα του να αριθμεί πλέον 2.000 άνδρες ο φον Σιλ συνέχισε την πορεία του στη Βεστφαλία πλέον. Εκεί όμως ο Ιερώνυμος Βοναπάρτης, έστειλε εναντίον του Ολλανδούς στρατιώτες, οι οποίοι δεν ένιωθαν φυσικά καμία συμπάθεια για τον αγώνα του.

Απέναντι στις πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις ο φον Σιλ υποχρεώθηκε να κινηθεί βόρεια, με σκοπό να φτάσει στη Βαλτική και από εκεί να ενωθεί με το «Μαύρο Σώμα» του δούκα του Μπράουνσβάϊγκ και να διασωθεί από τα βρετανικά πλοία.

Ηρωικό τέλος

Δεν τα κατάφερε όμως. Παγιδεύτηκε στην πόλη Στράλσουντ της σουηδικής, τότε, Πομερανίας. Εκεί δέχτηκε την επίθεση πενταπλάσιων εχθρών. Παρόλα αυτά πολέμησε ηρωικά. Ο ίδιος με το ξίφος στο χέρι εφόρμησε εναντίον μιας μάζας Δανών στρατιωτών – η Δανία ήταν σύμμαχος του Ναπολέοντα και είχε αποστείλει στρατεύματα για τη κατάπνιξη του κινήματος στην περιοχή.

Στις 31 Μαΐου 1809 οι εχθρικές δυνάμεις εισέβαλαν στην πόλη. Στους δρόμους επικράτησε πανικός. Ο φον Σιλ όρμησε μόνος κατά ενός λόχου Δανών στην κεντρική πλατεία της πόλης, έφιππος, έτοιμος να πεθάνει πολεμώντας. Μια ομοβροντία τον έριξε νεκρό. Από τους άνδρες του περίπου 1.000 κατάφεραν να ξεφύγουν και να φτάσουν σε πρωσικό έδαφος. Εκεί δικάστηκαν και φυλακίστηκαν, αλλά σε λίγο απελευθερώθηκαν.

Άλλοι 570 αιχμαλωτίστηκαν και όσοι δεν εκτελέστηκαν πέθαναν μαρτυρικά στα γαλλικά κάτεργα. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος της επανάστασης του φον Σιλ, η οποία ναι μεν δεν πέτυχε του σκοπού της, αλλά προκάλεσε την εθνική αφύπνιση των Γερμανών.

Το όνομα του φον Σιλ έγινε συνώνυμο με τον γερμανικό πατριωτισμό, έγινε ποίημα, έγινε τραγούδι και εμβατήριο. Σύντομα οι άνδρες του θα έπαιρναν την εκδίκησή τους.

Οι αντίπαλοι πάντως δεν σεβάστηκαν τον γενναίο τους αντίπαλο. Έκοψαν το κεφάλι του νεκρού αξιωματικού και το έστειλαν «δώρο» στον βασιλιά Ιερώνυμο. Ο δειλός Ιερώνυμος τρόμαξε και ο ίδιος από το «δώρο» και το παρέδωσε σε έναν Ολλανδό γιατρό.

Το κεφάλι τοποθετήθηκε στο πανεπιστήμιο του Λάιντεν της Ολλανδίας και χρησιμοποιήθηκε στα μαθήματα ιατρικής. Το 1837 όμως ανακαλύφθηκε σε ποιόν ανήκε και ετάφη σε μνημείο που ανεγέρθηκε στο Μπράουνσβαϊγκ.