Ο φον Ριχτχόφεν πριν γίνει πιλότος… Η δράση του άσσου στο έδαφος

-
616

Στις 2 Μαΐου 1892 μια ευχάριστη αναστάτωση επικρατούσε στην οικία του βαρώνου Αλμπέρτ φον Ριχτχόφεν. Τα κλάματα του γιου του και διαδόχου της οικογενειακής παράδοσης πρωτακούστηκαν εκείνο το πρωινό. Ο Επίλαρχος Ριχτχόφεν δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του. Κρατούσε στην αγκαλιά του τον γιό του, αυτόν που ήλπιζε ότι θα συνέχιζε την μακρόχρονη πολεμική παράδοση της οικογενείας τους.

Ο γιος του βαρώνου έλαβε το όνομα Μάνφρεντ Άλμπερτ. Ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Σε ηλικία 13 ετών ο Μάνφρεντ εισήχθη στο στρατιωτικό κολέγιο του Βάλστατ. Όπως ο ίδιος αργότερα δήλωσε δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα. Απλώς υποτάχθηκε στις επιθυμίες του πατέρα του. Στα μαθήματα πάντως ο Μάνφρεντ δεν διακρίθηκε ποτέ.

Ήταν μάλλον αμελής και το καλύτερο που κατόρθωνε ήταν να εξασφαλίζει τέτοιους βαθμούς ώστε να «περνά» απλώς τις τάξεις. Τελικά, αφού φοίτησε και στη στρατιωτική σχολή του Γκρος Λίχτερφελντε και στη σχολή πολέμου του Βερολίνου, ονομάστηκε, το 1912, υπίλαρχος και τοποθετήθηκε στο «Σύνταγμα Ουλάνων (λογχοφόρων) του Αλεξάνδρου Γ». Η μονάδα του έδρευε στο Μπρεσλάου της Σιλεσίας.

Πόλεμος στη Ανατολή

Το καλοκαίρι του 1914 ήταν ήσυχο. Το βράδυ της 1ης Αυγούστου ο Μάνφρεντ είχε οργανώσει μια μικρή γιορτή μαζί με συναδέλφους του στα καταλύματα τους. Δεν πρόλαβαν όμως να χαρούν πολύ. Σε λίγο ενημερώθηκαν ότι η χώρα τους βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Ρωσία. Ακολούθησε πρόποση υπέρ της νίκης και του Κάιζερ και το άδοξο τέλος της γιορτής. Από την επομένη ο πόλεμος άρχιζε για τον νεαρό υπίλαρχο.

Τα μεσάνυκτα της 2ας προς 3ης Αυγούστου ο υπίλαρχος Ριχτχόφεν ανέλαβε την πρώτη του πολεμική περιπολία. Επικεφαλής ενός ουλαμού ουλάνων ο Ριχτχόφεν κινήθηκε και κατέλαβε το μικρό χωριό Κάλιτς. Ο Ριχτχόφεν παρέμεινε επί πέντε ημέρες στο χωριό. Την τελευταία ημέρα παραμονής του εισήλθε στο χωριό και ένα τμήμα Κοζάκων. Οι Γερμανοί κινδύνεψαν να περικυκλωθούν. Κατόρθωσαν ωστόσο να διαφύγουν.

Στο μεταξύ η μεγάλη γερμανική επίθεση στο Δυτικό Μέτωπο βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Αποφασίστηκε λοιπόν η αποστολή στη Δύση σημαντικών γερμανικών δυνάμεων που ως τότε πολεμούσαν στην Ανατολή. Μεταξύ των μονάδων που έλαβαν την άγουσα προς τη Δύση ήταν και το 1ο Σύνταγμα Ουλάνων στο οποίο υπηρετούσε ο Μάνφτρεντ.

Στη Δύση

Το σύνταγμα του προσκολλήθηκε σε μία μεραρχία πεζικού, προς μεγάλη λύπη του νεαρού υπιλάρχου, ο οποίος εξακολουθούσε να διατηρεί μια πιο ρομαντική περί του πολέμου οπτική, νοσταλγώντας τις υπέροχες μαζικέ ιππικές επελάσεις του παρελθόντος. «Αναλαμβάνω συχνά την εκτέλεση περιπολιών και προσπαθώ να κερδίσω τον Σιδηρούν Σταυρό», έγραφε στη μητέρα του. Καθώς το σύνταγμα κινείτο διαμέσου του Λουξεμβούργου οι ψευδαισθήσεις άρχισαν οριστικά να τον εγκαταλείπουν.

Το όνειρο του Μάνφρεντ να πολεμήσει έφιππος όπως οι πρόγονοι του στους Ναπολεόντειους Πολέμους, έσβηνε μπροστά στο συρματόπλεγμα και στο πολυβόλο. Ακόμα περισσότερο πάντως απογοητεύτηκε ο Μάνφρεντ από την εξέλιξη της πρώτης του πραγματικής επαφής με τον εχθρό. Ο νεαρός υπίλαρχος στάλθηκε, επικεφαλής 15 ουλάνων, να εκτελέσει αναγνώριση σε μια περιοχή 20 χλμ. δυτικά της Αρλόν. Ξαφνικά στις παρυφές παρακείμενου δάσους οι Γερμανοί εντόπισαν μια ομάδα Γάλλων δραγώνων.

Αμέσως ο Μάνφρεντ έδωσε το σύνθημα της εφόδου και οι ουλάνοι του, με τις λόγχες χαμηλωμένες και κραυγάζοντας πολεμικές ιαχές, εφόρμησαν κατά των Γάλλων. Οι δραγώνοι πάντως δεν στάθηκαν να αντιμετωπίσουν την έφοδο αλλά τράπηκαν σε φυγή. Οι Γερμανοί τους ακολούθησαν εντός του δάσους. Κατάπληκτοι όμως διαπίστωσαν ότι οι αντίπαλοι τους είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Η καταδίωξη σταμάτησε και οι ουλάνοι στάθηκαν σε ένα ξέφωτο του δάσους.

Ο Μάνφρεντ πήρε τα κιάλια του και προσπάθησε να δει. Δεν πρόλαβε όμως να τα φέρει στα μάτια του και μια ομοβροντία έσκισε με πάταγο τον αέρα και έπληξε τους άνδρες του. Οι Γερμανοί αντελήφθησαν τότε έντρομοι ότι σε απόσταση μόλις 50 μέτρων εμπρός τους βρισκόταν 200 Γάλλοι τυφεκιοφόροι. Ακολούθησε σύγχυση. Ο Μάνφρεντ προσπάθησε να οδηγήσει πίσω τους άνδρες του. Για τους περισσότερους ήταν όμως ήδη αργά. Συντετριμμένος ο Μάνφρεντ τράπηκε σε φυγή ακολουθούμενος από τέσσερις μόλις άνδρες του. «Το βάπτισμα του πυρός δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικό, όπως πίστευα», έγραψε ο ίδιος αργότερα σε μια του επιστολή.

Επαφή με το αεροπλάνο και τα χαρακώματα…

Μετά τις μάχες των συνόρων οι γερμανικές στρατιές προωθήθηκαν στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της πορείας του εντός του Βελγίου ο Μάνφρεντ είδε για πρώτη φορά στη ζωή του αεροπλάνο. Παρατήρησε την παράξενη ιπτάμενη μηχανή, χωρίς να δώσει και μεγάλη σημασία. Όπως ο ίδιος ύστερα έλεγε «δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι έκαναν οι αεροπόροι μας. Δεν είχα ιδέα ότι τα γερμανικά αεροσκάφη έφεραν σήματα με σταυρούς και τα εχθρικά έφεραν τρίχρωμα σήματα.

Ως αποτέλεσμα πυροβολούσαμε κάθε αεροσκάφος». Στο Βέλγιο ο Μάνφρεντ είχε πάντως την ευκαιρία να πολεμήσει «όπως άρμοζε σε ιππέα». Το τμήμα του αναλάμβανε συχνά αναγνωριστικές αποστολές και οι καθημερινές αψιμαχίες με τα αντίστοιχα γαλλικά τμήματα ήταν καθημερινές. Λίγο αργότερα όμως το σύνταγμα του υπήχθη στην 5η Στρατιά η οποία πολεμούσε στο Βερντέν. Εκεί προς λύπη του Μάνφρεντ, το σύνταγμα των ουλάνων ανέλαβε τη φρούρηση τομέα χαρακωμάτων, όπως το απλό πεζικό.

Σε μια σπάνια ευκαιρία εκτέλεσης έφιππης περιπολίας ο Μάνφρεντ παραλίγο να σκοτωθεί όταν μια αυτοσχέδια χειροβομβίδα εξερράγη δίπλα του και διέλυσε τη σέλα του αλόγου του, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να πάθει το παραμικρό. Αυτή η περίοδος των «χαρακωμάτων» ήταν η πιο άδοξη και άβολη για τον ευγενή υπίλαρχο. Με πικρία έγραφε: «Είμαστε τώρα μέσα στα χαρακώματα όπως το πεζικό. Σε απόσταση 2.000 μέτρων μπροστά μας βρίσκονται οι Γάλλοι. Δεν έχει ενδιαφέρον να κάθεσαι ήσυχα επί 24 βαρετές ώρες κάθε μέρα.

“Μερικά βλήματα περνούν από πάνω μας. Αυτή είναι και η μόνη εμπειρία που έχω εδώ και τέσσερις εβδομάδες. Με ενοχλεί που δεν εμπλεκόμαστε σε μια μεγάλη μάχη. Εδώ και εβδομάδες οι θέσεις δεν έχουν μετακινηθεί περισσότερο από 50 μέτρα. Επιθυμώ πάρα πολύ να κερδίσω τον Σιδηρούν Σταυρό 1ης τάξης , αλλά εδώ δεν θα έχω ποτέ την ευκαιρία. Θα πρέπει να φορέσω γαλλική στολή και να πάω στο Βερντέν να ανατινάξω κανέναν πύργο πυροβόλου (των οχυρών) για να το κατορθώσω».

Έτσι πέρασε το φθινόπωρο και ήρθε ο χειμώνας. Τον Ιανουάριο του 1915 ο Μάνφρεντ ορίστηκε βοηθός επιτελάρχη της 18ης Ταξιαρχίας Πεζικού. Την ίδια ώρα ο αδερφός του πολεμούσε «ως ιππέας» στο ρωσικό μέτωπο. Ήταν η άκρα ταπείνωση για τον Μάνφρεντ. Αν και δυτικά μαινόταν οι μάχες, στον τομέα του Βερντέν εξακολουθούσε να επικρατεί μία εκνευριστική ησυχία.

Τον Μάιο του 1915 ο Μάνφρεντ πήγε με άδεια στο σπίτι του. Με την επιστροφή του στο μέτωπο, τρεις εβδομάδες αργότερα, ο Μάνφρεντ ανέλαβε καθήκοντα αξιωματικού επιμελητείας. Αυτό ο νεαρός υπίλαρχος δεν μπορούσε να το αντέξει. Ζήτησε από τον διοικητή του να τοποθετηθεί στην στρατιωτική αεροπορία. Λέγεται πως για να υποστηρίξει την αίτηση του είχε παρουσιαστεί ενώπιον του διοικητή του και του είχε πει «δεν ήρθα στον πόλεμο για να μαζεύω τυρί και αυγά»! Το θέμα πάντως ήταν πως η αίτηση του έγινε τελικά δεκτή. Η Γερμανία είχε κερδίσει τον μεγαλύτερο της άσσο.