“Πιο εύκολα σκοτώνεις έναν Ρώσο παρά τον αναγκάζεις να τραπεί σε φυγή…”

Παντελής Καρύκας
720

Στις 24 Ιουνίου 1812 η μεγαλύτερη στρατιά που είχε, μέχρι τότε, δει ο κόσμος, εισέβαλε στην αχανή Ρωσική Αυτοκρατορία, έχοντας επικεφαλής τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. O Ναπολέων κατάφερε να φτάσει μέχρι τη Μόσχα, αλλά τελικά υποχρεώθηκε να την εγκαταλείψει κακήν-κακώς. Στις 20 Οκτωβρίου 1812 άρχιζε η υποχώρηση. Οι Ρώσοι όμως επιτέθηκαν και νίκησαν τις γαλλικές προφυλακές στο Βίνκοβο.

Ο Ναπολέων είχε δύο επιλογές, είτε να υποχωρήσει από τον δρόμο που είχε πάει στη Μόσχα, λεηλατώντας τα πάντα, ή από τον δρόμο μέσω Καλούγκας.Επέλεξε το δεύτερο ώστε η στρατιά να βρει προμήθειες. Η γαλλική στρατιά βάδισε κατά μήκος της παλαιάς οδού Μόσχας – Καλούγκα, η οποία, αφού διέσχιζε τον ποταμό Ντέσνα, στρεφόταν δυτικά, περνώντας από το Μαλογιαροσλάβετς. Το μικρό και ασήμαντο, κατά τα άλλα, χωριό, αποτελούσε οδικό κόμβο.

Καθώς η γαλλική στρατιά υποχωρούσε αργά ο Ρώσος αρχιστράτηγος Κουτούζωφ δεν φαινόταν να αντιδρά. Μόλις στις 22 Οκτωβρίου, διέταξε το 6ο Σώμα Στρατού (ΣΣ) του στρατηγού Ντοκτόροφ να παρακολουθεί την κύρια φάλαγγα της υποχωρούσης γαλλικής στρατιάς και να προσπαθήσει να καταλάβει τον κόμβο του Μαλογιαροσλάβετς.

Ένα ασήμαντο χωριό

Αλλά και ο Ναπολέων γνώριζε την σημασία του Μαλογιαροσλάβετς και είχε διατάξει το IV ΣΣ του, υπό τον γιο της πρώην συζύγου του Ιωσηφίνας, Ευγένιο ντε Μποαρνέ, να το καταλάβει, εξασφαλίζοντας προγεφύρωμα στον ποταμό Λούτζα, ο οποίος κυλούσε βόρεια του χωριού.

Το Μαλογιαροσλάβετς ήταν ένα μικρό χωριό. Βόρεια, όπως αναφέρθηκε, κυλούσε ο μικρός ποταμός Λούτζα, οι δύο όχθες του οποίου επικοινωνούσαν με μια ξύλινη γέφυρα. Εκατέρωθεν του χωριού υπήρχαν δάση, που περιόριζαν τις δυνατότητες ελιγμών. Νότια του χωριού υπήρχαν τα χωριά Νέμτσοβο, δυτικά και Μαρίνο, ανατολικά. Οι γαλλικές δυνάμεις έφτασαν, το απόγευμα της 23ης Οκτωβρίου, στη γέφυρα του ποταμού Λούτζα.

Οι αντίπαλοι

Εμπροσθοφυλακή του IV ΣΣ ήταν η 13η Μεραρχία Πεζικού (ΜΠ) υπό τον υποστράτηγο Ντελζόν, τη 14η ΜΠ, την Ιταλική 15η ΜΠ, τη Μεραρχία Ιταλών Φρουρών. Διέθετε επίσης δύο ταξιαρχίες ιππικού, μια ιταλική, και μια βαυαρική. Το IV ΣΣ ενισχύθηκε και με την 3η ΜΠ και την 5η ΜΠ του Ι ΣΣ.

Από την άλλη πλευρά το 6ο ΣΣ του Ντοκτόροφ διέθετε την 7η ΜΠ (Κάπτσεβιτς), την 24η ΜΠ (Λικάτσεφ) και την μεραρχία Κοζάκων, υπό τον περίφημο στρατηγό Πλατόφ. Ο Ντοκτόροφ ενισχύθηκε, μετά την έναρξη της μάχης, από το 7ο ΣΣ (2 ΜΠ) και μια ΜΠ του 1ου ΣΣ.

Συνολικά οι Ρώσοι ξεκίνησαν τη μάχη με 12.000 πεζούς και 3.000 περίπου Κοζάκους. Σταδιακά ενισχύθηκαν με 10.000 ακόμα άνδρες και πυροβολικό, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό πυροβόλων τους σε 84. Από την άλλη πλευρά το IV ΣΣ του Ευγένιου ντε Μποαρνέ διέθετε περί τους 24.000 άνδρες.

Ρωσικός αιφνιδιασμός

Καθώς οι άνδρες του Ντελζόν εξασφάλισαν τη γέφυρα του Λούτζα, το βράδυ της 23ης Οκτωβρίου ο όγκος της 13ης ΜΠ προχώρησε και κατέλαβε το χωριό. Ο Ντελζόν αμέσως έστειλε αναφορά στον Ναπολέοντα, ενημερώνοντάς τον ότι το σημαντικό χωριό κόμβος του Μαλογιαροσλάβετς, είχε καταληφθεί χωρίς μάχη.

Μετά την επιτυχία του, όμως, ο Ντελζόν αποφάσισε να αποσύρει τις δυνάμεις του, πλην δύο ταγμάτων πεζικού, από το χωριό. Ο Ντελζόν ενήργησε έτσι και γιατί φοβόταν ρωσική νυκτερινή εναντίον του ενέργεια, αλλά και διότι θεώρησε πως ο έλεγχος της γέφυρας ήταν πιο σημαντικός από τον έλεγχο του χωριού καθαυτού. Το βράδυ όμως, με όσο το δυνατό μεγαλύτερη μυστικότητα, το Ρωσικό 6ο ΣΣ του Ντοκτόροφ, κινήθηκε προς το χωριό. Οι Ρώσοι αιφνιδίασαν και εξουδετέρωσαν τους Γάλλους σκοπούς και υποχρέωσαν τα δύο τάγματα του Ντελζόν στο χωριό να τραπούν σε άτακτη φυγή, σε κατάσταση πανικού.

Αμέσως οι Ρώσοι άρχισαν να οχυρώνουν το χωριό, αναπτύσσοντας και τις πυροβολαρχίες τους στα νότια, αυτού, υψώματα. Τα ρωσικά πυροβόλα τάχθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να ελέγχουν απόλυτα το πέρασμα του ποταμού, μέσω της γέφυρας.

Την ίδια ώρα οι φυγάδες Γάλλοι μετέδιδαν τον πανικό στους, βόρεια της γέφυρας, συναδέλφους τους. Αν ο Ντοκτόροφ δεν σταματούσε στο Μαλογιαροσλάβετς και συνέχισε την επίθεσή του, πιθανόν να κατέστρεφε ολόκληρη τη 13η Γαλλική ΜΠ. Ωστόσο έχοντας σαφείς διαταγές και φοβούμενος να επιτεθεί με το σύνολο του σώματός του, μέσα στην καρδιά της νύκτας, αποφάσισε, να περιοριστεί στην κατοχή του χωριού.

Με τον τρόπο αυτό όμως ο Ντελζόν κέρδισε τον αναγκαίο χρόνο να επαναφέρει την τάξη στους άνδρες του και να ενημερώσει για την ρωσική κίνηση τον σωματάρχη του ντε Μποαρνέ. Ο τελευταίος έσπευσε τάχιστα, με το σύνολο των δυνάμεών του προς το ζωτικής σημασίας χωριό, πιστεύοντας όμως πως ο αιφνιδιασμός που υπέστη η δύναμη του Ντελζόν, οφειλόταν σε κάποιο μικρό ρωσικό απόσπασμα. Με το πρώτο φως της 24ης Οκτωβρίου, πάντως, ο ντε Μποαρνέ, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει την ισχύ της ρωσικής τοποθεσίας, διέταξε τον Ντελζόν να επιτεθεί με τη μεραρχία του, άμεσα.

Σφαγή για ένα χωριό

Ο Ντοκτόροφ είχε εκμεταλλευτεί το σκοτάδι για να αναπτύξει τις δύο ΜΠ του εντός και νότια του χωριού, ενώ στο αριστερό του πλευρό έταξε τους Κοζάκους του, υπό τον Πλατόφ, με σκοπό να ελέγχουν, στο σημείο αυτό, την όχθη του ποταμού, ώστε να μη επιχειρήσουν οι Γάλλοι να ζεύξουν τον ποταμό εκεί.

Αντίστοιχα ανέπτυξε πλαγιοφυλακή και στο δεξιό του πλευρό, μεταξύ της εκκλησίας του χωριού και ενός μικρού δάσους. Ο Ντελζόν εκτόξευσε την επίθεσή του, όπως διατάχθηκε, αλλά οι φάλαγγες εφόδου του σφαγιάστηκαν από το ρωσικό πυροβολικό, πριν προλάβουν να πλησιάσουν τη γέφυρα.

Ο ίδιος, οδηγώντας προσωπικά τους στρατιώτες του, δέχτηκε δύο βολίδες στο κεφάλι και έπεσε νεκρός. Ο ντε Μποαρνέ μόνο όταν είδε με τα μάτια του τον όγκο του ρωσικού πυροβολικού να κομματιάζει τους άνδρες του, κατάλαβε ότι δεν είχε απέναντί του κανένα μικρό ρωσικό απόσπασμα, αλλά μια δύναμη τουλάχιστον σώματος στρατού, όπως συνέβαινε πραγματικά.

Έτσι διέταξε την αναστολή της επίθεσης και έσπευσε να αναπτύξει και αυτός το σύνολο του πυροβολικού του σώματός του – περί τα 60 πυροβόλα – βόρεια της γέφυρας. Έχοντας εντοπίσει όμως και τις ρωσικές πλαγιοφυλακές, φοβούμενος και ο ίδιος τυχόν ρωσική υπερκερωτική κίνηση, ανέπτυξε και ο ίδιος πλαγιοφυλακές, εκατέρωθεν της γέφυρας, τις οποίες ενίσχυσε με πυροβολικό.

Παράλληλα ανέπτυξε σε πρώτη γραμμή τις δύο μεραρχίες του Ι ΣΣ, την 3η και 5η ΜΠ, οι οποίες, αν και καταπονημένες, λόγω προηγούμενων απωλειών, ήταν αξιόμαχες. Αριστερά των μεραρχιών αυτών τάχθηκαν ιταλικά τμήματα. Αμέσως μετά το γαλλικό πυροβολικό άνοιξε πυρ, προσπαθώντας να σιγάσει τα αντίπαλα πυροβόλα.

Την ώρα που ελάμβανε χώρα η μονομαχία αυτή πυροβολικού, οι γαλλικές και ιταλικές φάλαγγες εφόδου εξόρμησαν κατά του χωριού. Οι βετεράνοι άνδρες του Γαλλικού Ι ΣΣ κατάφεραν να διασπάσουν τη ρωσική άμυνα, ύστερα από άγρια σύγκρουση, εκ του συστάδην, με τις ξιφολόγχες.

Οι Γάλλοι κατέλαβαν το χωριό, αλλά οι Ρώσοι απλώς υποχώρησαν, περίπου 300 μέτρα πίσω από τα τελευταία σπίτια αυτού, χωρίς να χάσουν το ηθικό τους. Εκεί ανασυγκροτήθηκαν και αντεπιτέθηκαν, πριν οι Γάλλοι προλάβουν να εδραιωθούν στο φλεγόμενο χωριό. Ύστερα από σύντομη, αλλά φονική, συμπλοκή, που διεξήχθη με απίστευτη βαρβαρότητα, οι Γάλλοι απωθήθηκαν και οι Ρώσοι κέρδισαν και πάλι ότι είχε απομείνει από το Μαλογιαροσλάβετς.

Πάλη με τα χέρια

Ο ντε Μποαρνέ όμως επέμεινε και εξαπέλυσε νέα επίθεση, με εμπροσθοφυλακή τους Ιταλούς, αυτή τη φορά, στρατιώτες του. Οι Ιταλοί εξόρμησαν με γενναιότητα με προτεταμένες τις ξιφολόγχες, βαδίζοντας με ταχύ βηματισμό, σε σχηματισμό φάλαγγας εφόδου, ανά διλοχίες.

Οι Ρώσοι πεζοί τους υποδέχτηκαν με σφοδρά πυρά. Τα μουσκέτα είχαν «ανάψει», κυριολεκτικά. Πολλών οι κάννες είχαν γεμίσει τόσο με υπολείμματα πυρίτιδας που δεν μπορούσαν πια να χρησιμοποιηθούν. Οι Ρώσοι πολεμούσαν με φανατισμό. Οι αξιωματικοί και οι ιερείς των συνταγμάτων, ακόμα, εμψύχωναν τους στρατιώτες κατά των «άθεων» εχθρών. Οι ιταλικές φάλαγγες, παρά τις απώλειες, έφτασαν στις ρωσικές θέσεις και τότε, μέσα στα ερείπια, άρχισε μια φρικτή πάλη, σώμα με σώμα, με τα σπαθιά, τις ξιφολόγχες, τα ξύλα και τις πέτρες από τα γκρεμισμένα σπίτια, αλλά και με τις γροθιές.

Ύστερα από μερικά ματωμένα λεπτά της ώρας οι αριθμητικά υπερέχοντες άνδρες του ντε Μποαρνέ επικράτησαν και απώθησαν ξανά τους Ρώσους. Και πάλι όμως αυτοί δεν τράπηκαν σε φυγή, αλλά ανασυγκροτήθηκαν και πάλι και αμέσως αντεπιτέθηκαν, δικαιολογώντας απόλυτα το αξίωμα της εποχής που έλεγε: «είναι 10 φορές πιο εύκολο να σκοτώσεις έναν Ρώσο παρά να τον τρέψεις σε φυγή».

Άλλες τέσσερις φορές ο ντε Μποαρνέ έριξε τις δυνάμεις του στην επίθεση κατά του χωριού, κερδίζοντάς το, προσωρινά και χάνοντάς το, αμέσως μετά από άμεση ρωσική αντεπίθεση. Το μόνο αποτέλεσμα ήταν η συσσώρευση νεκρών και τραυματιών, ανάμεσα στα αποκαΐδια. Οι τραυματίες δεν υπήρχε τρόπος να περισυλλεχθούν, πόσο μάλλον να διακομιστούν. Οι περισσότεροι κείτονταν, αβοήθητοι στο χώμα, ικετεύοντας, μάταια τους όρθιους, ακόμα, συναδέλφους τους, για λίγο νερό. Πολλοί κάηκαν, εγκλωβισμένοι, στα φλεγόμενα οικήματα του χωριού.

Τελικά όμως οι άνδρες του ντε Μποαρνέ έμειναν κύριοι του χωριού, αφού οι δυνάμεις του Ντοκτόροφ, υστερούσες ούτως ή άλλως αριθμητικά, είχαν αποδεκατιστεί. Οι απώλειες ήταν βαριές και στο άλλο στρατόπεδο, αλλά ο ντε Μποαρνέ διέθετε σχεδόν διπλάσιο πεζικό από τον Ντοκτόροφ.

Εκεί όμως που ο Γάλλος στρατηγός πίστεψε πως κέρδισε τη μάχη εμφανίστηκαν ρωσικές ενισχύσεις. Ήταν το 7ο Ρωσικό ΣΣ, του Ραέφσκι, το οποίο, με διαταγή του Ρώσου αρχιστρατήγου στρατάρχη Κουτούζοφ, έσπευδε προς τον ήχο των πυροβόλων. Η άφιξη των δύο μεραρχιών του 7ου ΣΣ επέτρεψε στον Ντοκτόροφ να εξαπολύσει μια ακόμα αντεπίθεση καταλαμβάνοντας, για έβδομη φορά, το χωριό.

Και ο ντε Μποαρνέ όμως δεν είχε πει την τελευταία του λέξη, αλλά απάντησε ρίχνοντας στη μάχη τη 15η Ιταλική ΜΠ, την οποία τηρούσε, μέχρι τότε, σε εφεδρεία, ανατρέποντας και πάλι τους Ρώσους και κυριεύοντας, ότι είχε απομείνει από το χωριό.

Ύστερα από την εξέλιξη αυτή, ο Ντοκτόροφ, δε επέμεινε άλλο. Αποφάσισε να αποσύρει τις δυνάμεις του νότια του χωριού, ελέγχοντας, όμως πάντα, τον δρόμο προς την Καλούγκα. Την υποχώρηση του κάλυψαν οι Κοζάκοι του, τους οποίους, οι καταπονημένοι άνδρες του ντε Μποαρνέ, δεν επιχείρησαν να εμπλέξουν.

Μοιραία κατάληξη

Είχαν περάσει σχεδόν έξι ώρες από την στιγμή που άρχισε η μάχη και οι άνδρες δύσκολα μπορούσαν να σύρουν τα κουρασμένα τους πόδια, πια. Οι απώλειες ήταν πολύ σοβαρές. Συνολικά οι Γάλλοι, οι οποίοι θεώρησαν εαυτό νικητή, γιατί έμειναν κύριοι του πεδίου, είχαν περί τους 6.000 νεκρούς και τραυματίες, έναντι 7.000 περίπου νεκρών και τραυματιών των «ηττημένων» Ρώσων.

Στο μεταξύ όμως πλησίασε και ολόκληρη στρατιά του Κουτούζοφ στην περιοχή, οπότε η κατοχή του χωριού αποδείχτηκε δώρον-άδωρον, για τους Γάλλους, αφού ο δρόμος προς την Καλούγκα είχε πλέον αποκλειστεί από μια ολόκληρη εχθρική στρατιά.

Για να ανοίξει η προσφορότερη δίοδος υποχώρησης της Μεγάλης Στρατιάς ο Ναπολέων θα έπρεπε να διακινδυνεύσει να δώσει μια μεγάλη μάχη, έναντι των εχθρών, οι οποίοι όμως έτοιμοι και φανατισμένοι τον περίμεναν. Άλλωστε στο Μαλογιαροσλάβετς οι Ρώσοι είχαν και πάλι δώσει δείγματα του θάρρους και του φανατισμού τους.

Μια ώρα μετά το πέρας της μάχης ο Ναπολέων έφτασε στον ποταμό Λούτζα, προηγούμενος της Μεγάλης Στρατιάς. Είδε το πεδίο της μάχης και έχοντας ενημερωθεί για την κίνηση του Κουτούζοφ, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει, αλώβητη, η στρατιά του από τον δρόμο της Καλούγκα. Έτσι έλαβε τη μοιραία απόφαση. Η Μεγάλη Στρατιά θα υποχωρούσε μέσω του δρόμου από τον οποίο είχε φτάσει στη Μόσχα, μέσω μιας πραγματικής «οδού της απωλείας», σύμφωνα με τη Βίβλο.

Στο Μαλογιαροσλάβετς υπεγράφη η θανατική καταδίκη της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα.