Μύλοι: Το τσάκισμα του Ιμπραήμ πασά με το γιαταγάνι

Παντελής Καρύκας
881

Το 1825 η κατάσταση για τους Έλληνες, λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων και της ανικανότητας των διοικούντων, είχε καταστεί αυτόχρημα τραγική. Ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο, είχε συντρίψει τους Έλληνες στο Κρεμμύδι Μεσσηνίας, είχε νικήσει και τον Παπαφλέσσα και είχε κυριεύσει πολλά κάστρα, ακόμα και την Τριπολιτσά.

Έχοντας επικρατήσει και του Κολοκοτρώνη στη μάχη της Τραμπάλας ο Αιγύπτιος πασάς κινήθηκε προς το Ναύπλιο. Η τυχόν κατάληψη της πόλης θα είχε ως βέβαιη συνέπεια το σβήσιμο της επανάστασης στην Πελοπόννησο και πιθανότητα και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο Μακρυγιάννης με το σώμα του είχε διαταχθεί να κινηθεί προς την Τριπολιτσά. Καθ’ οδόν όμως προς την Τριπολιτσά έμαθε ότι η πόλη είχε ήδη κυριευθεί. Έτσι ο Μακρυγιάννης υποχώρησε και οχυρώθηκε στους Μύλους, νοτιοδυτικά του Ναυπλίου, για να καλύψει την πόλη.

Οι Μύλοι ήταν ένα μικρό χωριό με 30 περίπου σπίτια δίπλα στην αρχαία Λέρνη, κτισμένο στο ελώδες έδαφος της περιοχής. Στο χωριό, στην παραλία, βρίσκονταν αποθήκες και πίσω από αυτές μύλος. Υπήρχε δε περιτοιχισμένος κήπος και λιθόκτιστος πύργος του Τούρκου αγά.

Ντε Ρινί

Εκεί συνέβη και το περιστατικό με τον Γάλλο ναύαρχο ντε Ρινί (Δεριγνύ για τους Έλληνες) και η περίφημη στιχομυθία. Ο ντε Ρινί αποβιβάστηκε στους Μύλους και είδε τις ελληνικές θέσεις. «Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες είναι αδύνατες τι πόλεμον θα κάμετε με τον Μπραϊμη αυτού;», είπε στον Μακρυγιάννη, σύμφωνα με τη διήγηση του ιδίου.

«Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσες και εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει και θα δείξωμεν την τύχη μας σ αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριώμαστε μ᾿ έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους.

«Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε τρώνε από μάς και μένει και μαγιά Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν κι᾿ όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. Τρεμπιέν, λέγει κι᾿ αναχώρησε ο ναύαρχος».

Ο Μακρυγιάννης, μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη διέθεταν συνολικά 480 άνδρες. Ο Υψηλάντης τάχθηκε στο δεξιό άκρο του χωριού, ο Μακρυγιάννης το κέντρο και ο Μαυρομιχάλης με τον Χατζημιχάλη τη νότια πλευρά του χωριού. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μακρυγιάννης φοβούμενος την διαρροή των ανδρών του ζήτησε από τα ψαριανά πλοία να ανοιχθούν στα πιο βαθιά νερά…

Αιφνιδιασμός και μάχη σώμα με σώμα

Στις 13 Ιουνίου 1825 η αιγυπτιακή εμπροσθφυλακή επιτέθηκε αιφνιδιαστικά. Ο Μακρυγιάννης αναφέρει πως οι Έλληνες σκοποί είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους και κοιμόντουσαν. Ο ίδιος αντιλήφτηκε τους εχθρούς και με 50 άνδρες τους έπληξε, με την σειρά του, αιφνιδιαστικά, προκαλώντας τους σύγχυση.

Κατόπιν αυτού οι Αιγύπτιοι σταμάτησαν αναμένοντας την άφιξη του κυρίου σώματος και του Ιμπραήμ. Ο Αιγύπτιος πασάς έφτασε επικεφαλής τουλάχιστον 5.000 πεζών και 600 ιππέων ενώπιον των ελληνικών θέσεων.

Στις 16.30 το απόγευμα ο Ιμπραήμ διέταξε τα στρατεύματα να επιτεθούν. Οι Αιγύπτιοι σχημάτισαν φάλαγγες εφόδου, εμπρός από τις οποίες αναπτύχθηκαν ακροβολιστές. Με αυτό τον σχηματισμό επιτέθηκαν. Στα νότια, χάρη και στην υποστήριξη των πυροβόλων των πλοίων, οι άνδρες των Μαυρομιχάλη και Χατζημιχάλη, απέκρουσαν τρεις αιγυπτιακές επιθέσεις.

Στο κέντρο όμως οι Αιγύπτιοι κατάφεραν να καταλάβουν τμήμα του κήπου, αναγκάζοντας τους άνδρες του Μακρυγιάννη να φτάσουν σχεδόν στην ακτή. Ο Μακρυγιάννης τότε διάταξε τους άνδρες του να σκοτώνουν τους Αιγύπτιους αξιωματικούς, καθώς κατάλαβε πως χωρίς αυτούς οι άνδρες τους δεν ανέπτυσσαν πρωτοβουλία. Έτσι και έγινε και αμέσως μετά οι Έλληνες, μα τα σπαθιά στα χέρια, αντεπιτέθηκαν και ανέκτησαν τις χαμένες θέσεις.

Νέα αντεπίθεση του Ιμπραήμ απώθησε τους Έλληνες, αλλά και πάλι νέα ελληνική αντεπίθεση τους υποχρέωσε σε προσωρινή υποχώρηση. Νέα αιγυπτιακή αντεπίθεση έριξε και πάλι πίσω τους Έλληνες. Στη δεύτερη αυτή επίθεση ο Μακρυγιάννης παραλίγο να σκοτωθεί, καθώς προσπαθούσε να τραβήξει ένα σκοτωμένο παλικάρι του για να μην πάρουν το σώμα του οι εχθροί.

Ο ντε Ρινί, στο μεταξύ, παρακολουθούσε με ενθουσιασμό τη μάχη και τους Έλληνες που, πέραν πάσης προσδοκίας, άντεχαν και έστειλε δώρο, με τέσσερις αξιωματικούς του, ποτά για τους πολεμιστές. Στο μεταξύ οι Έλληνες με νέα επίθεση απώθησαν, για μια ακόμα φορά τους Αιγυπτίους. Στην επίθεση αυτή διακρίθηκαν οι Ψαριανοί και οι Κρητικοί πολεμιστές που τους διοικούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Μετά την απόκρουση της επίθεσης αυτής, έφτασαν στον Μακρυγιάννη ενισχύσεις από το Ναύπλιο – 50 άνδρες υπό τον Μακεδόνα οπλαρχηγό Μήτρο Λιακόπουλο. Λίγο αργότερα έφτασε και ένας λόχος του Τακτικού – 60 άνδρες υπό τον λοχαγό Κάρπο.

Ο Μακρυγιάννης αναφέρει ότι οι τακτικοί έριξαν μια ομοβροντία στον αέρα και πως ουσιαστικά δεν πολέμησαν. Φαίνεται όμως πως η αντεπίθεση του Κάρπου, ο λόχος του οποίου, με βάρκες, αποβιβάστηκε στα νώτα των Αιγυπτίων, έκρινε, οριστικά τη μάχη, όπως αναφέρει ο λοχαγός του Τακτικού Χρήστος Βυζάντιος στο βιβλίο του «Ιστορία του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος».

Ο Μακρυγιάννης είχε πληγωθεί, βαριά στο χέρι και δεν ήταν προφανώς σε θέση να δει την τελική φάση της μάχης. Το αποτέλεσμα πάντως ήταν νικηφόρο και η νίκη ανήκει στον Μακρυγιάννη, ο οποίος ήταν η ψυχή της ελληνικής άμυνας και ο πρώτος στις αντεπιθέσεις.

Η νίκη στους Μύλους έσωσε το Ναύπλιο και την επανάσταση. Οι απώλειες ήταν μικρές, εκατέρωθεν. Οι Αιγύπτιοι είχαν 50 νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν επτά νεκρούς και 21 τραυματίες.

Ο Μακρυγιάννης έμεινε 38 ημέρες κλινήρης, λόγω του τραύματός του και ένας γιατρός του είπε πως πρέπει να ακρωτηριαστεί. Όταν όμως πήγαινε να τον ακρωτηριάσει, ο Μακρυγιάννης άρπαξε το γιαταγάνι και ο γιατρός έφυγε κακήν-κακώς…