Οι Ίσαυροι και ο θεματικός στρατός του Βυζαντίου

Παντελής Καρύκας
1825
Βυζαντινό βαρύ ιππικό

Η δυναστεία των Ισαύρων ανέλαβε τις τύχες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, όταν οι Άραβες απειλούν να την συντρίψουν και από τον Βορρά οι Βούλγαροι άρχισαν να πιέζουν ισχυρά. Παρόλα αυτά, χάρη κυρίως στον ιδρυτή της δυναστείας Λέοντα Γ' και του γιου του Κωνσταντίνου Ε', οι Βυζαντινοί συνέτριψαν Άραβες και Βούλγαρους, σε μια σειρά επιτυχημένων εκστρατειών.

Στρατιώτες αμφότεροι, έδωσαν μεγάλο βάρος στην στρατιωτική οργάνωση του κράτους και επέδειξαν ιδιαίτερη φροντίδα για τον στρατό που άλλωστε αποτελούσε το όργανο επιβολής της εξουσίας τους. Ο Βυζαντινός Στρατός που κληρονόμησε, το 717 μ.Χ. που ανέβηκε στον θρόνο ο Λέων Γ, δεν διέφερε ιδιαίτερα από αυτόν που είχε στη διάθεσή του ο αυτοκράτορας Ηράκλειος κατά των Σασσανιδών Περσών, ή ο Κωνσταντίνος Δ κατά των Αράβων.

Ωστόσο ο Λέων, στρατηγός του Θέματος των Ανατολικών ο ίδιος, πριν ανέβει στον θρόνο, προέβη σε καίριες αλλαγές, οι οποίες επέζησαν της δυναστείας του και διατηρήθηκαν ακόμα και από τους περίφημους Μακεδόνες αυτοκράτορες. Βασικός θεσμός που δημιούργησε ο Ηράκλειος ήταν αυτός των Θεμάτων που δημιουργήθηκε για να διευκολύνει την άμυνα του κράτους, κατά κύριο λόγο.

Τα Θέματα ήταν διοικητικές ενότητες, σε κάθε μια εκ των οποίων υπήρχε ένας επικεφαλής στρατηγός, ο οποίος είχε στη διάθεσή του τις τοπικές, θεματικές όπως ονομάστηκαν, δυνάμεις. Η μέση δύναμη κάθε θεματικής δύναμης σπάνια ξεπερνούσε τους 5.000 άνδρες.

Ωστόσο σε περίπτωση ανάγκης οι δυνάμεις ενός ή περισσοτέρων Θεμάτων μπορούσαν να ενωθούν ή να συνεργαστούν, αντιμετωπίζοντας μια εχθρική εισβολή ή μια επιθετική ενέργεια κατά των αντιπάλων. Το όλο σύστημα ήταν ιδιαίτερα ευέλικτο. Όπως, αργότερα, έλεγε ο μεγάλος στρατηγός-αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς «ένας καλός στρατηγός χρειάζεται τη χάρη του Θεού και 5.000 ιππείς για να συντρίψει κάθε αντίπαλο».

Οι θεματικοί στρατοί αποτελούντο από πεζικό και ιππικό. Συνήθως το ιππικό αποτελούσε τα 2/3, ακόμα και τα 3/4 της όλης δύναμης, εκτός από τις περιπτώσεις Θεμάτων όπου υπήρχαν όρη ή γενικότερα δύσβατο έδαφος. Εκεί το πεζικό και δει το ελαφρύ ήταν περισσότερο.

Θεματικές δυνάμεις

Όπως αναφέρθηκε κατά βάσει οι θεματικές δυνάμεις αποτελούντο κυρίως από ιππικό. Το ιππικό διακρινόταν σε βαρύ και ελαφρύ. Οι ιππείς του βαρέως ιππικού ήταν κατά το ήμισυ, περίπου, εξοπλισμένοι με λόγχες ενώ οι υπόλοιποι έφεραν ως κύριο όπλο το σύνθετο τόξο.

Όλοι έφεραν ασπίδες, σπάθες και σιδηρά κράνη. Έφεραν επίσης και θωράκιση, αλλά συνήθως μόνο οι λογχοφόροι ιππείς των πρώτων ζυγών έφεραν μεταλλικές θωρακίσεις, κυρίως φολιδωτές. Οι περισσότεροι άνδρες έφεραν ελαφρύτερη θωράκιση, κυρίως εφαπλωματώδη.

Το ιππικό τάσσονταν για μάχη σε βάθος έως και 10 ζυγών, αναλόγως του επιπέδου εκπαίδευσης των ανδρών. Όσο πιο καλά εκπαιδευμένοι οι άνδρες τόσο μικρότερο το βάθος τάξης, καθώς, ορθώς, οι Βυζαντινοί στρατηγοί θεωρούσαν ότι το μεγάλο βάθος του σχηματισμού πρόσφερε ασφάλεια και δύναμη κρούσης σε άνδρες άπειρους ή όχι τόσο καλά οπλισμένους.

Αντίθετα οι καλά οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι άνδρες, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, δεν υπήρχε ανάγκη να ταχθούν σε ιδιαίτερα βαθείς σχηματισμούς. Πάντως, συνήθως τα τάγματα του ιππικού τάσσονταν σε βάθος 5-8 ζυγών.

Συνήθως στους δύο πρώτους ζυγούς, αναλόγως του βάθους, τάσσονταν λογχοφόροι ιππείς. Ακολουθούσε ένας ή δύο ζυγοί τοξοτών και η παράταξη έκλεινε με έναν ζυγό λογχοφόρων.

Το ιππικό όπως και το πεζικό ήταν οργανωμένο σε τάγματα. Το κάθε τάγμα υποδιαιρούνταν σε τρεις εκατονταρχίες (κενταρχίες), η καθεμιά των οποίων διοικείτο από έναν κένταρχο ή κεντάρχη. Ο αρχαιότερος κένταρχος ονομαζόταν ιλάρχης ή ίλαρχος και εκτελούσε χρέη υποδιοικητή και υπασπιστή του τάγματος.

Ο διοικητής του τάγματος ιππικού έφερε επίσης τον τίτλο του κόμητος. Θεωρητικά, η κάθε κενταρχία ιππικού περιελάμβανε στις τάξεις της 100 άνδρες, ανεβάζοντας έτσι την αριθμητική δύναμη του τάγματος σε 300 μάχιμους άνδρες.

Συνήθως όμως οι κενταρχίες δεν διέθεταν περισσότερους από 80 άνδρες. Υπήρχαν όμως και υπεράριθμα τάγματα με περισσότερους από 400 στρατιώτες. Τα τάγματα με δύναμη κάτω των 200 μαχίμων ανδρών ονομαζόταν «απόμοιρα» τάγματα.

Η κατώτερη υπομομονάδα, μεγέθους ημιλαρχίας (μισή ίλη), ήταν τα αλάγια, τα οποία τα συναντούμε και αργότερα στον Βυζαντινό Στρατό να αντικαθιστούν τα τάγματα.

Σύμφωνα με το «Στρατηγικόν», του αυτοκράτορα Μαυρικίου, κατά τη μάχη, αναλόγως του αντιπάλου και του εδάφους, ένας βυζαντινός στρατηγός μπορούσε να παρατάξει τις δυνάμεις του με διάφορους τρόπους.

Ο πλέον αξιόλογος και για αυτό πολυχρησιμοποιούμενος σχηματισμός μάχης του Βυζαντινού Στρατού ήταν ο «Ιταλικός». «Η μέντοι Ιταλική εστί τάξις τε και γυμνασία ήτις προς πάν έθνος επιτηδεία ημίν φαίνεται...», αναφέρει ο Μαυρίκιος στο «Στρατηγικόν».

Η «ιταλική» τάξις ήταν ο προσφορότερος σχηματισμός μάχης εναντίον κάθε αντιπάλου. Ο στρατός σχημάτιζε δύο τουλάχιστον γραμμές μάχης, την «πρόμαχο» και τη «βοηθόν». Οι δύο γραμμές απείχαν μεταξύ τους περί τα 400 μέτρα. Σε ιδανικές περιστάσεις συγκροτούταν και μία τρίτη γραμμή η «νωτοφύλαξ».

Η τελευταία όμως δεν ήταν συνεχής. Ο σχηματισμός του στρατού σε δύο κύριες γραμμές μάχης προσέδιδε στον στρατό σημαντικότατο τακτικό πλεονέκτημα έναντι όλων των αντιπάλων του, που συνήθως σχημάτιζαν μία μόνο γραμμή μάχης.

Ο βυζαντινός στρατηγός ήταν με τον τρόπο αυτό ικανός να διαθέτει εφεδρείες και να τις διευθύνει, ανάλογα με την εξέλιξη της μάχης, είτε για να αποκρούσει μια εχθρική διείσδυση στο μέτωπό του, είτε για να εξαπολύσει διαδοχικές επιθέσεις που θα έθραυαν τελικά την εχθρική αντίσταση.

Οι μονάδες δεν παρατάσσονταν σε συνεχή γραμμή. Μεταξύ τους υπήρχαν κενά ώστε, σε περίπτωση εχθρικής πίεσης να μπορούν εύκολα οι μονάδες της πρώτης γραμμής να υποχωρήσουν με ασφάλεια, χωρίς να προκαλέσουν σύγχυση και αταξία στις μονάδες της δεύτερης γραμμής, αλλά σε περίπτωση που οι μονάδες της δεύτερης γραμμής έπρεπε να σπεύσουν και να ενισχύουν τα μαχόμενα τμήματα της πρώτης γραμμής.

Η «νοτοφύλαξ» αποτελούσε την έσχατη εφεδρεία και εκεί τάσσονταν, ανάλογα με την τακτική κατάσταση, επίλεκτες δυνάμεις, είτε για λόγους ασφαλείας, είτε για να χρησιμοποιηθούν από τον στρατηγό την κατάλληλη στιγμή.

Στα πλευρά των δύο γραμμών μάχης τοποθετούνταν ισχυρότατες πλαγιοφυλακές, ώστε να καθίσταται αδύνατη η πλαγιοκόπηση του στρατού. Ακόμα και αν ο εχθρός εμφανιζόταν ξαφνικά στα νώτα του βυζαντινού στρατεύματος, ήταν ζήτημα ελαχίστων λεπτών η αναστροφή μετώπου ολόκληρου του στρατεύματος και η αντιμετώπιση της νέας απειλής.

Αναλόγως της φύσης του εδάφους και της διάταξης του αντιπάλου, ο στρατός τασσόταν με την πρώτη γραμμή μάχης, η οποία ήταν αποτελούμενη αποκλειστικά από

Του στρατεύματος προηγούνταν αποσπάσματα ανιχνευτών-προσκόπων ιππέων. Πριν τη μάχη οι ιερείς τελούσαν δοξολογία και αγίαζαν τις σημαίες των ταγμάτων και οι άνδρες εφορμούσαν στη μάχη με την επίκληση «Κύριε Ελέησον», υπό τις διαταγές των αξιωματικών τους.

Ο επικεφαλής ενός στρατού όφειλε, πριν τη μάχη, να κινείται στην πρώτη γραμμή, ώστε να είναι σε θέση να κατοπτεύει τον αντίπαλο να αναγνωρίζει το έδαφος και να εκδίδει τις κατάλληλες διαταγές. Όταν όμως ο στρατός έφτανε σε απόσταση τοξεύματος από τον αντίπαλο, ο επικεφαλής αποσύρονταν πίσω από την πρώτη και μπροστά από τη δεύτερη γραμμή.

Τη διοίκηση των μερών αναλάμβαναν οι «μεράρχες» -ή «τουρμάρχες» ή «στρατηλάτες». Η κάθε μοίρα διοικούταν από τον «μοιράρχη» ή «δούκα» ή «δρουγγάριο» ή «χιλίαρχο».