Νάρβα: Ταπεινωτική ήττα του "Ρώσου Γολιάθ" από τον "Σουηδό Δαβίδ"

Παντελής Καρύκας
470

Η μάχη της Νάρβα ήταν η πρώτη σημαντική μάχη του Μεγάλου Βορείου Πολέμου. Στον πόλεμο αυτό η Σουηδία πολεμούσε μόνη κατά της τεράστιας Ρωσίας, της παραδοσιακής της αντιπάλου Δανίας και της ενωμένης Πολωνίας – Σαξωνίας. Ο Ρώσος τσάρος Πέτρος ο Μέγας είχε προσπαθήσει να καταστήσει τη μεσαιωνική ακόμα χώρα του σύγχρονη ευρωπαϊκή δύναμη. Για τον σκοπό αυτό όμως έπρεπε να αντιμετωπίσει τη δύναμη που ήλεγχε τη Βαλτική, την Σουηδία.

Έτσι εντάχθηκε στον αντί-σουηδικό συνασπισμό παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις του δεν βρίσκονταν ακόμα στο καλύτερο επίπεδο ποιότητας. Το 1700 ο τσάρος συγκρότησε 31 νέα συντάγματα πεζικού, βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων. Ωστόσο ένας στρατός είναι κάτι πολύ περισσότερο από ομοιόμορφες στολές και ικανότητα παρελάσεως.

Από την άλλη πλευρά η Σουηδία είχε την τύχη να διαθέτει δύο πολλαπλασιαστές ισχύος. Έναν μικρό αλλά άριστα εκπαιδευμένο και στελεχωμένο στρατό που ακολουθούσε με θρησκευτικό φανατισμό τον βασιλιά του στη μάχη, και έναν βασιλιά γεννημένο πολεμιστή, τον Κάρολο ΙΒ.

Ο Κάρολος ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία 15 ετών και έδειξε το ταλέντο του στα στρατιωτικά. Άφοβος, πιστεύοντας πως ότι συνέβαινε ήταν το θέλημα του Θεού, αψηφούσε την αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων του και τα πυρά τους. Το ίδιο δε πνεύμα κατάφερε να εμφυσήσει και στους άνδρες του.

Στη μάχη της Νάρβα ήταν μόλις 18 ετών. Ο Κάρολος βρέθηκε στη νεαρή αυτή ηλικία αντιμέτωπος με καταστάσεις που θα έκαναν πολύ μεγαλύτερούς του σε ηλικία ηγεμόνες να καταβληθούν. Αυτός όμως αντέδρασε αστραπιαία και με κεραυνοβόλα πλήγματα έθεσε εκτός πολέμου τη Δανία.

Απερίσπαστος από τα δυτικά στράφηκε προς Ανατολάς αποβιβαζόμενος στην Εσθονία. Εκεί η κατάσταση ήταν επίσης ζοφερή. Ισχυρές ρωσικές δυνάμεις πολιορκούσαν την πόλη Νάρβα βόρεια της διάσημης λίμνης Πέιπους. Η φρουρά της πόλης αποτελείτο από μόλις 1.800 άνδρες ενώ οι ρωσικές δυνάμεις που την πολιορκούσαν ξεπερνούσαν τους 37.000 άνδρες ενώ διέθεταν και 195 πυροβόλα.

Ο Κάρολος κατάφερε να συγκεντρώσει μόλις 10.500 άνδρες και 37, κυρίως ελαφρά, πυροβόλα. Ο Κάρολος διοικούσε προσωπικά τον μικρό στρατό του βοηθούμενος από τον αντιστράτηγο Καρλ Γκούσταβ Ρένσκιολντ και τον στρατηγό Ότο Βάλινγκ, αμφότεροι έμπειροι πολεμιστές με πλούσια δράση.

Οι ρωσικές δυνάμεις διοικούντο από τον τσάρο, ο οποίος όμως, μια ημέρα πριν τη μάχη, αποχώρησε αφήνοντας διοικητή τον Γερμανό, γαλλικής καταγωγής, Καρλ ντε Κρόι και τους Αντόνομ Γκολόβιν, Ιβάν Τρουμπετσκόι, Αντάμ Βέιντε και Μπορίς Σερεμέτεφ.

Μέχρι σήμερα οι ιστορικοί ερίζουν για τον λόγο αποχώρησης του τσάρου Πέτρου. Οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι δεν ανέμενε από τις μικρές δυνάμεις του Καρόλου να επιτεθούν και έφυγε με σκοπό να επανέλθει φέρνοντας ενισχύσεις. Άλλοι τον κατηγορούν για δειλία, κάτι που μάλλον δεν ισχύει. Το σημαντικό είναι ότι η αποχώρηση του τσάρου την παραμονή της μάχης δεν ήταν και το καλύτερο τονωτικό για το ηθικό των ανδρών του.

Επίσης ο Πέτρος δεν αποχώρησε μόνος αλλά μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία, τον στρατάρχη Φιοντόρ Γκολόβιν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ντε Κρόι δεν ήθελε να αναλάβει τη διοίκηση αλλά πιέστηκε από τον τσάρο.

Η ρωσική στρατιά ήταν χωρισμένη σε τρία τμήματα διοικούμενα έκαστο από τους Γκολόβιν, Τρουμπετσκόι και Βέιντε. Και οι τρεις ήταν νεαροί ευνοούμενοι του τσάρου, ηλικίας 23 ετών, με μηδαμινή πολεμική εμπειρία. Ο πιο έμπειρος Σερεμέτεφ διοικούσε μη τακτικά τμήματα βογιάρων (ευγενών) ιππέων. Επίσης διοικητής του ισχυρού αριθμητικά ρωσικού πυροβολικού ήταν ο επίσης νεαρός, παντελώς άπειρος περί τα πολεμικά ευνοούμενος του τσάρου πρίγκιπας Αλεξάντερ Ιμερέτι.

Δυνάμεις και διάταξη

Το βράδυ της 29 Νοεμβρίου 1700 ο Κάρολος με τον μικρό του στρατό είχε φτάσει στο χωριό Λάγκενα σε απόσταση περίπου 13 χλμ. από τη Νάρβα. Ο Κάρολος δεν γνώριζε αν η φρουρά άντεχε ακόμα ή αν πόλη είχε παραδοθεί στους Ρώσους.

Ο νεαρός Σουηδός βασιλιάς, λιτός, ολιγαρκής και ιδιαίτερα αγαπητός στους άνδρες του, επιθεώρησε τις δυνάμεις του και έστειλε περιπολίες ιππικού για να διερευνήσουν την κατάσταση. Αν η πόλη κρατούσε ακόμα θα τον ειδοποιούσαν με κανονιοβολισμούς. Έτσι και έγινε. Ωστόσο λόγω των κανονιοβολισμών οι Ρώσοι κατάλαβαν ότι ο εχθρός προσέγγιζε.

Αμέσως ο ντε Κρόι έθεσε τις δυνάμεις του σε συναγερμό. Οι Ρώσοι τήρησαν το ήμισυ των δυνάμεών τους σε ετοιμότητα όλη τη νύκτα. Με το πρώτο φως ο ντε Κρόι έταξε το σύνολο της στρατιάς του προς μάχη κατά μήκος της αμυντικής τάφρου και των θέσεων που είχαν ανασκάψει γύρω από την πόλη.

Λόγω της απειρίας των ανδρών του ανδρών του διέταξε κανένα σύνταγμα να μην ανοίξει πυρ κατά των Σουηδών πριν αυτοί προσεγγίσουν σε απόσταση 15-20 μ. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Σουηδοί εφάρμοζαν ένα λίαν επιθετικό τακτικό δόγμα το λεγόμενο «Γκα Πα» που σε ελεύθερη απόδοση μεταφράζεται ως «πάνω τους».

Το πεζικό τους, το 1/3 του οποίου ήταν εξοπλισμένο με σάρισσες πλησίαζε με ταχύ βηματισμό τον αντίπαλο, εξαπέλυε εναντίον του μια ομοβροντία από απόσταση 20 μ. και κατόπιν εξορμούσε με τις σάρρισες και τις ξιφολόγχες εναντίον του με ιαχές. Οι Σουηδοί βάδιζαν στη μάχη ψάλλοντας ψαλμούς και πριν τη μάχη απήγγειλαν το «Πάτερ Ημών».

Την επομένη οι Σουηδοί κινήθηκαν πρώτοι. Οι άνδρες είχαν συγκεντρώσει δεμάτια από ξύλα με τα οποία θα γέμιζαν την τάφρο που είχαν ανασκάψει οι Ρώσοι γύρω από τις θέσεις τους. Οι ρωσικές δυνάμεις ανέμεναν τους εχθρούς.

Όταν ο ντε Κόρι είδε την μικρή στρατιά του Καρόλου πίστεψε ότι επρόκειτο μόνο για την σουηδική εμπροσθοφυλακή. Πιστεύοντας πως ο Κάρολος διέθετε και άλλες δυνάμεις αρνήθηκε την πρόταση του Σερεμέτεφ να εξέλθει ο στρατός από τα χαρακώματα και να αντιμετωπίσει τον εχθρό σε αναπτεταμένο πεδίο.

Η ρωσική στρατιά αναπτύχθηκε σε δύο γραμμές έκαστη μήκους 6,5 χλμ. μεταξύ δύο γραμμών θέσεων μάχης. Με τον τρόπο αυτό η ρωσική στρατιά δεν μπορούσε καν να ελιχθεί. Στο κέντρο της ρωσικής γραμμής είχε δημιουργηθεί ένα σημείο στηρίγματος στον λόφο Γκόλντενχοφ.

Ο Κάρολος βλέποντας τη ρωσική διάταξη αποφάσισε να αγνοήσει το ρωσικό σημείο στηρίγματος και να επιτεθεί αριστερά και δεξιά της ρωσικής γραμμής, ρίχνοντας στη μάχη 10 τάγματα πεζικού σε κάθε κατεύθυνση. Την εμπροσθοφυλακή αποτελούσαν επίλεκτοι γρεναδιέροι.

Τα σουηδικά τάγματα είχαν μέση δύναμη μόλις 300 ανδρών. Το ιππικό που αριθμούσε περί τους 4.500 άνδρες κάλυπτε τα πλευρά του πεζικού. Βασική του όμως αποστολή ήταν να αποτρέψει την έξοδο των Ρώσων από τα οχυρώματά τους. Τα δε 37 πυροβόλα των Σουηδών τάχθηκαν σε ένα λοφίσκο πυροβολαρχία και βομβάρδισαν συγκεντρωτικά τα προεπιλεγμένα σημεία της ρωσικής διάταξης όπου θα εφορμούσε το πεζικό.

Η μάχη

Κατά τις 14.00 οι Σουηδοί ήταν έτοιμοι και η προέλασή τους άρχισε. Εκείνη την στιγμή ξέσπασε χιονοθύελλα. Ο Κάρολος είδε μια χρυσή ευκαιρία αντίθετα με αξιωματικούς του που του πρότειναν αναβολή της επίθεσης. Οι Σουηδοί ακολουθώντας την τακτική του «Γκα Πα» έφτασαν σε απόσταση εφόδου, εξαπέλυσαν μια φονική ομοβροντία, σαρώνοντας τους πρώτους ρωσικούς ζυγούς και εφόρμησαν κατά τω αντιπάλων με ιαχές.

Οι Ρώσοι απάντησαν στα πυρά αλλά σε λίγα λεπτά οι Σουηδοί είχαν επιπέσει εναντίον τους. Ακολούθησε άγρια σφαγή. Τα πλευρά της ρωσικής γραμμής «έσπασαν». Οι ταγμένες στο κέντρο της παράταξής τους δυνάμεις δεν μπορούσαν ούτε να πολεμήσουν, ούτε να υποχωρήσουν, ούτε να ελιχθούν.

Ακολούθησε χάος και πανικός. Οι Ρώσοι στρατιώτες σκότωναν τους αξιωματικούς τους, ειδικά τους ξένους, και τρέπονταν σε φυγή. Οι πανικόβλητοι Ρώσοι προσπάθησαν να περάσουν τη γέφυρα του ποταμού Ναρόβα, που αποτελούσε το οπίσθιο άκρο της τοποθεσίας τους, αλλά η γέφυρα κατέρρευσε από το βάρος και χιλιάδες ποδοπατήθηκαν, ή χάθηκαν στο παγωμένο νερό.

Μόνο δύο συντάγματα της φρουράς του τσάρου πολέμησαν καλά. Σχημάτισαν ένα μεγάλο τετράγωνο και κράτησαν τους Σουηδούς. Ο Κάρολος που οδήγησε προσωπικά την επίθεση εναντίον τους ήταν τυχερός που επέζησε καθώς το άλογό του σκοτώθηκε. Τελικά όμως δεν μπορούσαν να κρατήσουν επ’ άπειρον και υποχρεωθήκαν σε συνθηκολόγηση.

Όλοι οι Ρώσοι στρατηγοί, πλην του Σερεμέτεφ, αιχμαλωτίσθηκαν. Η μάχη είχε λήξει με θρίαμβο για τον μικρό σουηδικό στρατό και τον εξαίρετο διοικητή του. Οι Ρώσοι έχασαν συνολικά 18.000 άνδρες και 173 πυροβόλα. Οι Σουηδοί είχαν 667 νεκρούς και 1.247 τραυματίες.

Δυστυχώς για τον ίδιο ο Κάρολος δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του, τόσο λόγο του χειμώνα, όσο και γιατί είχε να αντιμετωπίσει και τους Πολωνούς και τους Σάξωνες. Έτσι υποχρεώθηκε σε μακροχρόνιο αγώνα συναντώντας τελικά τη μοίρα στην Πολτάβα, εννέα χρόνια αργότερα.