Οθωμανοί σπαχήδες: Οι έφιπποι αντίπαλοι των χριστιανών

Παντελής Καρύκας
1324

Οι τιμαριώτες ιππείς του Οθωμανικού Στρατού υπήρξαν, κατά κυριολεξία, οι ιππείς του ολέθρου που με το σπαθί απείλησαν να θέσουν υπό την ημισέληνο ακόμα και την κεντρική Ευρώπη.

Το ιππικό των τιμαριωτών αποτελούσε τη βάση όλων των Οθωμανικών Στρατών μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι τιμαριώτες, δηλαδή οι κάτοχοι τιμαρίου, είχαν, ανάλογα με τον κλήρο που τους παραχωρούσε ο σουλτάνος, την υποχρέωση εκστρατεύουν μόνοι, ή με έναν αριθμό ακολούθων, κάθε φορά που καλούντο.

Οι τιμαριώτες ονομάζονταν, γενικά, σπαχήδες. Ωστόσο διακρίνονταν σε διάφορες κατηγορίες. Με τη γενική ονομασία σπαχήδες αναφέρονταν οι κάτοχοι μικρού κλήρου που είχαν την υποχρέωση αν υπηρετούν μόνοι ή με άλλους δύο, το πολύ ακολούθους, που ονομάζονταν Τζεμπελί.

Οι κάτοχοι μεγάλων κλήρων, οι λεγόμενοι Ζαΐμηδες, μπορούσαν, έκαστος, να διαθέτει μέχρι και 19 Τζεμπελί. Πρέπει πάντως να σημειωθεί πως τα τιμάρια των σπαχήδων δεν κληρονομούντο. Τους τα παραχωρούσε το κράτος με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Σε περίπτωση που ο σπαχής αδυνατούσε ή αρνείτο να συμμετάσχει σε εκστρατεία έχανε το τιμάριό του.

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι και την εποχή του Σουλεϊμάν του λεγόμενου Μεγαλοπρεπή. Μετά τον θάνατό του, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπισε οικονομική κρίση και πληθωρισμό, μειώνοντας δραματικά τα έσοδα των τιμαριούχων. Το γεγονός αυτός δεν είχε τόσο επίδραση στον αριθμό τους, αλλά είχε σαφώς στην ποιότητα του οπλισμού τους και στην εκπαίδευσή τους.

Οργάνωση, εξοπλισμός

Οι πλέον εύποροι τιμαριούχοι διέθεταν άλογο, κράνος, αλυσιδωτό θώρακα, ενισχυμένο με σιδηρές πλάκες θωράκισης για το στήθος και την πλάτη του πολεμιστή και επίσης απάρτια που κάλυπταν τα χέρια και τα πόδια του πολεμιστή. Έφεραν επίσης ασπίδα και ήταν οπλισμένοι με κυρτή σπάθη, ελαφρά λόγχη και τόξο. Τα άλογα των πολύ πλουσίων έφεραν θωράκιση αλυσιδωτή ή από χοντρό ύφασμα.

Οι Τζεμπελί έφεραν ελαφρά ή καθόλου θωράκιση. Ήταν δε εξοπλισμένοι με λόγχες ή ακόντια, τόξο και σπάθη. Από τον 16ο αιώνα εισήχθησαν μαζικά τα πυροβόλα όπλα και στις μονάδες των τιμαριωτών και πολλοί άνδρες έφεραν πιστόλες, κοντόκαννα μουσκέτα ή αρκεβούζια.

Οι τιμαριούχοι των ευρωπαϊκών επαρχιών είχαν, κατά κανόνα, μεγαλύτερα έσοδα και αυτό αντανακλάτο στον οπλισμό και την εξάρτησή τους. Και οι σουλτάνοι τους είχαν σε μεγαλύτερη εκτίμηση και συνήθως τάσσονταν στο δεξιό πλευρό της παράταξης, στις μάχες. Με το πέρασμα των χρόνων η θωράκιση εγκαταλείφθηκε και ο αριθμός των πυροβόλων όπλων που οι τιμαριούχοι διέθεταν αυξήθηκε.

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που τιμαριούχοι διέθεταν μόνο την σπάθη τους και ίσως ένα ακόντιο, ή μια ελαφρά λόγχη. Τα ακόντια των Οθωμανών ιππέων ήταν μικρού μήκους, 60-80 εκ. περίπου και μεταφέρονταν σε ειδική θήκη προσαρμοσμένη στην ιπποσκευή.

Έως και τον 16ο αιώνα υπήρχαν και χριστιανοί τιμαριούχοι. Ονομαστοί ήταν οι Ηπειρώτες τιμαριούχοι, οι οποίοι και διακρίθηκαν στον πόλεμο των Οθωμανών κατά των Περσών. Κατόπιν όμως υποχρεώθηκαν είτε να εξισλαμιστούν, είτε να χάσουν τους κλήρους τους. Οι περισσότεροι επέλεξαν το πρώτο και αφομοιώθηκαν με τους κατακτητές.

Μονάδες και συγκρότηση

Οι τιμαριούχοι ήταν οργανωμένοι σε υπομονάδες με την ονομασία Αλά, που πιθανότατα προέρχεται από Αλάγιον των Βυζαντινών, που με την σειρά του, πιθανότατα, προέρχεται από τη λέξη Ίλη. Επικεφαλής του Αλά ήταν ο Αλάμπεης. Ένας αριθμός Αλά συγκροτούσε ένα Μπολούκ (μπουλούκι, όπως έμεινε να λέγεται στα ελληνικά).

Ένας αριθμός Μπολούκ συγκροτούσαν ένα Σαντζάκ. Η ονομασία σημαίνει επαρχία και ονομάζονταν έτσι γιατί όλοι οι τιμαριούχοι που εντάσσονταν σε αυτή προέρχονταν από την ίδια περιοχή. Ο αριθμός των ανδρών που υπηρετούσαν στην κάθε υπομονάδα και μονάδα που αναφέρθηκε δεν ήταν σταθερός. Συνολικά ο Οθωμανικός Στρατός παρέτασσε περισσότερους από 100.000 τιμαριούχους, στο απόγειο της ισχύος του.

Οι τιμαριούχοι πολεμούσαν σε χαλαρή τάξη, αλλά μπορούσαν και να πολεμήσουν σε διάταξη ακροβολισμού. Συνήθως ένας αριθμός από αυτούς, συνήθως οι ελαφρότερα θωρακισμένοι, εφορμούσαν πρώτοι κατά του εχθρού και ακροβολιζόμενοι, τον έπλητταν με εκηβόλα όπλα, προετοιμάζοντας την έφοδο των βαρύτερα οπλισμένων συναδέλφων τους. Άλλες φορές όμως εφορμούσαν όλοι μαζί, με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα και ορμή κατά του αντιπάλου.

Οι τιμαριούχοι δεν διακρίνονταν για την συνοχή και η έφοδός τους, όντως, εκτελείτο άτακτα. Για αυτό αν απέναντί τους βρισκόταν ένας πειθαρχημένος αντίπαλος, σπανίως, κατάφερναν να τον διασπάσουν. Αντίθετα μη πειθαρχημένα στρατεύματα σαρώνονταν, συνήθως, από την επέλασή τους. Το μεγάλο τους πλεονέκτημα ήταν η, συνήθως, συντριπτική τους αριθμητική τους υπεροχή.