Μια μάχη και δύο πόλεμοι – Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα σύγχρονα Βαλκάνια

Μια μάχη και δύο πόλεμοι – Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα σύγχρονα Βαλκάνια, Βλάσης Αγτζίδης
Φωτό: ΑΠΕ:ΜΠΕ

Η δεύτερη φάση της πολεμικής σύγκρουσης στα ευρωπαϊκά ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα αρχίσει στις 16 Ιουνίου 1913 και θα περατωθεί στις 18 Ιουλίου. Το μέτωπο των βαλκανικών χριστιανικών κρατών που είχε κατανικήσει τα νεοτουρκικά στρατεύματα είχε διαρραγεί και οι παλιοί σύμμαχοι συγκρούστηκαν μεταξύ τους για την τελική μορφή που θα είχε η εδαφική επικράτεια που θα κατοχύρωναν υπέρ τους.

Η Βουλγαρία θα επιχειρήσει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της επιτιθέμενη κατά των Ελλήνων και των Σέρβων για να δεχτεί τελικά την επίθεση και της Ρουμανίας, αλλά και της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να χάσει το σύνολο σχεδόν των κερδών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Η μάχη του Κιλκίς-Λαχανά υπήρξε το κομβικό σημείο στην εξέλιξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Έθεσε εκτός μάχης το μεγαλύτερο Βαλκάνιο ανταγωνιστή και επιβεβαίωσε οριστικά την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας στην Ελλάδα.

Παράλληλα, η μάχη αυτή απέδειξε ότι η ενότητα και η προσήλωση σ’ ένα κοινό στόχο μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα που φαίνονταν έως εκείνη τη στιγμή απραγματοποίητα. Αυτό το πνεύμα όμως, που οδήγησε στο θρίαμβο της μάχης του Κιλκίς, σύντομα θα παραχωρήσει τη θέση του στη διαίρεση και τον ανταγωνισμό. Ο Εθνικός Διχασμός, που θα είναι η επόμενη φάση εκείνης της μεγαλειώδους πορείας των βαλκανικών πολέμων, θα οδηγήσει στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, στην οριστική απώλεια αρχαίων κοιτίδων όπως η Ιωνία, ο Πόντος και η Ανατολική Θράκη και θα δρομολογήσει τις ιστορικές εκείνες εξελίξεις που θα διαμορφώσουν τις σύγχρονες σχέσεις και εντάσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το ιστορικό πλαίσιο

Ας δούμε όμως σε τι πλαίσιο διεθνών σχέσεων και παρεμβάσεων συνέβησαν τα γεγονότα αυτά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα Βαλκάνια ήταν η “πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης” γιατί αποτελούσαν ένα ασταθές γεωπολιτικό σημείο του πλανήτη. Τα Βαλκάνια αποτελούσαν τη γέφυρα που συνέδεε την Ευρώπη με την Ασία και την Εγγύς Ανατολή. Η γεωστρατηγική θέση της Χερσονήσου του Αίμου καθόριζε και τη σημασία που της έδιναν οι μεγάλες δυνάμεις εκείνης της εποχής. Όποιος ήλεγχε τα Βαλκάνια, ήλεγχε και τα Στενά των Δαρδανελίων. Δηλαδή είχε τον έλεγχος της ναυσιπλοΐας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Η απόκτηση αυτού του ελέγχου ήταν ο μεγάλος στόχος της Ρωσίας, τόσο την τσαρική, όσο και την σοβιετική περίοδο.

Παράλληλα, αυτός ήταν και ο φόβος της Μεγάλης Βρετανίας που καθόριζε την πολιτική της κάθε στιγμή. Για αυτό και για πολύ καιρό, για την εξωτερική βρετανική πολιτική η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φαινόταν ότι ήταν ο μόνος εγγυητής της ρωσικής επέκτασης. Έως τη στιγμή της εξάρτησης των Νεότουρκων από την Γερμανία του Κάιζερ, δηλαδή από το νέο παγκόσμιο ανταγωνιστή των Βρετανών

Στο σημείο αυτό ακριβώς για πρώτη φορά οι Βρετανοί αποφασίζουν την οριστική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το ρόλο που είχε έως τότε δόθηκε στην Ελλάδα, τον μεγάλο κερδισμένο των Βαλκανικών Πολέμων. Είναι η μεγάλη ευκαιρία για τους Έλληνες να πετύχουν την Εθνική τους Ολοκλήρωση. Αλλά στο σημείο αυτό ενέσκηψε το 1915 ο Εθνικός Διχασμός με τις δύο αντιδιαμετρικές στρατηγικές (φιλοβρετανική VS φιλογερμανική), που οδήγησαν τελικά στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο και στην απόλυτη αποτυχία.

Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια

Μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), η Ρωσία υιοθέτησε μια νέα ιδεολογία ως μέσο αύξησης της επιρροής και την ισχύος: Τον πανσλαβισμό. Η ιδέα της ανασύστασης του ρωσικού και σλαβικού μεγαλείου φάνηκε να προσφέρει μια διέξοδο σ’ αυτήν την περίοδο της εθνικής αδυναμίας. Και η ενσάρκωση εκείνης της πρώτης περιόδου του πανσλαβισμού φάνηκε να είναι το βουλγαρικό εθνικό κίνημα.

Με την υποστήριξη της Ρωσίας δημιουργήθηκε το σύγχρονο βουλγαρικό κράτος ως ένας πιστός δορυφόρος στα Βαλκάνια που θα της εξασφάλιζε πρόσβαση στο Αιγαίο και στα Στενά των Δαρδανελίων. Η πολιτική αυτή ξεκίνησε με την διάσπαση της ενότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Για αυτό μεσολάβησε προς την οθωμανική εξουσία να αναγνωρίσει επισήμως την Βουλγαρική Εξαρχία, δηλαδή την αυτόνομη βουλγαρική εκκλησία.

Εφεξής το θρησκευτικό στοιχείο θα είναι το κύριο μέσο του βουλγαρικού εθνικισμού για να επεκτείνει την επιρροή του εκβουλγαρίζοντας τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην οθωμανική Μακεδονία. Έτσι θα ξεκινήσει ο ανταγωνισμός Ελλήνων και Βουλγάρων, αυτό που γνωρίζουμε ως Μακεδονικό Αγώνα, ο οποίος ξεκίνησε ως αντίδραση στη βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν το 1903.

Η ίδρυση του βουλγαρικού κράτους έγινε μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-78 και με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) οπότε η Ρωσία δημιουργεί τη Μεγάλη Βουλγαρία που περιλαμβάνει και όλη την Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία, πλην Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί την οργή των Μεγάλων Δυνάμεων που λίγους μήνες αργότερα ακυρώνουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Παρόλα αυτά θα δημιουργηθεί το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας ως ηγεμονία υποτελής στο σουλτάνο. Παράλληλα θα δοθεί αυτονομία, εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όμως, στην Ανατολική Ρωμυλία με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη.

Όμως τον Σεπτέμβριο του 1885 το βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα με πραξικόπημα στην Φιλιππούπολη κήρυξε την ένωση με το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας και έτσι ενσωμάτωσε παρά τις διεθνείς αντιδράσεις την Ανατολική Ρωμυλία.

Η ήττα της ρωσικής διπλωματίας με το Συνέδριο του Βερολίνου απομάκρυνε τη Βουλγαρία από τον πανσλαβιστή σύμμαχό της και έτσι άρχισε η προσέγγιση προς τη νέα μεγάλη διεθνή δύναμη, τη Γερμανία. Μετά από την βουλγαρική παρασπονδία οι Ρώσοι θα αναζητήσουν έναν νέο σλάβο σύμμαχο στα Βαλκάνια και αυτόν θα τον βρουν στο πρόσωπο της Σερβίας. Η πλήρης ανεξαρτησία της Βουλγαρίας όμως θα επιτευχθεί το 1908. Παρόλη τη στροφή της Βουλγαρίας προς τη Γερμανία, η Ρωσία θα επιμείνει και θα ωθήσει τη Βουλγαρία στη δημιουργία της Βαλκανικής Συμμαχίας το 1912.

Η αυστριακή πολιτική

Η Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τα Βαλκάνια ως ένα ζωτικό χώρο στο Νότο που θα έπρεπε να βρίσκεται υπό τον έλεγχό της. Στόχος της υπήρξε ο έλεγχος της κοιλάδας του Αξιού και η κατάληψη της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Στόχος της επίσης ήταν και η αναχαίτηση του πανσλαβισμού και της Σερβίας, εφόσον στα εδάφη της κατοικούσαν πολλοί πληθυσμοί σλαβικής προέλευσης και δεν θα ήθελε τον επηρεασμό της από τις γειτονικές σλαβικές χώρες. Παράλληλα, ήταν θανάσιμη αντίπαλος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Και ακριβώς αυτή η αντιπαλότητα μετέτρεψε τα Βαλκάνια σε “πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης”.

Η αντιπαράθεση της Αυστρίας με τη Σερβία, η οποία ήταν πλέον σύμμαχος της Ρωσίας, ειδικά μετά την ενίσχυσή της από τις βαλκανικές της νίκες, θα δημιουργήσει τη θρυαλλίδα που θα προκαλέσει λίγο αργότερα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Αυστροουγγαρία ανήκει στις χώρες που είχαν κέρδη από τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878 εφόσον της δόθηκε η διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η οποία εν τούτοις περιοχή παρέμενε υπό την τυπική κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα προσαρτήσει πλήρως το 1908 εκμεταλλευόμενη την εσωτερική πολιτική κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω του κινήματος των Νεότουρκων.

Η πράξη αυτή εξόργισε την Σερβία και την Ρωσία και δημιούργησε συνθήκες ένοπλης αντιπαράθεσης. Επίσης η Αυστρία υποστήριξε τη Βουλγαρία στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον της Σερβίας και της Ελλάδας. Όλα αυτά τα στοιχεία θα αποτελέσουν τις αιτίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, η Αυστρο-ουγγαρία επιχείρησε σε συνεργασία με την Ιταλία, με τη δημιουργία του αλβανικού κράτους να εμποδίσει τη Σερβία να βρει έξοδο στην Αδριατική και να εξαφανίσει τις βλέψεις της Ελλάδας για τη Βόρειο Ήπειρο.

Η γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια

Η μεγάλη στρατηγική επιλογή της Γερμανίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξε η συμμαχία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μέσω αυτής η οικονομική και γεωστρατηγική επέκταση στην Ανατολή (Drang nach Osten). Γι’ αυτό θεμέλιος λίθος της γερμανικής πολιτικής ήταν διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Γερμανία επένδυσε τεράστια κεφάλαια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γερμανικοί όμιλοι (όπως η Deutsche Bank) χρηματοδότησαν τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου-Βαγδάτης, η οποία περνούσε μέσα από τα Βαλκάνια.

Η πλέον χαρακτηριστική προσωπικότητα αυτής της στρατηγικής γερμανικής επιλογής ήταν η αποστολή του Πρώσου στρατάρχη Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς (Colmar Freiherr von der Goltz, 1843-1916), που έμεινε στην ιστορία ως Γκολτς Πασάς (Goltz Pasha). Ο Γκολτς εστάλη στην Κωνσταντινούπολη το 1883 στο πλαίσιο της συνεργασίας της Γερμανίας με τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β’. Αναμόρφωσε τις στρατιωτικές σχολές και δημιούργησε μια ομάδα αξιωματικών που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στα επόμενα χρόνια. Η Γερμανία επένδυσε μεγάλα ποσά στην εκπαίδευση και στον εξοπλισμό του οθωμανικού στρατού.

Η νίκη των Οθωμανών κατά της Ελλάδας στον ατυχή πόλεμο του 1897 θεωρείται ότι οφείλεται στις μεταρρυθμίσεις, στους συμβούλους και στον εξοπλισμό που είχε εισαγάγει. Επίσης, και τα γιγάντια αμυντικά έργα του Σαραντάπορου, που οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι τα θεωρούσαν απόρθητα, ήταν γερμανικής κατασκευής και διοίκησης. Επίσης ο Γκολτς πασάς φέρει σημαντική ευθύνη για τις διώξεις και τις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυρίων) στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Με το βιβλίο του “Ο λαός στα όπλα” (Das Volk im Waffen), εισήγαγε την έννοια του απόλυτου, ολοκληρωτικού πολέμου, καλλιεργώντας την άποψη ότι ο στόχος μιας εκστρατείας δεν είναι απλώς η ήττα του αντίπαλου στρατού, αλλά ο ολοκληρωτικός αφανισμός του εχθρού. Το βιβλίο αυτό έγινε το “ευαγγέλιο” των Νεότουρκων. Ο Ενβέρ Πασάς είχε τον Γκολτς ως δάσκαλο και πρότυπο. Οι Νεότουρκοι εφάρμοσαν αυτή τη θεωρία της “εσωτερικής εκκαθάρισης” απέναντι στους χριστιανούς, τους οποίους θεωρούσαν εσωτερικό εχθρό και εμπόδιο για την ομογενοποίηση του κράτους.

Μετά την ήττα των Νεότουρκων το 1912, η γερμανική βαλκανική πολιτική αναπροσαρμόστηκε και συμπεριέλαβε και άλλες βαλκανικές χώρες. Ο νέος σύμμαχος ήταν πλέον η Βουλγαρία και ένα από τα μεταπολεμικά φιλέτα που της υποσχέθηκαν ήταν η Ανατολική Μακεδονία.

Η ιταλική πολιτική

Στη πρώτη φάση, η ιταλική πολιτική είχε ως κύριο στόχο την μετατροπή της Αδριατικής σε “ιταλική λίμνη”. Θεωρούσε ως ανταγωνιστές την Αυστρία και τη Σερβία και για αυτό επένδυε στη δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας. Ένα αλβανικό κράτος υπό την κηδεμονία της Ιταλίας θα ήλεγχε τα στενά του Οτράντο και θα ήταν φυσικός φραγμός τόσο της Σερβίας, όσο και της Ελλάδας.

Στη Διάσκεψη του Λονδίνου στα τέλη του 1912, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία πρωτοστάτησαν για τη δημιουργία του κράτους της Αλβανίας. Αυτό έγινε αποκλειστικά για να αποκλειστεί η Σερβία από τη θάλασσα και να περιοριστούν τα ελληνικά κέρδη στην Ήπειρο. Παράλληλα, η Ιταλία αποσκοπούσε στην εδραίωση της παρουσίας της και στην Μεσόγειο. Έτσι, με τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12 κατάφερε να αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα.

Στο επίπεδο των διεθνών συμμαχιών η Ιταλία κινήθηκε με βάση τα γεωπολιτικά της συμφέροντα. Ενώ ανήκε στη Τριπλή Συμμαχία μαζί με την Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, δεν δίστασε να υπονομεύσει την Αυστρία στα Βαλκάνια. Επίσης, όταν έκρινε ότι άλλαζαν οι Συνθήκες άλλαζε και μέτωπο. Έτσι, όταν η Ελλάδα με τον Εθνικό Διχασμό θα βρεθεί στο φιλογερμανικό στρατόπεδο (1915-1917) εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιταλία θα εγκαταλείψει την Τριπλή Συμμαχία. Θα προσχωρήσει στην Αντάντ ευελπιστώντας στα μεταπολεμικά κέρδη, τα οποία ήταν αυτά που έχανε η Ελλάδα με την φιλογερμανική της πολιτική. Δηλαδή την Δυτική Μικρά Ασία με τη Σμύρνη προσδοκώντας στη δημιουργία ενός ιταλικού κράτους μαζί με τα Δωδεκάνησα, μέσω του οποίου θα ήλεγχε την Ανατολική Μεσόγειο.

Η πολιτική Βρετανίας-Γαλλίας

Ιστορικά, το Λονδίνο υποστήριζε την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να εμποδίσει τη ρωσική κάθοδο στη Μεσόγειο. Γι’ αυτό και η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στα Βαλκάνια το 1912 χαρακτηριζόταν από ουδετερότητα, επιδίωξη διατήρησης των ισορροπιών και αποτροπή ενός γενικευμένου ευρωπαϊκού πολέμου. Όταν έγινε σαφές ότι η Βαλκανική Συμμαχία (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο) επικρατούσε ολοκληρωτικά στα πεδία των μαχών, η Βρετανία εγκατέλειψε το δόγμα της οθωμανικής ακεραιότητας. Η Βρετανία έβλεπε θετικά την εδαφική επέκταση της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου και τη Μακεδονία, καθώς θεωρούσε τη χώρα μια ναυτική δύναμη που θα μπορούσε μελλοντικά να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε άλλες επιρροές στη Μεσόγειο.

Σε μεγάλο βαθμό η μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία συνέπιπταν στις εκτιμήσεις και στα συμφέροντα για τα της βαλκανικής. Παρότι και οι δύο χώρες ήταν σύμμαχες με τη Ρωσική Αυτοκρατορία, δεν επιθυμούσαν εκείνη τη στιγμή τον έλεγχο των Στενών από αυτήν μέσω της Βουλγαρίας. Παράλληλα, και οι δύο χώρες προσπαθούσαν να μην επιτρέψουν τα πράγματα να εξελιχθούν προς ένα γενικευμένο πόλεμο στην Ευρώπη. Η πολιτική της Γαλλίας στα Βαλκάνια το 1912 χαρακτηριζόταν από την αγωνιώδη προσπάθεια αποτροπής ενός ευρωπαϊκού πολέμου, τη διατήρηση των οικονομικών της επενδύσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ενίσχυση της συμμαχίας της με τη Ρωσία.

Όταν η Βρετανία ανέλαβε πρωτοβουλία και συγκάλεσε τη Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 1912, για την ειρηνική διευθέτηση των συνόρων μετά το τέλος του βαλκανικού πολέμου, η Γαλλία την υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις προσδοκώντας στον περιορισμό της κρίσης στο διπλωματικό πεδίο. Φυσικά όπως γνωρίζουμε, ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε λόγω των βουλγαρικών προσδοκιών για πλήρη επικράτηση στη Μακεδονία.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx